Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ: ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ και ΓΡΑΠΤΗΣ - ΛΟΓΟΣ του ΑΠΟΧΩΡΟΥΝΤΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ της ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ, κ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ν. ΚΟΥΝΑΔΗ

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ:
ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΓΡΑΠΤΗΣ
ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΩΡΟΥΝΤΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ
της ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ,
κ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ν. ΚΟΥΝΑΔΗ

Κυρίες καὶ κύριοι,

Ἡ σημερινὴ ὁμιλία μου, προϊὸν πολυετοῦς πνευματικοῦ μόχθου, ἀποτελεῖ διεπιστημονικὴ προσέγγιση ἑνὸς πολυσυζητηθέντος δυσχεροῦς θέματος στὴν ἔρευνα τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιχειρήσω νὰ συμβάλω - στὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ - μὲ τὴ βοήθεια αὐθεντικῶν γνωμῶν κορυφαίων εἰδικῶν, ἱστορικῶν πηγῶν (κάποιων πρωτοεμφανιζομένων), συναφῶν ἐπιστημονικῶν ἐξελίξεων καὶ τῆς πλέον πρόσφατης σχετικῆς βιβλιογραφίας.

Εισαγωγὴ

Ἡ προβληθεῖσα τὸν 18ο αἰώνα ἄποψη ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα ἀνήκει στὴν Ἰνδοευρωπαϊκὴ οἰκογένεια γλωσσῶν, καθὼς καὶ ἡ ἄποψη ὅτι τὸ Ἑλληνικὸ ἀλφάβητο εἶναι Φοινικοσημιτικῆς προελεύσεως, ἀπετέλεσαν ἀντικείμενα συνεχιζομένων μέχρι σήμερα ἐντόνων συζητήσεων καὶ ἀμφισβητήσεων. Δύο θέματα τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀφήνουν ἀδιάφορο κανέναν Ἕλληνα, ἀφοῦ τὸ ὑψίστης σημασίας ἀγαθὸ τῆς πολιτισμικῆς μας κληρονομιᾶς, ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα, προφορικὴ καὶ γραπτή, ἀρρήκτως συνδεδεμένη μὲ τὴν ταυτότητα, τὴ συνέχεια, τὴν ἐπιβίωση καὶ τὴν προοπτικὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἶναι ὑπόθεση ὅλων μας. Βεβαίως καὶ τοῦ ὁμιλοῦντος, λόγῳ τῆς μακρόχρονης ἐνασχόλησής μου μὲ τὴν Ἐκπαίδευση καὶ τὴ συναφὴ ἀρθρογραφία μου, μὲ τὴν ὁποία ἐστηλίτευσα τὶς ὀλέθριες νομοθετικὲς παρεμβάσεις στὴ γλώσσα μας μὲ τὸν ψευδεπίγραφο χαρακτηρισμό τους ὡς Ἐκπαιδευτικῶν Μεταρρυθμίσεων. Δεδομένου ὅτι τὰ δύο αὐτὰ θέματα εἶναι διεπιστημονικοῦ χαρακτήρα καὶ μάλιστα ἀντικείμενο πολλῶν διαφορετικῶν ἐπιστημῶν, ἡ ἐν προκειμένῳ προσπάθειά μου εἶναι νὰ παρουσιάσω αὐθεντικὲς γνῶμες γλωσσολόγων, ἀρχαιολόγων, ἱστορικῶν, ἀνθρωπολόγων, παλαιοντολόγων, ὥστε νὰ χυθεῖ περισσότερο φῶς στὰ δύο αὐτὰ περίπλοκα καὶ σκοτεινὰ ἀκόμη θέματα βάσει καὶ τῶν νεωτέρων εὑρημάτων καὶ τῶν ἐξελίξεων στὴν ἀνθρώπινη Ἀρχαιογενετικὴ (αDNA) καὶ τὴν Πληθυσμιακὴ Γενετική· ἐξελίξεων, οἱ ὁποῖες ἀνέτρεψαν ἢ καὶ ἐπιβεβαίωσαν προγενέστερες ὑποθέσεις.

Οι απαρχὲς της Συγκριτικής Γλωσσολογίας - Ετυμολογία

Στὸν Κρατύλο τοῦ Πλάτωνος, ποὺ ἀποτελεῖ διάλογο γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν ὀνομάτων[1] μὲ συνομιλητὲς τὸν Ἑρμογένη, τὸν φιλόσοφο-μαθηματικὸ Κρατύλο (ἱδρυτὴ φιλοσοφικῆς σχολῆς τὸν 5ο αἰ. π.Χ.) καὶ τὸν Σωκράτη, βρίσκονται οἱ ἀπαρχὲς τῆς Συγκριτικῆς Γλωσσολογίας[2] σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ ὀνόματα βαρβάρων (δηλαδὴ ἀλλοεθνῶν) καὶ τῆς συγκριτικῆς μεθόδου (ὅσον ἀφορᾶ τὶς διαλέκτους τῆς Ἑλληνικῆς π.χ. Αἰολικῆς, Δωρικῆς, Ἰωνικῆς, Ἀττικῆς κ.λπ.), καὶ ἰδιαίτερα οἱ ἀπαρχὲς τῆς Ἐτυμολογίας γιὰ τὸ πῶς καθορίζεται ἡ ὀρθὴ ὀνοματοθέτηση (ὀνοματοδοσία) τῶν λέξεων (ὀνομάτων), φύσει ἢ νόμῳ. Σύμφωνα μὲ τὸν φύσει καθορισμὸ (κατὰ τὸν Κρατύλο) ὑπάρχει συμφωνία μεταξὺ ὀνόματος (λέξεως) καὶ τοῦ ἐννοιολογικοῦ περιεχομένου της ἐτυμολογικῶς (δηλαδὴ μεταξὺ σημαίνοντος καὶ σημαινομένου), ἐνῶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμῳ καθορισμὸ τῶν ὀνομάτων (λέξεων) ἡ ὀνοματοθέτηση εἶναι συμβατική. Ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐννοιολογικὴ ἢ νοηματική, δηλαδὴ ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξὺ ὀνομάτων-λέξεων καὶ τῆς ἐτυμολογικῆς σημασίας τους. Κατὰ τὸν Πλάτωνα (Κρατύλος, 435d) «...ὃς ἂν τὰ ὀνόματα ἐπίστηται, ἐπίστασθαι καὶ τὰ πράγματα». Πρῶτος ὁ Διονύσιος ὁ Ἁλικαρνασσεὺς (1ος αἰ. π.Χ.) στὸ ἔργο του Περὶ συνθέσεως ὀνομάτων θεωρεῖ τὸν Πλάτωνα θεμελιωτὴ τῆς Ἐτυμολογίας γράφοντας: «Τὸν ὑπὲρ ἐτυμολογίας λόγον πρῶτος εἰσήγαγε Πλάτων πολλαχῇ μὲν καὶ ἄλλοθι, μάλιστα δὲ ἐν τῷ Κρατύλῳ». Γιὰ τὴν ἀξία τῆς νοηματικῆς ἰδιότητας τῶν ὀνομάτων ὁ Ἀριστοτέλης ἐπισημαίνει: «Ὁ λόγος... ἐὰν μὴ δηλοῖ, οὐ ποιήσει τὸ ἑαυτοῦ ἔργον» (Τέχνη ρητορική, Γ΄, 1404b), στὴ συνέχεια δὲ ἐξαίρει τὴν Ἑλληνικὴ μὲ τὴν φράση: «Ἔστι δ’ ἀρχὴ τῆς λέξεως τὸ ἑλληνίζειν» (Τέχνη ρητορική, Γ΄, 1407a). Ἀλλὰ καὶ στοὺς νεώτερους χρόνους ὁ Γερμανὸς φυσικὸς-φιλόσοφος Werner Heisenberg (Βραβεῖο Νομπὲλ 1932) εἶχε δηλώσει: «Ἡ θητεία στὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ γλώσσα ὑπῆρξε ἡ σπουδαιότερη πνευματική μου ἄσκηση. Στὴ γλώσσα αὐτὴ ὑπάρχει ἡ πληρέστερη ἀντιστοιχία ἀνάμεσα στὴ λέξη καὶ τὸ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο».

Το Ελληνικὸ αλφάβητο και τα Φοινικικά σύμφωνα 

Ἂν τὸ πρῶτο ἀλφάβητο (ἀκριβέστερα σύστημα γραφῆς) εἶναι Σημιτικοφοινικικό, καὶ ἂν οἱ Φοίνικες (κλάδος Σημιτικῆς φυλῆς ποὺ διακρίθηκε στὴ ναυτιλία καὶ στὸ ἐμπόριο) τὸ πῆραν ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους καὶ τὸ μετέδωσαν στοὺς Ἕλληνες, ἔχει γίνει ἀντικείμενο πολλῶν συζητήσεων καὶ ἀμφισβητήσεων.

Συναφῆ θέματα πρὸς διερεύνηση εἶναι τὸ πότε οἱ Φοίνικες μετανάστες ἐγκαταστάθηκαν στὴ Φοινίκη καὶ ποιὲς οἱ ἀρχαιότερες ἐπιγραφὲς ἢ γραπτὰ κείμενα τοῦ Φοινικικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀξίζει νὰ παρατηρηθεῖ ὅτι τὴν ὑπάρχουσα ἄποψη περὶ τῆς καταγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου ἀπὸ τὰ «Φοινικικὰ γράμματα», δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Φοινικικὸ οὐσιαστικῶς «συλλαβάριο», ἐστήριξαν οἱ «Φοινικιστὲς» κυρίως στὴ γνωστὴ ρήση τοῦ Ἡροδότου: «Οἱ δὲ Φοίνικες... ἐσήγαγον διδασκάλια ἐς τοὺς Ἕλληνας καὶ δὴ καὶ γράμματα, οὐκ ἐόντα πρὶν Ἕλλησι ὡς ἐμοὶ δοκέειν...» (Ἱστορίαι, 5.58,1). Δηλαδή, ὁ Ἡρόδοτος διατυπώνει τοῦτο μὲ ἐπιφύλαξη («ὡς ἐμοὶ δοκέειν»), ἀναφερόμενος ἀορίστως σὲ γράμματα, καὶ ὄχι στὰ γράμματα συγκεκριμένης γραφῆς.

Μὲ τὴν ἄποψη ὅμως τοῦ Ἡροδότου δὲν συμφωνεῖ ὁ ἱστορικὸς Διόδωρος ὁ Σικελιώτης (περ. 90-20 π.Χ.), ὁ ὁποῖος διευκρινίζει ὅτι τὰ λεγόμενα «Φοινίκεια γράμματα» δὲν εἶναι ἐφεύρεση τῶν Φοινίκων ἀλλὰ διασκευὴ ἄλλων γραμμάτων, δηλώνοντας: «...φασὶ τοὺς Φοίνικας οὐκ ἐξ ἀρχῆς εὑρεῖν, ἀλλὰ τοὺς τύπους τῶν γραμμάτων μεταθεῖναι μόνον...» (Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη, 5.74.1).

Ὡστόσο, ἐπίσης κατὰ τὸν Ἡρόδοτο, σύμφωνα μὲ τὸ Λεξικὸ τῶν Liddell - Scott, στὸ λῆμμα «Κάδμος», ἀναφέρεται ἐπὶ λέξει: «ὁ Κάδμος ἔφερε ἀπὸ τὴ Φοινίκη τὸ παλαιὸ Ἑλληνικὸ ἀλφάβητο τῶν δεκαέξι γραμμάτων, ἀπ’ ὅπου ὀνομάστηκαν καὶ Καδμήϊα ἢ Φοινικήϊα γράμματα (Ἡρόδ., 5.58, 59)· αὐτὰ ἀργότερα αὐξήθηκαν μὲ τὴν προσθήκη ἄλλων ὀκτὼ γραμμάτων, τῶν ἐπονομαζόμενων Ἰωνικῶν, η, ω, θ, φ, ζ, χ, ξ, ψ».

Μεταγενέστερα (8ος π.Χ. αἰ.) προσετέθησαν τρία ἀκόμη γράμματα (δίγαμμα, κόππα, σαμπί), ποὺ ἀφαιρέθηκαν τὸ 403 π.Χ. Ὁ Ἀκαδημαϊκὸς καὶ ἀρχαιολόγος Γεώργιος Μυλωνᾶς, σὲ ἀνακοίνωσή του στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τὴν 5η Ἰουνίου 1958 (δημοσιεύτηκε στὴ σειρὰ τῶν Πραγματειῶν, 23, 5, 1959, 1-33), λέγει: «...δυνάμεθα μετὰ μεγίστης πιθανότητος νὰ συμπεράνωμεν ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ Κάδμου εἰσαχθέντα εἰς τὰς Θήβας γράμματα δὲν ἦσαν Φοινικικά» (σ. 24).

Ἂς σημειωθεῖ ὅτι οἱ Φοίνικες, ὅπως φαίνεται ἀπὸ διάφορες ἱστορικὲς πηγές, ἐγκατεστάθησαν στὴ Φοινίκη (σημερινὸς Λίβανος καὶ ἐν μέρει Συρία), ἀναμειχθέντες μὲ τοὺς αὐτόχθονες Χαναανίτες μεταξὺ 1200 καὶ 1100 π.Χ. Γραπτὰ κείμενα ἢ ἐπιγραφὲς γιὰ τὸν Φοινικικὸ πολιτισμὸ δὲν ἔχουν εὑρεθεῖ στὴ Φοινίκη. Πάντως, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ὁλλανδὸς ἀρχαιολόγος καὶ ἱστορικὸς F. C. Woudhuizen (The transmission of the Phoenician alphabet in the Mediterranean region, Rivista di Studi Fenici, 35, 2, 2006, 173-184), κάποιες ἐπιγραφὲς τοῦ 8ου καὶ τοῦ 7ου αἰ. π.Χ. εὑρέθησαν ἐκτὸς Φοινίκης σὲ ἀποικίες της στὴ Ν. Ἱσπανία (Almuñécar, Morro de Mezquitilla, Toscanos καὶ Cádiz), ὡς «προϊὸν τοῦ Φοινικικοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἐπακολουθήσασας ἀποικιοποίησης».

Ὁ André Lemaire ἀναφέρει κάποιες Φοινικικὲς ἐπιγραφὲς τῆς περιόδου 850-750 π.Χ. στὴν πρόσφατη μελέτη του Levantine literacy ca. 1000-750 BCE, στό: Brian P. Schmidt (ed.), Contextualizing Israel’s Sacred Writings: Ancient Literacy, Orality and Literary Production (Atlanta, Georgia 2015, 11-46). Ὡστόσο, οἱ Φοινικικὲς αὐτὲς ἐπιγραφὲς ἀναφέρονται σὲ ἰδιοκτησίες ἀντικειμένων καὶ συνεπῶς δὲν ἔχουν λογοτεχνικὸ χαρακτήρα, ὅπως οἱ ἀρχαιότερες Ἑλληνικὲς ἐπιγραφές.

Ὑπάρχει καὶ τὸ Βορειοσημιτικὸ (Φοινικικὸ) σφηνοειδὲς ἀλφάβητο τῆς Οὐγκαριτικῆς γλώσσας, ἀποτελούμενο ἀπὸ 30 σύμβολα (γράμματα), ποὺ βρέθηκε σὲ πήλινες ἐπιγραφὲς (κείμενα τῆς Ras Shamra) χρονολογούμενες μεταξὺ 1500-1300 π.Χ. Οἱ ἐπιγραφὲς αὐτὲς ἀνακαλύφθηκαν στὴν περιοχὴ τῆς Δυτικῆς Συρίας τὸ 1928 καὶ ἀποκρυπτογραφήθηκαν τὸ 1932. Πάντως, ἀπὸ τὴν ὁμοιότητα πολλῶν συμβόλων τῆς Οὐγκαριτικῆς καὶ ἄλλων συναφῶν Σημιτικοφοινικικῶν γραφῶν πρὸς τὴν Ἀρχαιοκρητικὴ γραφὴ (ἱερογλυφικὴ καὶ γραμμικὴ Α) συνάγεται βάσει ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων καὶ γνωμῶν κορυφαίων εἰδικῶν ἐπιστημόνων (Evans, Dussaud, Reinach κ.ἄ.) ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Φοίνικες ἀντέγραψαν τοὺς ἀρχαίους Κρῆτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐποικίσει τὴ Φοινίκη περὶ τὸ 3000 π.Χ. καὶ ἀργότερα τὸ 1500 π.Χ.

Ἐπισκόπηση τῶν πλέον πρόσφατων ἀπόψεων γιὰ τὴ γένεση-πρώτη ἐμφάνιση τοῦ Φοινικικοῦ ἀλφαβήτου, καθὼς καὶ τὸν τρόπο προσαρμογῆς του στὴ φωνολογία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας, δίδεται ἀπὸ τὸν R. Woodard [Phoinikeia Grammata: An Alphabet for the Greek Language, στό: Bakker, E. (ed.), A Companion to the Ancient Greek Language. Malden: Blackwell, 2010, 25-46). Κατὰ τὸν Sir Arthur Evans « γραφὴ τῆς Κρήτης εἶναι ἡ μήτηρ τῆς Φοινικικῆς» (Scripta Minoa, I, Ὀξφόρδη 1909, 89, 92, 94), ἐνῶ κατὰ τὸν René Dussaud «οἱ Φοίνικες εἶχαν παραλάβει πρωιμότατα τὸ ἀλφάβητόν των παρὰ τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες εἶχαν διαμορφώσει τοῦτο ἐκ τῆς Κρητο-Μυκηναϊκῆς γραφῆς» (Liddell-Scott, Διόδωρος Σικελιώτης, ἀλλὰ καὶ Βλαδίμηρος Γκεόργκιεφ, Προβλήματα τῆς Μινωικῆς Γλώσσας, Σόφια 1953). Τὸ Φοινικικὸ δὲν εἶναι ἀλφάβητο ἀλλὰ «συλλαβάριο» χωρὶς φωνήενταμὲ 22 σύμφωνα καὶ χωρὶς τὰ σύμφωνα Ξ, Φ, Ψ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ Κέντρο τοῦ Πανεπιστημίου Irvine TLG (Thesaurus Linguae Graecae) ὁ Κρητικὸς ἱστορικὸς Δωσιάδης (συγγράψας τὴν τοπικὴ ἱστορία τῆς Κρήτης) ἀναφέρει ὅτι τὸ ἀλφάβητο εὑρέθη ἀπὸ τοὺς Κρήτας.

Βάσει ἱστορικῶν δεδομένων, ἐπιγραφῶν καὶ πολλῶν ἀναφορῶν σὲ (γνωστὰ) κείμενα ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων, ἔχει ὑποστηριχθεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ κοινότητα ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γραφή, ὑπὸ μορφὴν σημάτων, ὑπῆρχε ἴσως πρὶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου (δὲν ἐννοοῦμε τὴ γραμμικὴ Α ἢ Β, οὔτε βεβαίως τὴν ἀρχαιότερη Κρητικὴ μέσῳ ἰδεογραμμάτων ἱερογλυφικὴ γραφή). Παραδείγματος χάριν, στὴν Ἰλιάδα (περιγράφουσα τὸν Τρωικὸ Πόλεμο) ὁ Ὅμηρος, ἀναφερόμενος στὸν Βελλεροφόντη, γράφει «σήματα λυγρὰ γράψας ἐν πίνακι πτυκτῷ θυμοφθόρα πολλὰ» (ἐπιστολὴ Προίτου πρὸς τὸν πενθερό του, τὸν Ἰοβάτη, Ζ 169). Ἐπίσης ὁ Ὅμηρος, κατὰ τὸν φιλόλογο καὶ ἱστορικὸ Ἡσύχιο τὸν Μιλήσιο (6ος αἰ. μ.Χ.), ἔγραψε τὴν Ἰλιάδα «οὐχ ἅμα οὐδὲ κατὰ τὸ συνεχές, καθάπερ σύγκειται, ἀλλ’ αὐτὸς μὲν ἑκάστην ραψῳδίαν γράψας καὶ ἐπιδειξάμενος ἐν τῷ περινοστεῖν τὰς πόλεις τροφῆς ἕνεκεν ἀπέλιπεν...» (Λεξικὸ Σούδα ἢ Σουΐδα).

Ὁ Γεώργιος Μιστριώτης (μνημονευόμενος γιὰ λόγους ἱστορικοὺς) ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἀπολλόδωρος (180-110 π.Χ.) μᾶς γνωρίζει ὅτι ὁ Οἴαξ, κατὰ τὸν Τρωικὸ Πόλεμο, ἔγραψε τὴν εἴδηση τοῦ θανάτου τοῦ ἀδελφοῦ του, τοῦ Παλαμήδη[3], ἐπάνω σὲ πηδάλιο, τὸ ὁποῖο τὰ θαλάσσια κύματα μετέφεραν στὸν πατέρα τους, τὸν Ναύπλιο. Σχετικὴ ἀναφορὰ γίνεται καὶ ἀπὸ τὸ Λεξικὸ Σούδα ἢ Σουΐδα στὸ λῆμμα «Παλαμήδης»: «ὥσπερ Οἴαξ τῷ Ναυπλίῳ γράφει τῷ πατρὶ τὸν Παλαμήδη ἐν διαφόροις πλάταις καὶ ριπτεῖ εἰς θάλασσαν, ὥστε μιᾷ γέ τινι Ναυπλίῳ περιπεσεῖν».

Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ ἀνακοίνωση τοῦ ἐρευνητῆ Σταύρου Παπαμαρινόπουλου καὶ τῶν Ἑλλήνων συνεργατῶν του, τὴν ὁποία παρουσίασα σὲ Δημόσια Συνεδρία τῆς Ἀκαδημίας (19 Ὀκτωβρίου 2017) μὲ τίτλο «Ἀστρονομικὲς χρονολογήσεις τοῦ τέλους τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου καὶ τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Ὀδυσσέα» (Πρακτικὰ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, 92 Α΄, 2017, 119-142). Ἡ ἀνακοίνωση καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ τέλος τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου χρονολογεῖται πρὸ τοῦ 1200 π.Χ. Ἐὰν πράγματι ὑπῆρχε γραφὴ πρὶν ἀπὸ τὸ 1200 π.Χ., τὰ ὑποστηριζόμενα ὅτι δῆθεν οἱ Ἕλληνες πῆραν τὸ σύστημα γραφῆς (συλλαβάριο) ἀπὸ τοὺς Φοίνικες κλονίζονται.

Βεβαίως τὸ ζήτημα αὐτὸ παραμένει ἀνοικτὸ ἐλλείψει ἀποδείξεων.

Ὁ Πλούταρχος (Συμποσιακῶν Προβλημάτων Βιβλ. Ι΄, Πρόβλημα Β΄, 737-738) θεωρεῖ ἀφελὴ τὴν ἄποψη ὅτι τὸ γράμμα «ἄλφα» εἶναι Φοινικικὸ ἐκ τοῦ «Ἄλεφ» ποὺ ὀνόμαζαν τὸν βοῦν («πρῶτον τίθεσθαι τῶν ἀναγκαίων»).

Κατὰ δὲ τὸ Μέγα Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τὸ γράμμα «ἄλφα» προέρχεται ἐκ τοῦ ρήματος «ἄλφω» (= εὑρίσκω), διότι «πρῶτον γὰρ τῶν ἄλλων στοιχείων εὑρέθη», ἂν καὶ τοῦτο ἀμφισβητεῖται.

Ἡ κάθε πόλις-κράτος ἢ περιοχὴ στὸν ἀρχαϊκὸ Ἑλληνικὸ κόσμο εἶχε τὸ δικό της ἀλφάβητο (μὲ μικρὲς παραλλαγὲς ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν ἄλλων πόλεων).

Τὸ σημερινὸ Ἑλληνικὸ ἀλφάβητο εἶναι τὸ ἐπικρατῆσαν Ἰωνικὸ μὲ 24 γράμματα ἀπὸ τὸ 403 π.Χ. ἐπὶ ἄρχοντος Εὐκλείδου. Τὸ Κορινθιακὸ ἐπίσης διαθέτει 24 γράμματα, τὸ Κρητικὸ 21, τῆς Μιλήτου 24, τὸ Χαλκιδικὸ 25, ἀπὸ τὸ ὁποῖον προῆλθε τὸ σημερινὸ Λατινικὸ κατόπιν προσαρμογῆς ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ Λατίου τῆς Ἰταλίας (οἱ ὁποῖοι, ὡς φαίνεται, τὸ παρέλαβαν ἀπὸ Ἕλληνες τῆς Κύμης). Ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ ἐπίσης ἀλφάβητο προῆλθαν τὸ Ἐτρουσκικό, τὸ Κυριλλικό, τὸ ἀρχαῖο Φρυγικό, τὸ ἀλφάβητο τῆς Λυκίας, τὸ Λυδικό, τὸ Ἀρμενικό, τὸ Κοπτικό, τὸ Γοτθικὸ κ.λπ.

Οι απαρχές της Ελληνικής γραφής

Πηγὲς γιὰ τὶς ἀπαρχὲς τῆς Ἑλληνικῆς γραφῆς ὑπάρχουν πολλές, μεταξὺ τῶν ὁποίων:

1) Ἡ πινακίδα τοῦ Δισπηλιοῦ τῆς Καστοριᾶς ποὺ ἔφερε σὲ φῶς τὸ 1993 ὁ Καθηγητὴς Γ. Χουρμουζιάδης, τὴν ὁποίαν ἀρχαιομέτρες, τόσο Ἕλληνες ἀπὸ τὸ Ἐρευνητικὸ Κέντρο Δημόκριτος, ὅσο καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, χρονολόγησαν στὸ 5250 π.Χ. (ἂν καὶ τοῦτο ἀμφισβητεῖται),

2) Τὸ ὄστρακο στὴν ἐρημονησίδα Γιούρα τῶν Σποράδων, τὸ ὁποῖον εὑρῆκε ὁ ἀρχαιολόγος-σπηλαιολόγος Ἀδαμάντιος Σάμψων, Ὁμότιμος Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Αἰγαίου [βλ. Sampson, A., The Cyclops Cave on the island of Youra, στό: Greece. Mesolithic and Neolithic Networks in the Northern Aegean Basin (ed.), 2, INSTAP, Monograph Series, 2011], μὲ Ἑλληνικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 5500 π.Χ., στὴν ὁποία διακρίνονται εὐκρινῶς τὰ γράμματα Α Υ Δ, χωρὶς βεβαίως νὰ εἶναι γνωστὴ ἡ φωνητική τους ἀξία, καὶ

3) Τὸ ὄστρακο στὴν Περιοχὴ Πιλικάτα τῆς Ἰθάκης, χρονολογούμενο τὸ 2700 π.Χ.στὸ ὁποῖον ὑπάρχουν χαραγμένα συμβολικὰ σχήματα παρόμοια μὲ αὐτὰ τῶν Γραμμικῶν Γραφῶν Α καὶ Β.

Ἐν προκειμένῳ, εὔλογα τίθεται τὸ ἐρώτημα: πῶς εἶναι δυνατὸν χιλιάδες στίχων τῶν Ὁμηρικῶν ἐπῶν νὰ διατηροῦνται καὶ νὰ μεταφέρονται ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες ἀναλλοίωτοι μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια. Ὁ Καθηγητὴς Gilbert Highet δηλώνει ὅτι ἕνα ποίημα σὰν τὴν Ἰλιάδα εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶχε παραδοθεῖ χωρὶς γραφὴ (Ἡ κλασικὴ παράδοση, ἐκδ. ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 1988), ἐνῶ ὁ συγγραφέας Horst Blanck (Τὸ βιβλίο στὴν ἀρχαιότητα, ἐκδ. Παπαδήμα, Ἀθήνα 1994, 148) βεβαιώνει: «Σήμερα ἕνα μεγάλο μέρος φιλολόγων κλίνει πρὸς τὴν ὑπόθεση ὅτι ἡ σύνταξη τῶν Ὁμηρικῶν ἐπῶν εἶχε ἤδη καταστήσει ἀπαραίτητη τὴ γραπτὴ παγίωση τοῦ κειμένου... οἱ ραψωδοὶ κουβαλοῦσαν μαζί τους τὸ γραπτὸ χειρόγραφο ἀντίτυπό τους». Ἐπίσης, ἡ γνωστὴ ἑλληνίστρια Jacqueline de Romilly δηλώνει κατηγορηματικά: «Ὅμηρος καὶ γραφὴ συνυπάρχουν» (Γιατί ἡ Ἑλλάδα;, Ἀθήνα 1999, ἐκδ. Τὸ Ἄστυ, 28).

Τὸ δακτυλικὸ ἑξάμετρο στὰ Ὁμηρικὰ ἔπη βασίζεται στὴν προσωδία (μακρὰ καὶ βραχέα φωνήεντα, διπλὰ σύμφωνα, δίφθογγοι κ.λπ.). Ἡ ἄποψη ὅτι οἱ Φοίνικες δάνεισαν κάποια σύμφωνα καὶ ἀμέσως οἱ Ἕλληνες ἔγραψαν ὀρθογραφημένα τὰ ἔπη δὲν ἔχει ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα, ὅπως ἀναφέρει τὸ Λεξικὸ Σούδα ἢ Σουΐδα (βλ. «Φοινίκη πόλις»).

Χαρακτηριστικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἀμερικανοῦ ἱστορικοῦ/φιλοσόφου, συντάκτη τῆς παγκόσμιας ἱστορίας πολιτισμοῦ, William Durant: «Οἱ Φοίνικες δὲν ἦσαν οἱ ἐφευρέται τοῦ ἀλφαβήτου, τὸ κυκλοφόρησαν μόνο ἀπὸ τόπο σὲ τόπο. Τὸ ἐπῆραν ἀπὸ τοὺς Κρῆτες καὶ τὸ μετέφεραν στὴν Τύρο, στὴ Σιδώνα, στὴ Βύβλο καὶ ἄλλες πόλεις τῆς Μεσογείου. Ὑπῆρξαν οἱ “γυρολόγοι” καὶ ὄχι οἱ ἐφευρέται τοῦ ἀλφαβήτου». Ὁ ἀρχαιολόγος-ἐπιγραφικὸς Ἀπόστολος Ἀρβανιτόπουλος εἶχε δηλώσει: «Τὸ ἀλφάβητο ἐπενόησαν καὶ ἐφήρμοσαν οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες... ἐδώρισαν δὲ αὐτὸ εἰς ἅπασαν τὴν ἀνθρωπότητα ὡς κοινὸν κτῆμα αὐτῆς» (βλ. Ἐπιγραφική, ἐκδ. Κουλτούρα, 2 τεύχη, 1937-1939, ἰδίως τεῦχος 1, 16-32).

Πολὺ ἐνδιαφέρουσες εἶναι οἱ δηλώσεις τῶν πρώην Προέδρων τῆς Δημοκρατίας καὶ Ἀκαδημαϊκῶν Κ. Τσάτσου καὶ Μ. Στασινόπουλου τὸ 1986, σχετικὰ μὲ τὴν καταγωγὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου. Οἱ δύο αὐτοὶ κορυφαῖοι ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος ἐτόνισαν ὅτι «πρέπει νὰ ἀναφέρονται στὰ σχολικὰ βιβλία καὶ τὰ νεώτερα ἐπιστημονικὰ δεδομένα ποὺ προέκυψαν ἀπὸ ἀνεύρεση πανάρχαιων ἐνεπιγράφων πινακίδων στὶς ἀνασκαφὲς τῆς Κρήτης καὶ ἄλλων περιοχῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν σημεῖα προϊστορικῆς Ἑλληνικῆς γραφῆς ποὺ εἶναι πανομοιότυπα πρὸς τὰ γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου τῆς Κλασικῆς Ἑλλάδος»[4].

Ὑπάρχουν ἀρκετὲς μαρτυρίες μὲ κείμενα ἀρχαίων ἱστορικῶν καὶ συγγραφέων μεταγενέστερα τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου (π.χ. Διόδωρος Σικελιώτης), τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουν ὅτι ὑπῆρχε γραπτὴ Ἑλληνικὴ γλώσσα (διάφορος τῆς Γραμμικῆς Β) περὶ τὸ 1200 π.Χ., δηλαδὴ πρὶν ἀπὸ τὸ Φοινικικοσημιτικὸ συλλαβάριο. Ὡστόσο, τεκμήρια (π.χ. ἐπιγραφὲς) γιὰ τὴν ὕπαρξη Ἑλληνικῆς γραφῆς ποὺ ἀνάγεται σ’ αὐτὴν τὴν περίοδο δὲν ὑπάρχουν.

Πάντως, χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἀρχαιολόγου καὶ Ἀκαδημαϊκοῦ Σπυρίδωνος Μαρινάτου σὲ ἐπιστημονικὴ ἀνακοίνωσή του γιὰ τὴ μυκηναϊκὴ γραφὴ ὅτι «ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο κεφαλαιώδη ἀξιώματα τῆς ἐπιστήμης, καταπίπτουν ἀποτόμως καὶ ἀντιθέτως στηρίζονται νέαι ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου οὐδεὶς θὰ ἐτόλμα νὰ προβάλῃ» (Καδμήια γράμματα, στό: Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, περ. Β΄, τόμ. 6, 1955-1956, 531-541).

Γι’ αὐτὴν τὴν ἀσύγκριτης τελειότητας γλώσσα ποὺ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι κακοποιήσαμε, ἐνῶ γιὰ τοὺς ξένους ἑλληνιστὲς καὶ γλωσσολόγους ἀποτελεῖ ἀντικείμενο θαυμασμοῦ καὶ μελέτης, χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ δήλωση τοῦ διακεκριμένου ἑλληνιστοῦ Καθηγητοῦ στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης Gilbert Murray (1866-1957): «[...] μία σκέψη μπορεῖ νὰ διατυπωθεῖ μὲ ἄνεση καὶ χάρι στὴν Ἑλληνική, ἐνῶ γίνεται δύσκολη καὶ βαριὰ στὴ Λατινική, Ἀγγλική, Γαλλική, Γερμανική. Ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι ἡ τελειότερη γλώσσα, ἐπειδὴ ἐκφράζει τὶς σκέψεις τελειοτέρων ἀνθρώπων». Ὁ διακεκριμένος ἑλληνιστὴς καὶ γλωσσολόγος Ἱσπανὸς Καθηγητὴς κ. F. R. Adrados, ἐκδότης τοῦ Ἀρχαιο-Ἑλληνο-Ἱσπανικοῦ Λεξικοῦ καὶ ξένος ἑταῖρος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ἔχει ἐπανειλημμένα δηλώσει ὅτι οἱ Δυτικοευρωπαϊκὲς γλῶσσες εἶναι ἡμιελληνικὲς ἢ κρυπτοελληνικές[5].

Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος (2ος αἰ. π.Χ.) θεωρεῖται ὅτι πρῶτος ἐπενόησε καὶ ἐφήρμοσε τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα.

Στὸν «δίσκον τῆς Φαιστοῦ», χρονολογούμενον περίπου στὸ 1700 π.Χ. (ὁ ὁποῖος εὑρέθη στὴν Κρήτη καὶ δὲν ἔχει ἀποκρυπτογραφηθεῖ μέχρι σήμερα), φαίνονται εὐκρινῶς «τυπωμένα» τὰ γράμματα Β Γ Λ Υ. Οἱ Michael Ventris καὶ John Chadwick[6] ὑπεστήριξαν γιὰ πρώτη φορὰ ὅτι οἱ πινακίδες «ἀπὸ ψημένο πηλό, ἀπὸ τὴ δεύτερη χιλιετία π.Χ., οἱ ὁποῖες βρέθηκαν στὴν Πύλο, στὴν Κνωσό, στὶς Μυκῆνες καὶ ἄλλα μέρη[7], περιεῖχαν Ἑλληνικὰ ἔγγραφα ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα Μυκηναϊκὰ Βασίλεια». Τὰ Μυκηναϊκά, ὅπως πρόσφατα ἐτόνισε ὁ κ. F. R. Adrados (ἐν συνεχείᾳ ἄλλων), ἦταν Ἑλληνικά, γραμμένα μὲ τὴ βοήθεια μιᾶς ἀρχαίας συλλαβικῆς γραφῆς ποὺ στὴ συνέχεια ξεχάστηκε.

Ἐπίσης, σὲ ὁμιλία του στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν (8-10 Μαρτίου 2013) ὁ διακεκριμένος Αὐστριακὸς γλωσσολόγος καὶ μυκηνολόγος κ. Oswald Panagl[8] ἀνέφερε ὅτι οἱ ὡς ἄνω πινακίδες (Κνωσοῦ, Πύλου, Μυκηνῶν) ἦταν γραμμένες σὲ μία ἀρχέγονη παραλλαγὴ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, 500 χρόνια προγενέστερης τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος τῶν Ὁμηρικῶν ἐπῶν. Συνεπῶς, ἡ χρονολογία τους ἀνάγεται περὶ τὸ 1300 π.Χ. Πρόσφατα στὴν Ἴκλαινα τῆς Μεσσηνίας (14 χλμ. ἀπὸ τὴν Πύλο) ὁ ἀρχαιολόγος κ. Μιχαὴλ Κοσμόπουλος, Καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Μιζούρι τῶν ΗΠΑ (ὑπεύθυνος ἀνασκαφῶν ἀπὸ τὸ 1998 στὸν χῶρο αὐτό), βρῆκε «μέσα σὲ μπάζα καὶ σκουπίδια» τὴν ἀρχαιότερη μέχρι σήμερα πήλινη πινακίδα Γραμμικῆς Β, χρονολογούμενη μεταξὺ 1450 καὶ 1400 π.Χ. (ἄποψη τοῦ J. T. Hooker: βλ. ὑποσημ. 7), ὅπως μοῦ ἐγνώρισε μὲ σχετικὴ ἐπιστολή του[9]. Πάντως, ἡ ἀρχαιότερη ἀλφαβητικὴ ἐπιγραφὴ χαραγμένη σὲ πήλινο ἀγγεῖο στὴν «Οἰνοχόη τοῦ Διπύλου» εἶναι τοῦ 8ου αἰ. π.Χ.: «ΗΟΣ ΝΥΝ ΟΡΧΕΣΤΟΝ ΠΑΝΤΟΝ ΑΤΑΛΟΤΑΤΑ ΠΑΙΖΕΙ, ΤΟ ΤΟΔΕ ΚΑΝ ΜΙΝ... (ὃς νῦν ὀρχηστῶν πάντων ἀταλώτατα παίζει τῷ τόδε...)». Ὑπάρχουν πολλὲς προτεινόμενες ἑρμηνεῖες (τουλάχιστον 20) τῆς ἐπιγραφῆς αὐτῆς μὲ δυσανάγνωστα τὰ τελευταῖα γράμματα (Binek, N., The Dipylon Oinochoe Graffito: Text or Decoration?, Hesperia, 86, 2017, 423-442). Τῆς ἰδίας περίπου ἐποχῆς ἀλλὰ ἐκτὸς Ἑλλαδικοῦ χώρου εἶναι, ὅπως μοῦ ἐγνώρισε Καθηγητὴς Γλωσσολογίας κ. Χρ. Χαραλαμπάκης, ἐπιγραφὴ ποὺ βρέθηκε τὸ 1953 στὶς Πιθηκοῦσες τῆς Ἰταλίας (Νέστορος ποτήριον).

Ὡστόσο, ὑπὸ τὸ φῶς τῶν προεκτεθέντων, ἐπιγραφὴ αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀρχαιότερη. Λαμβάνοντας ὑπόψη ὅτι μέχρι σήμερα ποσοστὸ μικρότερο τοῦ 5% τῆς Ἑλληνικῆς Γραμματείας ἔχει γίνει γνωστόν, εἶναι εὔλογο νὰ ἀναμένει κανεὶς ὅτι στὸ μέλλον νεώτερα εὑρήματα θὰ φέρει σὲ φῶς ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη. Γιὰ τὴ μὴ ὕπαρξη Ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου αἰῶνες προγενέστερα τοῦ 8ου αἰ. π.Χ. εἶχε ἐκφράσει τὴν ἀπορία του ὁ Michael Ventris, κατὰ τὸν βιογράφο του Andrew Robinson (Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀποκρυπτογράφησε τὴ Γραμμικὴ Β: ἡ ἱστορία τοῦ Μάικλ Βέντρις, ἐκδ. Πατάκης, Ἀθήνα 2005).

Κατὰ τὸν γλωσσολόγο Καθηγητὴ στὸ Πανεπιστήμιο Charles Sturt τῆς Αὐστραλίας κ. Γεώργιο Καναράκη[10], βάσει τῆς ἱστορικοσυγκριτικῆς γλωσσολογίας «ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἀνήκει σὲ καμμία ἀπὸ τὶς γλωσσικὲς ὁμάδες τῆς Ἰνδοευρωπαϊκῆς οἰκογενείας καὶ συνεπῶς κατατάσσεται ὡς μεμονωμένη γλώσσα (isolate) μέσα στὸ πλαίσιο τῆς ὁμογλωσσίας αὐτῆς».

Αὐτὸ βεβαίως δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ δὲν ἀνήκει στὴν εὐρύτερη Ἰνδοευρωπαϊκὴ οἰκογένεια γλωσσῶν, οἱ ὁποῖες μπορεῖ μεταξύ τους νὰ ἀπέχουν χρονικὰ πολλοὺς αἰῶνες. Οἱ δύο ἀρχαιότερες καὶ σημαντικότερες γλῶσσες τῆς ὁμογλωσσίας αὐτῆς ἀπὸ πλευρᾶς Γραμματείας, γραμματικῆς καὶ συντακτικῆς δομῆς εἶναι ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ (ἐπιβιώνουσα σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου μέχρι σήμερα) καὶ ἡ Σανσκριτικὴ (ἀρχαία Ἰνδικὴ ποὺ ὁμιλεῖτο στὴ μικρὴ ἱερὰ πόλη τῶν Ἰνδιῶν Μπενάρες). Ἡ Ἑλληνικὴ ἀποτελεῖ φαινόμενο συνέχειας καὶ διαχρονίας, ἀφοῦ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν λέξεων τοῦ Ὁμηρικοῦ λεξιλογίου ἐπιβιώνει μέχρι σήμερα περίπου τὸ ἕνα τρίτο. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἄλλοτε ἐπικεφαλῆς τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν ἀείμνηστος Καθηγητὴς Νικόλαος Ἀνδριώτης στὸ Λεξικὸν τῶν Ἀρχαϊσμῶν τῶν Νεοελληνικῶν Διαλέκτων (Nikolaos Andriotis, Lexikon der Archaismen in neugriechischen Dialekten, Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien 1974) λημματογραφεῖ 6.718 ἀρχαῖες λέξεις ποὺ ἀκόμα καὶ σήμερα χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ ἁπλοὺς ἀνθρώπους τῆς ὑπαίθρου. 

Ἐπίσης, ὁ ἐπιφανὴς Καθηγητὴς Γλωσσολογίας καὶ Ἰνδικῆς Φιλολογίας, Ἀκαδημαϊκὸς Γεώργιος Χατζιδάκις (1848-1941), γνωστὸς ὡς πατέρας τῆς Γλωσσολογίας στὴν Ἑλλάδα, ἀπέδειξε ὅτι ἀπὸ τὶς περίπου 4.900 λέξεις τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐπιβιώνουν μέχρι σήμερα περίπου οἱ μισές. Στὴ Σανσκριτικὴ γλώσσα ἔχουν γραφεῖ τὰ ἀρχαιότερα κείμενα τῆς Ἰνδικῆς Γραμματείας[11] (ὅπως οἱ ἱεροὶ ὕμνοι τῶν Βεδῶν περὶ τὸ 1400 π.Χ.). Ὁ διάσημος Γερμανὸς γλωσσολόγος Franz Bopp (συντάκτης τῆς Συγκριτικῆς Γραμματικῆς 1833-1852) ἐρεύνησε διεξοδικὰ τὴ συγγένεια τῆς Σανσκριτικῆς μὲ τὴν Ἑλληνικὴ καὶ ἄλλες γλῶσσες, καταλήγοντας στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ καταγωγὴ ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ Ἰαπετική, πράγμα ὅμως ποὺ ἔχει ἀμφισβητηθεῖ. Ἐπίσης ὑπάρχουν ἀντιτιθέμενες ἀπόψεις ὡς πρὸς τὸ κατὰ πόσο ἡ Ἑλληνικὴ ὑπερτερεῖ τῆς Σανσκριτικῆς. Σημειωθήτω ὅτι τὰ πρῶτα ἐπιγραφικὰ μνημεῖα ποὺ ἔφερε σὲ φῶς ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη στὶς Ἰνδίες εἶναι τὰ περίφημα διατάγματα τοῦ Ἀσόκα τοῦ 3ου αἰ. π.Χ.

Ὁ κορυφαῖος διεθνῶς γλωσσολόγος-ἑλληνιστὴς κ. F. R. Adrados, σὲ ἀνακοίνωσή του στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν (8-10 Μαρτίου 2013, βλ. ὑποσημ. 5), εἶπε ὅτι τοὺς Μινωίτες «δὲν ξέρουμε πῶς νὰ [τοὺς] ὁρίσουμε μὲ ἀκρίβεια, ἀλλὰ Ἰνδοευρωπαῖοι δὲν ἦταν - δὲν ἦταν Εὐρωπαῖοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔγραψαν τὸν “δίσκο τῆς Φαιστοῦ”, οὔτε αὐτοὶ ποὺ ἔγραψαν τὴ Μυκηναϊκὴ γραφή». Ἡ ἐπικρατοῦσα ἄποψη, ἀντίθετη ἐκείνης τοῦ Sir Arthur Evans (κατὰ τὴν ὁποία Λίβυοι καὶ Αἰγύπτιοι μετανάστευσαν στὴν Κρήτη ἀναπτύξαντες τὸν Μινωικὸ πολιτισμό), εἶναι ὅτι οἱ Μινωίτες δὲν ἀνήκουν στοὺς γλωσσικὰ Ἰνδοευρωπαϊκοὺς πληθυσμοὺς ποὺ ἐποίκισαν τὴν Εὐρώπη κατὰ τὴ Νεολιθικὴ ἐποχή. Πάντως, ἡ ἐρευνητικὴ ὁμάδα τοῦ Καθηγητοῦ Γενετικῆς καὶ Ἰατρικῆς Γενετικῆς στὸ Πανεπιστήμιο G. Washington Γεωργίου Σταματογιαννόπουλου (εἰδικευθεῖσα στὸ aDNA - ancient DNA), σὲ συνεργασία μὲ Ἕλληνες καὶ ξένους ἐπιστήμονες διαφόρων εἰδικοτήτων, ἀπομόνωσε DNA ἀπὸ Μινωικὰ ὀστικὰ ὑπολείμματα 4.000 χρόνων καὶ καθόρισε τοὺς πολυμορφισμοὺς τοῦ μιτοχονδριακοῦ DNA, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πληθυσμοῦ (Ἡ καταγωγὴ τῶν Μακεδόνων. Ἱστορία, Γενετικὴ καὶ τὸ διαδίκτυο, Πρακτικὰ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, 85 Α΄, 2010, 267-290). Ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρουσα εἶναι πρόσφατη δημοσίευση τοῦ ἰδίου καὶ συνεργατῶν του μὲ τίτλο «Ἡ Πληθυσμιακὴ Γενετικὴ καὶ ἡ θεωρία περὶ δῆθεν ἀφανισμοῦ τῶν Ἑλλήνων τῆς Πελοποννήσου κατὰ τὸν Μεσαίωνα» ποὺ ἀνακοίνωσα στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν στὶς 27 Ἀπριλίου 2017 (Πρακτικὰ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, 92 Α΄, 109-114), μὲ τὴν ὁποία ἀποδεικνύετο ὅτι ἡ Πληθυσμιακὴ Γενετικὴ μπορεῖ νὰ διευκρινίσει σημαντικὰ θέματα καταγωγῆς καὶ ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπινου πληθυσμοῦ. Ἰνδοευρωπαῖοι, Ἀρχαιογενετικὴ καὶ Γενετικὴ τῶν Ἑλλήνων

Ὁ ὅρος Ἰνδοευρωπαῖοι εἰσήχθη τὸ 1813 ἀπὸ τὸν Βρετανὸ γλωσσολόγο, ἰατρὸ καὶ φυσικὸ Thomas Young (1773-1829). Ἀξίζει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι ἡ Ἰνδοευρωπαϊκὴ ὁμογλωσσία δὲν σημαίνει κατ’ ἀνάγκην ὁμοεθνία, δηλαδὴ τὴν ὕπαρξη Ἰνδοευρωπαϊκῆς φυλῆς (ἢ φυλῶν). Ἐπίσης, ἡ ἔνταξη μιᾶς γλώσσας στὴν Ἰνδοευρωπαϊκὴ οἰκογένεια δὲν ἀποτελεῖ ἔνδειξη ἢ πληροφόρηση γιὰ τὴν ὕπαρξη ὁμιλούσης αὐτὴν φυλῆς. Ὡς φυλὴ ὁρίζεται ὁμάδα ἀνθρώπων μὲ ἕνα σύνολο κληρονομουμένων κοινῶν φαινοτυπικῶν χαρακτηριστικῶν, ἐνῶ ὡς ἔθνος ὁρίζεται ἕνα σύνολο ἀνθρώπων μὲ κοινὰ χαρακτηριστικὰ ὅπως τὴ γλώσσα, τὸν πολιτισμό, τὴ θρησκεία. Στὸ βιβλίο του In search of the Indo-Europeans. Language, Archaeology and Myth (London 1989, 317-322) ἐπιφανὴς Ἰρλανδὸς γλωσσολόγος κ. Jim P. Mallory, μέλος τῆς Βασιλικῆς Ἀκαδημίας τῆς Ἰρλανδίας, ἀναφερόμενος στὴν ἔννοια τῆς φυλετικῆς ἀνωτερότητας ποὺ χρησιμοποίησαν οἱ Ἐθνικοσοσιαλιστὲς στὴ Γερμανία, παρατηρεῖ ὅτι: «[...] θὰ ἦταν λάθος νὰ φανταστοῦμε ὅτι αὐτὴ ἡ γελοία ἰδεολογία γιὰ τοὺς Ἰνδο-Εὐρωπαίους ἤ, ὅπως ἦταν γνωστότεροι τότε, τοὺς Ἄρειους ἦταν ἁπλῶς δημιούργημα μιᾶς χούφτας Ναζί». Σὲ σχετικὰ πρόσφατη μάλιστα ἐπικοινωνία μου[12] μὲ τὸν κ. J. Mallory ὁ τελευταῖος βεβαιώνει καὶ πάλι ὅτι ἡ ἔννοια περὶ ρατσισμοῦ ἦταν παλαιότερη ἀπὸ τοὺς Ναζὶ (οἱ ὁποῖοι ἀργότερα τὴν ἐκμεταλλεύθησαν).

Γιὰ τὴν προέλευση τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἄξιο ἰδιαίτερης μνείας τὸ σημαντικὸ καὶ ἐκτεταμένο ἐρευνητικὸ ἔργο, μισοῦ καὶ πλέον αἰώνα, τοῦ γνωστοῦ ἀνθρωπολόγου (καὶ βιολόγου) Ἄρη Πουλιανοῦ, μὲ τὸ ὁποῖον ἀντικρούει τὴ θεωρία Φαλμεράιερ ὑποστηρίζοντας μεταξὺ ἄλλων: «Οἱ Ἕλληνες, ἀπὸ ἱστορικὴ ἄποψη, εἶναι αὐτόχθονες καὶ δὲν ἤλθανε στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ἀλλοῦ [...]». Σὲ ἀνάλογα συμπεράσματα κατέληξε καὶ ἡ πρόσφατη διεπιστημονικὴ ἔρευνα γιὰ τὴ γενετικὴ σύσταση τῶν Ἑλλήνων καὶ ἄλλων λαῶν μὲ βάση σύγχρονες μεθόδους Γενετικῆς (DNA) ποὺ πραγματοποίησαν ἀπὸ κοινοῦ τὰ Πανεπιστήμια Παβίας (Ἰταλία), Stanford (ΗΠΑ), Βαγδάτης, ἄλλα ἐρευνητικὰ κέντρα, καθὼς καὶ τὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ὑπὸ τὸν Καθηγητὴ Γενετικῆς καὶ Μοριακῆς Βιολογίας κ. Κωνσταντῖνο Τριανταφυλλίδησυγγραφέα πολὺ ἀξιόλογου σχετικοῦ πονήματος[13]. Γιὰ τὴν κατανόηση τῶν συμπερασμάτων τῆς ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρουσας αὐτῆς ἔρευνας ἀπαιτοῦνται γνώσεις Γενετικῆς, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ διαφόρους γενετικοὺς δεῖκτες ἀνίχνευσης τῆς βιολογικῆς ἱστορίας, προέλευσης καὶ μετανάστευσης ἀνθρωπίνων πληθυσμῶν. Γιὰ τὸ ἐξειδικευμένο αὐτὸ θέμα τῶν γενετικῶν δεικτῶν θὰ ὑπάρξει στὸ μέλλον σχετικὴ ἀνακοίνωση.

Ἡ προφορικὴ Ἑλληνικὴ γλώσσα, κατὰ τὸν διάσημο ἀρχαιολόγο Colin Renfrew (τὴν ὁποία ἀπεκάλεσε Πρωτοελληνική, Protogreek) καὶ τοὺς Gray et al[14], ἄρχισε νὰ διαμορφώνεται στὸν Ἑλλαδικὸ γεωγραφικὸ χῶρο πρὶν ἀπὸ 6.500 χρόνια.

Σύμφωνα μὲ τὴν «ὑπόθεση τῆς Ἀνατολίας» τοῦ C. Renfrew, ποὺ ὑποστηρίχθηκε ἀπὸ τὸν Gray καὶ τοὺς συνεργάτες του, οἱ Νεολιθικοὶ γεωργοὶ τῆς Ἀνατολίας ἦσαν οἱ Πρωτοϊνδοευρωπαῖοι ποὺ ἔφεραν τὴν Ἰνδοευρωπαϊκὴ οἰκογένεια γλωσσῶν στὴν Εὐρώπη πρὶν ἀπὸ περίπου 8.700 χρόνια.

Πάντως, σχετικὰ πρόσφατες ἔρευνες (Soares, P. - Achilli, A. et al.: Curr. Biol. 20, R174-R183, 2010 καὶ Herrera, K. - Lowery, R. et al.: Eur. J. Hum. Genet. 20, 313-320, 2012) ἔδειξαν ὅτι «ὑπόθεση τῆς Ἀνατολίας» τῶν Renfrew καὶ Gray (γιὰ τὴν καταγωγὴ καὶ διασπορὰ τῆς Ἰνδοευρωπαϊκῆς οἰκογένειας γλωσσῶν ἀπὸ τὴν Ἀνατολία) εἶναι λιγότερο πειστικὴ σήμερα, πράγμα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ κοιτίδα τῆς Πρωτοϊνδοευρωπαϊκῆς πληθυσμιακῆς ὁμάδος, ἡ ὁποία διέδωσε τὴν Ἰνδοευρωπαϊκὴ ὁμογλωσσία, ἀπαιτεῖ περαιτέρω ἔρευνα.

Ἐπίσης, ὁ ἐπιφανὴς Καθηγητὴς Γλωσσολογίας κ. J. Mallory μοῦ ἐγνώρισε τὰ ἑξῆς: «Δὲν πιστεύω στὴν ὕπαρξη Ἰνδοευρωπαϊκῆς φυλῆς. Ὁ ὅρος Ἰνδοευρωπαϊκὸς εἶναι καθαρῶς γλωσσικὸς καὶ δὲν σημαίνει ὁποιονδήποτε ἰδιαίτερο φυσικὸ τύπο. [...] μπορεῖ κανεὶς νὰ κάνει χρήση ἀποδείξεως μὲ τὸ ἀρχαῖο DNA γιὰ νὰ ἀνιχνεύσει ἀνθρώπινες μεταναστεύσεις ἀπὸ μιὰ περιοχὴ σὲ ἄλλη». Πολὺ ἐνδιαφέρουσα εἶναι καὶ ἡ σχετικὴ δημοσίευσή του[15]. Συναφεῖς εἶναι καὶ δύο μείζονος σημασίας ἐργασίες στὸ ἐπιστημονικὸ περιοδικὸ Nature (Nat: Article 2011, and Nat: Letter 2015) σχετικὲς μὲ ἀπόδειξη μέσῳ ἀρχαίου DNA γιὰ ἐπεκτάσεις πληθυσμῶν ἀπὸ τὶς Ρωσικὲς στέπες τόσον δυτικὰ πρὸς τὴν Κεντρικὴ καὶ Δυτικὴ Εὐρώπη ὅσον καὶ Ἀνατολικὰ διὰ μέσου τῶν Ἀσιατικῶν στεπῶν. «Αὐτὴ ἡ γενετικὴ ὑπογραφὴ (signature) καθ’ ἑαυτὴν φαίνεται νὰ εἶναι ἕνα μεῖγμα τοπικῶν πληθυσμῶν ἀπὸ τὶς στέπες καὶ γενετικοῦ τύπου, ὁ ὁποῖος τώρα εἶναι πολὺ τυπικὸς στὴ σύγχρονη Ἀρμενία. Ἡ Ἑλλάδα μέχρι τώρα δὲν ἀπετέλεσε καὶ μεγάλο μέρος αὐτῆς τῆς ἔρευνας καὶ ὑποθέτω», συνεχίζει ὁ κ. J. Mallory, «ὅτι αὐτὸ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ἐργαστήρια δὲν ἔχουν ἀκόμη πρόσβαση σὲ κατάλληλα δείγματα ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ ἐποχὴ τοῦ Χαλκοῦ. Γενικῶς, ὑποθέτω ἐπίσης ὅτι, ἂν ὑπάρξει γενετικὴ ὑπογραφὴ μεταναστεύσεων πρὸς τὴν Ἑλλάδα (μετὰ τὴ Νεολιθικὴ ἐποχή), αὐτὴ δὲν θὰ εἶναι πολὺ μεγάλη, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν πληθυσμὸ ποὺ ἦταν ἤδη ἐγκατεστημένος στὴν Ἑλλάδα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Νεολιθικῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία (ὑπογραφὴ) φαίνεται νὰ μοιάζει πολὺ μὲ ἐκείνη τῆς γειτονικῆς Ἀνατολῆς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Νεολιθικῆς ἐποχῆς».

Οἱ δύο τελευταῖες ἐρευνητικὲς ἐργασίες στὸ ἔγκριτο περιοδικὸ Nature ἐπιβεβαιώνουν σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴ γνωστὴ ὑπόθεση τῆς Λιθουανῆς ἀρχαιολόγου Marija Gimbutas (1973, 1997) κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἰνδοευρωπαϊκὴ γλώσσα μιλήθηκε τὸ πρῶτο ἀπὸ ἕναν ἡμινομαδικὸ λαὸ ἀπὸ πολεμιστὲς-ἱππεῖς καὶ βοσκοὺς ποὺ ἔκτιζαν ταφικοὺς τύμβους, τὰ Κουργκάν, στὰ ὁποῖα συνήθως ἦταν θαμμένοι ἕνας ἄνδρας μὲ τὸν ἵππο του (βλ. καὶ Mirabal, S. et al.: Eur. J. Hum. Genet., 17, 2009, 1260-1273). κοιτίδα ἦταν στὴν περιοχὴ τοῦ Βορείου Πόντου, στὶς στέπες τῆς Νοτίου Ρωσίας-Οὐκρανίας καὶ τοῦ Ἀνατολικοῦ Καζακστάν. Σημειωθήτω ὅτι πολιτισμὸς τῶν τύμβων ἀναπτύχθηκε περὶ τὸ 5000 π.Χ. Κατὰ τὴ θεωρία αὐτή, ἡ ἐξημέρωση τοῦ ἵππου καὶ ἡ κατασκευὴ ἁρμάτων (ὀχημάτων μὲ τροχοὺς) συρομένων ἀπὸ ἵππους ἔδωσαν τὴ δυνατότητα πρὶν ἀπὸ 5.000-4.000 χρόνια μετακινήσεως πληθυσμιακῶν ὁμάδων πρὸς τὴν Κεντρικὴ καὶ Βόρεια Εὐρώπη, τὴν Κεντρικὴ Ἀσία, τὴν Ἰνδία καὶ τὴν Ἀνατολία, στὶς περιοχὲς τῶν ὁποίων μετέφεραν τὴ γλώσσα καὶ τὸν πολιτισμό τους[16]. Ἡ Ἰνδοευρωπαϊκή, δηλαδή, οἰκογένεια γλωσσῶν θὰ πρέπει νὰ ἔχει ἡλικία ὄχι παλαιότερη τοῦ 5500 π.Χ. Οἱ ἀνωτέρω πληθυσμιακὲς ὁμάδες, φορεῖς τοῦ πολιτισμοῦ τῶν τύμβων, ἦρθαν σὲ ἐπαφὴ μὲ προελληνικὰ «φύλα» τοῦ εὐρύτερου Ἑλλαδικοῦ κόσμου γύρω στὸ 2200 π.Χ., ἀφομοιώνοντας τοὺς αὐτόχθονες κατοίκους γλωσσικὰ καὶ πολιτισμικά, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκύψουν τὰ διάφορα ἑλληνικὰ «φύλα», δηλαδὴ οἱ Αἰολεῖς, οἱ Ἴωνες, οἱ Δωριεῖς, μὲ τὶς ἀντίστοιχες διαλέκτους (Αἰολική, Ἰωνική, Δωρική). Πάντως, κατὰ τὴ θεωρία τῆς Μ. Gimbutas, ἡ ἐπέκταση καὶ πρὸς τὴ ΝΑ Εὐρώπη, στὴ Βαλκανικὴ χερσόνησο καὶ τέλος πρὸς τὴν Ἑλλάδα γύρω στὸ 2200 π.Χ. δὲν ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὶς δύο προαναφερθεῖσες ἐργασίες στὸ περιοδικὸ Νature, διότι, ὅπως ἀναφέρει ὁ κ. J. Mallory, τὰ γενετικὰ δείγματα τῆς ἔρευνας αὐτῆς γιὰ τὴν Ἑλλάδα ἦσαν πολὺ λίγα. Ὡστόσο, σύμφωνα μὲ τὶς δύο τελευταῖες ἐργασίες στὸ Nature, οἱ σημερινοὶ Εὐρωπαϊκοὶ πληθυσμοὶ -τουλάχιστον στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη - ἔχουν μερικὴ προέλευση ἀπὸ πληθυσμοὺς ὡς τοὺς Yamnaya τῆς ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ ἀπὸ τὴν Εὐρωπαϊκὴ στέπα[17]. Ἡ πρόσμιξη ποὺ ἔγινε περὶ τὸ 2500 π.Χ. δὲν γνωρίζουμε πότε ἔλαβε χώρα στὴν Ἑλλάδα. Ὅπως δὲ μοῦ ἐγνώρισε ὁ γενετιστὴς στὸ Πανεπιστήμιο Harvard δρ. Ἰωσὴφ Λαζαρίδης[18]ἂν καὶ μέχρι σήμερα ὑπάρχοντα γενετικὰ εὑρήματα ὑποστηρίζουν τὴν προέλευση τουλάχιστον κάποιων Ἰνδοευρωπαϊκῶν γλωσσῶν, τὸ ζήτημα τῆς ἐμφάνισης τῆς Πρωτο-Ἑλληνικῆς γλώσσας στὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο παραμένει ἀνοικτό. Προσέθεσε δὲ ὁ κ. Λαζαρίδης ὅτι μετὰ ἀπὸ ἕνα-δύο χρόνια θὰ ὑπάρξουν γενετικὰ εὑρήματα αDNA, διότι ἔχει γίνει ἐφικτὴ ἡ μελέτη τοῦ αDNA καὶ σὲ σχετικῶς θερμὰ κλίματα.

Ὡστόσο, ἄξια μνείας εἶναι μία σχετικὰ πρόσφατη καὶ ἐκτεταμένη ἔρευνα τεσσάρων ἐρευνητῶν[19] (Chang et al. 2015), τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Καλιφόρνιας Berkeley, δημοσιευθεῖσα στὸ διεθνοῦς κύρους περιοδικὸ Language, ὑποστηρίζουσα ὅτι ἡ Πρωτο-Ἰνδο-Εὐρωπαϊκὴ γλώσσα δὲν διαδόθηκε ἀπὸ τὴν Ἀνατολία τὴν περίοδο 9500-8000 π.Χ. (ὑπόθεση Ἀνατολίας C. Renfrew 1987), ἀλλὰ ἀπὸ τὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς στέπας Πόντου - Κασπίας τὴν περίοδο 6500-5500 π.Χ. [ὑπόθεση στέπας: Μ. Gimbutas (1973, 1997), J. Mallory (1989)]. Στὸ συμπέρασμα αὐτὸ καταλήγουν οἱ ἐρευνητὲς αὐτοὶ ἐφαρμόζοντες τὴν περιορισμένης γενεαλογίας (στατιστικὴ) φυλογενετικὴ ἀνάλυση (ἄσχετη πρὸς τὴ γενετικὴ τοῦ DNA) μὲ τὴ χρήση διαφόρων μαθηματικῶν μοντέλων.


Επίλογος

 

Μὲ βάση τὰ προεκτεθέντα μποροῦμε νὰ καταλήξουμε στὰ ἀκόλουθα συμπεράσματα:

1. Ὁ Πλάτων ἔθεσε σὲ πρώτη μορφὴ τὶς βάσεις τῆς Ἐτυμολογίας τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας, ἡ ὁποία εἶναι κατ’ ἐξοχὴν νοηματικὴ (ἐννοιολογική), δηλαδὴ ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξὺ τῶν λέξεων καὶ τῆς ἐτυμολογικῆς σημασίας τους.

2. Ἔρευνες μέσῳ τοῦ αDNA ἔδειξαν ὅτι ὑπῆρξαν ἐπεκτάσεις πληθυσμιακῶν ὁμάδων ἀπὸ τὶς Ρωσικὲς στέπες τόσο Δυτικὰ (πρὸς Κεντρικὴ καὶ Δυτικὴ Εὐρώπη) ὅσο καὶ Ἀνατολικὰ τῆς Εὐρώπης μέσῳ τῶν Ἀσιατικῶν στεπῶν. Γενετικὴ ὑπογραφὴ μεταναστεύσεων πρὸς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐπιβεβαιώνεται μέχρι σήμερα, ἂν ὅμως ὑπάρξει τέτοια, κατὰ τὸν κορυφαῖο γλωσσολόγο κ. J. Mallory, θὰ εἶναι πολὺ μικρὴ ἐν σχέσει μὲ τὸν τότε ἐγκατεστημένο στὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο πληθυσμὸ αὐτοχθόνων.

3. Ὁ ὅρος «Ἰνδοευρωπαῖοι» εἶναι καθαρὰ γλωσσικὸς καὶ δὲν ὑποδηλοῖ ὁποιονδήποτε φυλετικὸ τύπο ἀνθρώπου. Ἡ ὕπαρξη Ἰνδοευρωπαϊκῆς φυλῆς ἀμφισβητεῖται ἐντόνως ἀπὸ κορυφαίους εἰδικοὺς ἐπιστήμονες μὲ βάση πρόσφατα γενετικὰ δεδομένα. Καιρὸς εἶναι πλέον ἡ παλαιὰ Ἰνδοευρωπαϊκὴ ὑπόθεση νὰ ἀφαιρεθεῖ ἀπὸ τὰ σχολικὰ βιβλία ἢ νὰ τροποποιηθεῖ (Κ. Τσάτσος καὶ Μ. Στασινόπουλος 1986).

4. Ἡ ἔνταξη τῆς Πρωτο-Ἑλληνικῆς στὴν Ἰνδοευρωπαϊκὴ ὁμογλωσσία δὲν ἀμφισβητεῖται, παραμένει ὅμως ἄγνωστη ἡ μητέρα-γλώσσα τῆς ὁμογλωσσίας αὐτῆς. Ὡστόσο, ὡς προεξετέθη, ἡ ἐμφανιζομένη Πρωτο-Ἑλληνικὴ φαίνεται νὰ προηγεῖται τῶν ὑπολοίπων γλωσσῶν (συμπεριλαμβανομένων τῶν Σανσκριτικῶν), τὸ ζήτημα ὅμως τοῦ χρόνου ἐμφανίσεώς της στὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο παραμένει ἀνοικτὸ (κατὰ τὸν δρ. Ἰωσὴφ Λαζαρίδη). Οἱ δύο σημαντικότερες γλῶσσες τῆς Ἰνδο-Εὐρωπαϊκῆς ὁμογλωσσίας εἶναι ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ (φαινόμενο συνέχειας καὶ διαχρονίας, ἀποτελοῦσα καὶ σήμερα ἀντικείμενο σπουδῆς καὶ θαυμασμοῦ παγκοσμίως) καὶ ἡ Σανσκριτικὴ (μὴ χρησιμοποιούμενη σήμερα, ὁμιληθεῖσα στὴ μικρὴ ἱερὴ πόλη Μπενάρες τῶν Ἰνδιῶν). Ὡστόσο, ὡς πρὸς τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς ἔναντι τῆς Σανσκριτικῆς ἔχουν διατυπωθεῖ ἀντιρρήσεις.

5. Ἀξίζει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι περίβλεπτα κείμενα τῆς ἀρχαίας Ἰνδικῆς Γραμματείας ἔγιναν γιὰ πρώτη φορὰ γνωστὰ στὴ Δύση χάρις στὶς μεταφράσεις μὲ βαθυστόχαστο σχολιασμὸ τοῦ διαπρεποῦς Ἀθηναίου ἰνδολόγου Δημητρίου Γαλανοῦ, συντάκτου τοῦ πρώτου Σανσκριτικο-Ἑλληνο-Ἀγγλικοῦ Λεξικοῦ (ἐκδοθέντος τὸ 2004 ἀπὸ τὸν πρέσβυ ἐ.τ. καὶ λογοτέχνη κ. Βασίλειο Βιτσαξὴ) ἀλλὰ καὶ ἐθνικοῦ εὐεργέτου, ὁ ὁποῖος κατέλιπε μέσῳ διαθήκης στὸ Ἑλληνικὸ Δημόσιο τὸ ἥμισυ τῆς σημαντικοῦ ὕψους περιουσίας του, ποὺ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τιμώντας τὴ μνήμη καὶ τὴ συμβολή του στὴ διάδοση τῆς ἀρχαίας Ἰνδικῆς Γραμματείας ὁ Δῆμος τῆς Καλκούτας, κατόπιν προτάσεως τῆς τότε Προέδρου τῶν Ἰνδιῶν Indira Gandhi, ἔδωσε σὲ μεγάλη λεωφόρο τῆς πόλεως τὸ ὄνομά του.

6. Σύμφωνα μὲ τὶς τελευταῖες αὐτὲς ἔρευνες, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν τόπο καὶ χρόνο τῆς Πρωτο-Ἰνδο-Εὐρωπαϊκῆς γλώσσας (Chang et al. 2015), ἡ ὑπόθεση τῆς στέπας Πόντου-Κασπίας (Μ. Gimbutas, J. Mallory) φαίνεται ἐπικρατέστερη τῆς ὑπόθεσης τῆς Ἀνατολίας (C. Renfrew).

7. Στὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο, καὶ συγκεκριμένα στὴν Κρήτη, ἐμφανίζεται πρὶν ἀπὸ 5.000 χρόνια τὸ πρῶτο σύστημα γραφῆς μὲ ἰδεογράμματα (ἱερογλυφικά), ἀκολουθεῖ πρὶν ἀπὸ περίπου 4.000 χρόνια ἡ Γραμμικὴ Γραφὴ Α (ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμη ἀποκρυπτογραφηθεῖ), τὴν ὁποία διαδέχεται πρὶν ἀπὸ 3.500 χρόνια (15ος αἰ. π.Χ.) ἡ Γραμμικὴ Γραφὴ Β (περιλαμβάνουσα καὶ φωνήεντα), τὴν ὁποία ἀποκρυπτογράφησε ὡς Ἑλληνικὴ ὁ Βρετανὸς ἀρχιτέκτων Μ. Ventris. Κατὰ τὸν διάσημο γλωσσολόγο-μυκηνολόγο Oswald Panagl οἱ πινακίδες Κνωσοῦ καὶ Μυκηνῶν χρονολογοῦνται περὶ τὸ 1300 π.Χ., τῆς δὲ Πύλου περὶ τὸ 1200 π.Χ., ἐνῶ ὁ διαπρεπὴς ἀρχαιολόγος κ. Μιχαὴλ Κοσμόπουλος ἀνεκάλυψε στὴν Ἴκλαινα (14 χλμ. ἀπὸ τὴν Πύλο) τὴν ἀρχαιότερη μέχρι σήμερα πήλινη πινακίδα Γραμμικῆς Β, χρονολογούμενη περὶ τὸ 1450-1400 π.Χ.

8. Στὴ Μέση Ἀνατολή, καὶ συγκεκριμένα στὴν πρώην Φοινίκη, ἐμφανίζεται περὶ τὸ 1150 π.Χ. τὸ καλούμενο Φοινικικοσημιτικὸ σύστημα γραφῆς, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἀλφάβητο, ἀλλὰ συλλαβάριο χωρὶς φωνήεντα μὲ 22 σύμφωνα (στὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνονται τὰ Ἑλληνικὰ σύμφωνα Ξ, Φ, Ψ). Κατὰ τὸ λεξικὸ Liddell-Scott, τὸ πρῶτο Ἑλληνικὸ ἀλφάβητο εἶχε ἀρχικῶς 16 γράμματα (κληθέντα Καδμήϊα ἢ Φοινικήϊα). Στὴ συνέχεια προστέθηκαν καὶ 8 Ἰωνικά. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν Διόδωρο Σικελιώτη, τὰ Φοινικικὰ γράμματα δὲν ἦταν ἐφεύρεση Φοινίκων, ἀλλὰ διασκευὴ Ἑλληνο-Κρητικῶν· ἄποψη μὲ τὴν ὁποίαν συμφωνοῦν καὶ σύγχρονοι ἐπιστήμονες (Ἀρβανιτόπουλος, Μυλωνᾶς, Τσάτσος, Στασινόπουλος).

9. Τὸ πρῶτο ὁλοκληρωμένο ἀλφάβητο στὸν κόσμο εἶναι τὸ Ἑλληνικό, τοῦ 8ου αἰ. π.Χ. Ἀρχικῶς εἶχε 27 γράμματα, ἀπὸ δὲ τὸ 403 π.Χ. 24 γράμματα μετὰ τὴν ἀφαίρεση τοῦ δίγαμμα, τοῦ κόππα καὶ τοῦ σαμπί. Ὡστόσο, ὑπάρχουν σοβαρὲς ἐνδείξεις βάσει ἱστορικῶν πηγῶν (Ὁμηρικὰ ἔπη, Ἀπολλόδωρος, Διόδωρος Σικελιώτης, Liddell-Scott, Panagl κ.ἄ.) καὶ ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων ὅτι τὸ Ἑλληνικὸ ἀλφάβητο εἶναι πολὺ ἀρχαιότερο, ἀναγόμενο πιθανότατα στὰ χρόνια τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου, πολὺ δὲ πιθανότερο εἶναι τὰ Ὁμηρικὰ ἔπη νὰ εἶχαν παραδοθεῖ γραπτῶς (Highet, Blanck, de Romilly). Ἂν ὑπῆρχε γραφὴ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου (δηλαδὴ πρὶν ἀπὸ τὸ 1200 π.Χ.), ἡ ὑπόθεση ὅτι οἱ Ἕλληνες πῆραν τὸ σύστημα γραφῆς (συλλαβάριο) ἀπὸ τοὺς Φοίνικες κλονίζεται, στερούμενη ἀξιοπιστίας.

Ἐν ὄψει τῶν προεκτεθέντων εἶναι ἀναγκαία ἡ συνέχιση τῆς διεπιστημονικῆς ἔρευνας, τῆς ὁποίας τὰ συμπεράσματα τῶν διαφορετικῶν ἐπιστημῶν θὰ πρέπει νὰ συγκλίνουν ἰδιαίτερα λόγῳ τῶν ραγδαίων ἐξελίξεων τῆς Ἀρχαιογενετικῆς καὶ τῆς Πληθυσμιακῆς Γενετικῆς.

Ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα, φαινόμενο συνέχειας καὶ ἀκτινοβολίας, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἀντικείμενο θαυμασμοῦ καὶ σπουδῆς ἀπὸ κορυφαίους γλωσσολόγους, ἑλληνιστὲς καὶ διανοουμένους. Κατὰ μὲν τὸν παγκοσμίως γνωστὸν ἑλληνιστὴ καὶ Καθηγητὴ Γλωσσολογίας κ. F. R. Adrados, ἡ Ἑλληνικὴ ἔχει θέσει ἀνεξίτηλη τὴ σφραγίδα της σ’ ὅλες τὶς Δυτικοευρωπαϊκὲς γλῶσσες ποὺ θεωροῦνται ἡμιελληνικὲς ἢ κρυπτοελληνικές, κατὰ δὲ τὸν ἐπιφανὴ ἑλληνιστὴ Καθηγητὴ στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης Gilbert Murray ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι ἡ τελειότερη γλώσσα τοῦ κόσμουΠράγματι, ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα, γραπτὴ καὶ προφορική, ἀποτελεῖ ἐπίτευγμα τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος ἐντυπωσιακῆς τελειότητος.

Τελειώνοντας, κατ’ ἐξαίρεση τῆς ἐν προοιμίῳ τῆς ὁμιλίας δέσμευσής μου νὰ παρουσιάσω αὐθεντικὲς γνῶμες μόνο κορυφαίων διεθνῶς εἰδικῶν, θεωρῶ χρέος μου νὰ ἐκφράσω καὶ μία προσωπική μου ἄποψη: συντάσσομαι ἐκθύμως μὲ τὴν κοινὴ δήλωση τὸ 1986 - ἀλλὰ καὶ σήμερα ἐπίκαιρη - τῶν ἀειμνήστων Ἀκαδημαϊκῶν καὶ πρώην Προέδρων τῆς Δημοκρατίας Κ. Τσάτσου καὶ Μ. Στασινόπουλου περὶ τῆς καταγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου καὶ τῆς ἀνάγκης ἀναφορᾶς στὰ σχολικὰ βιβλία τῶν νεωτέρων εὑρημάτων καὶ ἐξελίξεων τῶν συναφῶν ἐπιστημῶν.

Σᾶς εὐχαριστῶ.

 

Ευχαριστίες

Μετὰ τὴν ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες ἐνασχόλησή μου μὲ τὴ φ θ ί ν ο υ σ α πορεία τῆς γλώσσας μας καὶ τὴ συναφὴ ἐπικριτικὴ ἀρθρογραφία μου, ἰδιαίτερα ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Γλωσσικῆς Κληρονομιᾶς τὸ 2001, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴ νὰ εἶμαι ἱδρυτικὸ μέλος καὶ Ἐπίτιμος Πρόεδρος, μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία μὲ ἀφορμὴ τὴν παρούσα ὁμιλία νὰ ἐπικοινωνήσω, νὰ ἀνταλλάξω ἀπόψεις ἢ καὶ νὰ συνεργασθῶ μὲ κορυφαίους διεθνῶς εἰδικούς. Ἀπὸ τῆς θέσεως δὲ αὐτῆς ἐκφράζω τὶς θερμότερες τῶν εὐχαριστιῶν μου γιὰ τὶς πολύτιμες ὑποδείξεις, τὴν καλόπιστη κριτικὴ καὶ τὰ εὐνοϊκὰ σχόλια, ἰδιαίτερα στοὺς μνημονευόμενους στὸ κείμενό μου: γλωσσολόγους F. R. Adrados, J. Mallory, O. Panagl, Γ. Καναράκη, Χρ. Χαραλαμπάκη, Μ. Παντελιᾶ (Τ. L. G., Univ. Irvine, Ca., USA), Ἰω. Μανωλέσσου (ΙΛΝΕ), τὸν ἀρχαιολόγο Μ. Κοσμόπουλο καὶ τοὺς γενετιστὲς Γ. Σταματογιαννόπουλο, Ἰ. Λαζαρίδη καὶ Κ. Τριανταφυλλίδη.

Ἐπίσης, αἰσθάνομαι ἰδιαίτερα εὐγνώμων στὴν ἐπιμελήτρια ἐκδόσεων κυρία Εὐγενία Σαράντη γιὰ τὴν ἐπιμέλεια τῶν δοκιμίων καὶ τὶς εὔστοχες παρατηρήσεις της. Τέλος, θερμὲς εὐχαριστίες ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἐκδοτικὸ οἶκο ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ ΑΒΕΕ γιὰ τὴν ἐπιμέλεια τῆς ὅλης ἐκδόσεως.

ΠΗΓΗ: ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ, ΔΙΑΔΟΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ - Δημοσία Συνεδρία τῆς 15ης Ἰανουαρίου 2019. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 20.1.2019.

Η ομιλία του κ. Κουνάδη αναδημοσιεύεται στο ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, κατόπιν αδείας του ιδίου, δια της μεσολαβήσεως του ιστορικού, καθηγητού και κλασσικού φιλολόγου κ. Αντωνίου Α. Αντωνάκου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Ὄνομα εἶναι κάθε λέξη μὲ τὴν ὁποίαν δηλώνεται πρόσωπον, ζῶον, πράγμα ἢ ἰδιότητα αὐτῶν.

[2] Ἐκ τῶν πρωτεργατῶν τῆς σύγχρονης Συγκριτικῆς Γλωσσολογίας εἶναι ὁ Βρετανὸς δικαστὴς Sir William Jones (1746-1794).

[3] Φέρεται ὡς ἐφευρέτης τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου, στὰ γράμματα τοῦ ὁποίου ἔδωσε μεταγενέστερα τὴν μορφὴν Πυθαγόρας, ἐνῶ δάσκαλος τοῦ Ὁμήρου Προπανίδης τακτοποίησε πρῶτος τὸν τρόπο γραφῆς, παρόμοιο μὲ τὸν σημερινό.

[4] Περ. Δαυλός, τ. Νοεμβρίου 1986 (ἐπίσης ἐφ. Μεσημβρινή, 25 Νοεμβρίου 1986).

[5] Adrados, F. R., Ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα, χθές, σήμερα, αὔριο, Πρακτικὰ Συνεδρίου, 8-10 Μαρτίου 2013, Ἑλληνικὴ Γλωσσικὴ Κληρονομιά, ἐκδ. Ἔννοια, 19-38.

[6] Ventris, M. - Chadwick, J., Evidence for Greek dialect in the Mycenaean archives, The Journal of Hellenic Studies, 73, 1953, 84-103.

[7] Κατὰ τὸν διακεκριμένο ἑλληνιστὴ James Thomas Hooker, ἡ Γραμμικὴ (συλλαβικὴ) Γραφὴ Β ἐμφανίστηκε πρὶν ἀπὸ τὸ 1400 π.Χ., χρονολογία στὴν ὁποία ἀναφέρονται οἱ πινακίδες τῆς Κνωσοῦ.

[8] Panagl, Oswald, Ἑλληνικὴ γλώσσα, χθές, σήμερα, αὔριο, Πρακτικὰ Συνεδρίου, 8-10 Μαρτίου 2013, Ἑλληνικὴ Γλωσσικὴ Κληρονομιά, ἐκδ. Ἔννοια, 49-58.

[9] Ἐπικοινωνία μὲ τὸν Καθηγητὴ κ. Μ. Κοσμόπουλο μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στὶς 25 Ἰανουαρίου 2016 (ἐπίσης: Shermeldine, C. W., 2012, Iklaina tablet IKX1, στό: Études des mycéniennes 2010. Actes du XIIIe colloque intern. Sur les textes égéens, Sèvres Paris, Nanterre 20-23 Sept. 2010, Pisa-Rome 2012, 75-77).

[10] διαχρονικὴ συμβολὴ τῆς Ἑλληνικῆς σὲ ἄλλες γλῶσσες (ἐπιστημονικὴ ἐπιμέλεια Γ. Καναράκης), ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 2014.

[11] Ὁ Δημήτριος Γαλανός, διαπρεπὴς Ἕλληνας ἰνδολόγος (Ἀθήνα 1760 - Μπενάρες 1833), μετέφρασε ἀπό τὰ Σανσκριτικὰ στὰ Ἑλληνικὰ μετὰ σχολιασμοῦ πολλὰ φιλοσοφικὰ κείμενα τῶν Βραχμάνων, ποὺ ἐκδόθηκαν ἀπὸ τὸν Ἔφορο τῆς Ἐθνικῆς μας Βιβλιοθήκης Γεώργιο Καζάκο-Τυπάλδο τὸ 1845.

[12] Ἐπικοινωνία μὲ τὸν Καθηγητὴ κ. Jim P. Mallory μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στὶς 8 Σεπτεμβρίου 2015.

[13] Τριανταφυλλίδης, Κωνσταντῖνος, Ἡ Γενετικὴ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδας, τὸ DNA τῶν Ἑλλήνων, ἐκδ. Δ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2014.

[14] Renfrew, C., Archaeology and Language: The Puzzle of Indo-European Origins, London 1987· Gray, R. D. - Atkinson, Q. D., Nature, 426, 2003, 435-439· Gray, R. D. - Atkinson, Q. D. - Greenhill, S. J., Phil. Trans. R. Soc., 366, 2011, 1090-1100.

[15] Μallory, J. P., Twenty-first century clouds over Indo-European homelands, Journal of Languages Relationship, 9, 2013, 145-152.

[16] Anthony, D. W., The Horse, the Wheel and Language: How Bronze-Age Riders from Eurasian Steppes Shaped the Modern World, Princeton Univ. Press, 2007.

[17] Lazaridis, I. et al., Ancient human genomes suggest three ancestral populations for present-day Europeans, Nature, 513, 2014, 409-413.

[18] Ἐπικοινωνία μὲ τὸν κ. Ἰ. Λαζαρίδη μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στὶς 6 Νοεμβρίου 2015.

[19] Chang, Will - Cathcart, Chundra - Hall, David - Garrett, Andrew, Ancestry-Constrained Phylogenetic Analysis Supports the Indo-European steppe hypothesis, Language, 91, 1, 2015, 194-244.

Share on Google Plus

About ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

    ΣΧΟΛΙΑ
    ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ Facebook

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ