Ανάσταση Κόρης

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΟΡΗΣ 
 
Περσεφόνη με λωτό και στέμμα. Αφιερωματικό άγαλμα, από την αρχαία ελληνική αποικία Medma της Καλαβρίας της Μεγάλης Ελλάδος (Κάτω Ιταλία), του 490 π.Χ.
κ τοῦ εἰς Δήμητραν Ὕμνου τὸ Ἀνάγνωσμα… (στ. 302-403)

1. Ἀτὰρ ξανθὴ Δημήτηρ ἔνθα καθεζομένη μακάρων ἀπὸ νόσφιν ἁπάντων μίμνε πόθῳ μινύθουσα βαθυζώνοιο Θυγατρός.
Ζεὺς δὲ Ἶριν πρῶτον χρυσόπτερον ὦρσε καλέσσαι Δήμητρ’ ἠΰκομονἽκετο δὲ πτολίεθρον Ἐλευσῖνος θυοέσσηςεὗρεν δ’ ἐννηῷ Δημήτερα κυανόπεπλονκαί μινφωνήσασ’ ἔπεα πτερόεν τα προσηύδα:

Ὅμως ἡ ξανθομαλλούσα Δήμητρα ἔμεινε ἐκεῖ καθισμένη (στὸν ναό), μακριὰ ἀπὸ ὅλους τοὺς μακάριους (θεούς), λιώνοντας μὲ τὸν καημὸ τῆς Κόρης.
Ὁ δὲ Ζεὺς πρῶτα τὴν Ἴριδα τὴν χρυσόπτερο (ἄγγελο) πρόσταξε, νὰ φωνάξῃ τὴν ὡραιομάλλα Δήμητρα. Ἔφθασε τότε αὐτὴ στὴν πόλι τῆς Ἐλευσῖνος ποὺ εὐωδίαζε θυμίαμα, βρῆκε μέσα στὸν ναὸ τὴν μαυροφορεμένη μάνα καὶ προσφωνώντας την εἶπε τὰ ἑξῆς λόγια).

Αγαλματίδιο με την Δήμητρα και την Κόρη, δύο σώματα σε ένα.

2. «Δήμητερ καλέει σε πατὴρ Ζεὺς ἄφθιτα εἰδώς, ἐλθέμεναι με τὰ φῦλα θεῶν ἀει γενετάων».
Τῆς δ’ οὐκ ἐπεπείθετο θυμός, ἀλλ’ οὔτις πεῖσαι δύνατο φρένας οὐδὲ νόημα.
Αὐτὰρ ἐπεὶ το γ’ ἄκουσε βαρύκτυπος Ζεὺς εἰς Ἔρεβος πέμψε χρυσόρραπιν Ἀργειφόντην ὄφρ’ Ἀΐδην μαλακοῖσιν παραιφάμενος ἐπέεσσιν ἁγνὴν Περσεφόνειαν ἀπὸζόφου ἠερόεντος ἐς φάος ἐξαγάγοι. Ἑρμῆς δ’ οὐκ ἀπίθησεν, ἄφαρδ’ ὑπὸ κεύθεα γαίης ἐσσυμένως κατόρουσε λιπὼν ἕδος Οὐλύμποιο.

«Δήμητρα, σὲ καλεῖ ὁ Πατήρ, ὁ Ζεὺς ποὺ γνωρίζει τὰ ἀθάνατα πράγματα, νὰ ἔλθῃς σιμὰ στὸ γένος τῶν ἀθανάτων θεῶν». Αὐτῆς ὅμως δὲν λύγισε ἡ ψυχή, καὶ οὔτε μπόρεσε κανεὶς νὰ τὴν πείσῃ, οὔτε νὰ ἀλλάξῃ γνώμη.
Μόλις λοιπὸν τ’ ἄκουσε ὁ παντεπόπτης βροντερὸς Ζεύς, ἔπεμψε τὸν χρυσόραβδο Ἀρχάγγελο στὸ Ἔρεβος, μὲ γλυκὰ λόγια τὸν Ἅδη νὰ παρασύρῃ, ὥστε τὴν ἁγνὴ Περσεφόνη ἀπ’ τὸ πηχτὸ σκοτάδι στὸ φῶς νὰ ξαναφέρῃ. Ὁ Ἑρμῆς πειθάρχησε καὶ εὐθὺς στὰ τρίσβαθα τῆς γῆς βιαστικὰ κατέβηκε ἀφήνοντας τὰ ὑπερουράνια δώματα τοῦ Ὀλύμπου.

"Η Περσεφόνη" του Δ. Γ. Ροσέττι (1874), Tate Gallery Λονδίνου.

3. Ἀγχοῦ δ’ ἱστάμενος προσέφη κρατὺς Ἀργειφόντης: «Ἅιδη κυανοχαῖτα καταφθιμένοι σινἀνάσσων Ζεύς σε πατὴρ ἤνωγεν ἀγαυὴν Περσεφόνειαν ἐξαγαγεῖν Ἐρέβευσφι μετὰ σφέας, ὄφραἑ Μήτηρ μήνιος ἀθανάτοις παύσειεν»…
Ὥς φάτο, μείδησεν δ’ ἄναξ ἐνέρων Ἀϊδωνεύς, ἐσσυμένως δ’ ἐκέλευσε: «ἔρχεο Περσεφόνη παρὰ Μητέρα κυανόπεπλον»… Ἡ δ’ ὀχέων ἐπέβη, παρὰ δὲ κρατὺς Ἀργειφόντης βαθὺν ἠ έρατέμνον ἰόντες. Στῆσε δ’ ἄγων ὅ θιμίμνεν ἐϋστέφανος Δημήτηρ νηοῖο προπάροιθε θυώδεος.

Ἀφοῦ δ’ ὲπλησίασε κοντὰ ὁ Ἑρμῆς τοῦ εἶπε: «Ἅδη, μαυρομάλλη ποὺ βασιλεύεις στοὺς νεκρούς, ὁ Πατὴρ Ζεὺς σὲ προστάζει ἀπὸ τὸ Ἔρεβος τὴν λαμπρὴ Περσεφόνη νὰ ἀνεβάσῃς κοντά μας πάλι, ὥστε ἡ Μήτηρ νὰ παύσῃ τὴν ὀργή της πρὸς τοὺς ἀθανάτους».
Μόλις εἶπε αὐτά, μειδίασε ὁ βασιλεὺς τῶν ὑποχθονίων Ἀϊδωνεύς, καὶ ἀμέσως πρόσταξε: «Πήγαινε Περσεφόνη στὴν μαυροφορεμένη Μητέρα σου»… Αὐτὴ τότε ἀνέβηκε στὸ ὄχημα καὶ δίπλα της ὁ κρατερὸς Ἑρμῆς σκίζοντας τὸν βαθὺ πηχτὸ ἀέρα. Ὁδηγώντας στάθηκε ἐκεῖ ποὺ περίμενε ἡ καλλιστέφανος Δήμητρα, μπροστὰ ἀπὸ τὸν θυμιατισμένο Ναό.

"Δήμητρα και Περσεφόνη", της Ολυμπίας Μπέη,λάδι σε μουσαμά (20 Χ 30 εκατ.).

4. Ἡ δὲ ἰδοῦσα ἤιξε μαινάς… Περσεφόνη δ’ ἐπεὶ ἴδεν ὄμματα καλὰ μητρὸς ἑῆς ἆλτοθέειν, δειρῇ δὲ οἱ ἔμπεσεν ἀμφιχυθεῖσα. Αἶψα δόλον θυμὸς τιν’ ὀΐσατο…
«Τέκνον, μήτι σύ γε πάσσαο νέρθεν ἐοῦσα βρώμης; ἐξ αύδα, μὴ κεῦθε, ἵνα εἴδομεν ἄμφω. Εἰ δέ, πτᾶσα πάλιν σύ γ’ ἰοῦσα ὑπὸ κεύθεσι γαίης οἰκήσεις ὡρέων τρίτατον μέρος εἰς ἐνιαυτόν, τὰς δὲ δύω παρ’ ἐμοί τε καὶ ἄλλοις ἀθανάτοισιν.

Ἡ Δήμητρα τότε ὥρμησε μόλις τὴν εἶδε, ὡσὰν μαινάδα… Ἡ δὲ Περσεφόνη μόλις εἶδε τὰ ὄμορφαμάτια τῆςΜητέρας της σάλταρε ἀπὸ τὸ ἅρμα, τρέχοντας δὲ ἔπεσε στὴν ἀγκαλιά της καὶ πιάστηκε μὲ τὰ χέρια γύρω ἀπ’ τὸν λαιμό της. Αἴφνης ὅμως ἡ ψυχή της κάτι δόλιο κατάλαβε…
«Παιδί μου, εἶπε, μήπως ὅσο ἤσουν ἐκεῖ κάτω σοῦ πάσσαρε κάποια τροφή; Πές το, μὴν τὸ κρύβεις, γιὰ νὰ ξέρουμε κι οἱ δυό. Ἐὰν ἔγινε ἔτσι, τότε πάλι θὰ κατέλθῃς στὰ τρίσβαθα τῆς γῆς, καὶ θὰ μένῃς ἐκεῖ τὸ ἕν τρίτον τοῦ χρόνου, τὰ δύο δὲ τρίτα θὰ μένῃς κοντά σὲ μένα καὶ στοὺς ἄλλους ἀθανάτους.

Δήμητρα, Κόρη και Τριπτόλεμος, ανάγλυφο του 440 π.Χ. από την Ελευσίνα
(Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών).

5. Ὁππότε δ’ ἄνθεσι γαῖα εὐώδεσιν ἠαρινοῖσι παντοδαποῖς θάλλει, τότ’ ἀπὸζόφου ἠερόεντος αὖτις ἄνει μέγα θαῦμα θεοῖς θνητοῖς τ’ ἀνθρώποις».


(Καὶ ὅποτε ἡ γῆ θ’ ἀνθίζῃ (ὦ, γλυκύ μου ἔαρ!) μὲ ὅλα τὰ εὐωδιαστὰ λουλούδια, τότε ἀπ’ τὸ πηχτὸ σκοτάδι πάλι θ’ ἀνασταίνεσαι, ὡς μέγα θαῦμα ἐνώπιον θεῶν καὶ θνητῶν ἀνθρώπων»).
Share on Google Plus

About ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

    ΣΧΟΛΙΑ
    ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ Facebook

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ