Ο ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ (Ιστορία και Παράδοση) - του Γρ. Κοσσυβάκη

Ο ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ
(Ιστορία και Παράδοση)

 

Του δικηγόρου και συγγραφέα

Γρηγόρη Νικηφ. Κοσσυβάκηkossyvakislaw@gmail.com

 

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

 

 Θεωρώ ευτυχία το γεγονός ότι, ενώ έχω ήδη υπερβεί την εβδόμη δεκαετία τής ζωής μου, η μνήμη μου είναι ακμαία και διατηρεί άριστα τις παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις μου, μέχρι σήμερα.

 Θυμάμαι λοιπόν, ότι από το έτος 1950, τά καλοκαίρια παραθέριζα με τούς γονείς μου -σχεδόν επί 3μηνο- στο χωριό καταγωγής τού πατέρα μου, την ορεινή Μεγαλόχαρη τού Νομού Αρτας.

 Εκεί, παρά τίς δύσκολες μετεμφυλιακές συνθήκες, στο οικογενειακό μας περιβάλλον υπήρχε συγκατοίκηση με προσφιλείς ανιόντες και εγκάρδια σχέση με λοιπούς στενούς συγγενείς και συγχωριανούς, αλλά και με αξέχαστες παραστάσεις από την καθημερινή μας ζωή και την «ανέγγιχτη» -τότε- χλωρίδα και πανίδα τής περιοχής.

 Επίσης θυμάμαι, ότι στην καθημερινότητά μας -εκτός από τά συνήθη θέματα συζητήσεων- περιλαμβάνονταν και συχνές αναφορές σε οικογενειακές ιστορικές μνήμες, είτε πρόσφατες, είτε προηγουμένων γενεών τών γονέων μου.

 Αυτό οφείλονταν -κατ’ αρχήν- στο ότι, τόσο οι οικογένειές τους, όσο και οι ίδιοι οι γονείς μου, είχαν άμεση συμμετοχή και συμβολή σέ πολε-μικά ή αντιστασιακά γεγονότα και δράσεις στα πολύ πρόσφατα χρόνια τού Β’ Παγκοσμίου πολέμου, όπως ήταν το πολεμικό έπος τού «ΟΧΙ» στα 1940-41, η ΓερμανοΙταλική Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση στα 1942-44, αλλά και ο Εμφύλιος πόλεμος πού επακολούθησε, με επώδυνες και για τις οικογένειές μας συνέπειες.

 (Σημειώνω ότι, ο πατέρας μου Νικηφόρος Γρηγ. Κοσσυβάκης, ήταν ήδη παρασημοφορημένος επ’ ανδραγαθία πολεμιστής και τραυματίας τού ΕλληνοΙταλικού πολέμου 1940-41, αλλά και εκ τών πρώτων Οπλαρχηγών στην Εθνική Αντίσταση κατά την Γερμανο-Ιταλική Κατοχή, στην ορεινή περιοχή τών Ραδοβυζίων και τού Βάλτου, κατ’ αρχήν με τόν ΕΔΕΣ και -εν συνεχεία- ως Καπετάνιος επιδρομικής ομάδος με τον ΕΛΑΣ.)

 Αυτονόητα, ο απόηχος εκείνων τών χρονικά «νωπών» (ήδη όμως ιστο-ρικών) συμβάντων, αναπαράγονταν στις -ένθερμα φορτισμένες- συζητήσεις τών γονέων μου και τών οικείων προσώπων τού συγγενικού και φι-λικού μας περιβάλλοντος.

 Κυρίως -όμως- οι συζητήσεις εκείνες περιλάμβαναν συχνές αναφορές σε γεγονότα ανιόντων τού πατέρα μου, δηλαδή, τού παππού μου, τού προππάπου μου, καθώς και τού πατέρα, και τού παππού εκείνου!!!

 Ανέτρεχαν δηλαδή, σε συμβάντα πέντε γενεών προγόνων μου, τά οποία είχαν εξελιχθεί σε ταραγμένες εποχές, τα  ό σ ο π ρ ί ν α π ό τ η ν μ ε γ ά λ η ε π α ν ά σ τα α σ η τ ο ύ 1821, κ α θ’ ό λ η τ η ν δ ι ά ρ κ ε ι ά τ η ς, ό σ ο κ α ι μ ε τ ά από αυτήν.

 Και όλα αυτά διότι, η «φάρα» μας -τών Κοσσυβακαίων- είχε διαρκή και σημαίνουσα αγωνιστική συμβολή, σε κάθε πατριωτική-επαναστατική διεργασία στις ανυπότακτες περιοχές τής Ηπείρου και τής Δυτικής Ελλάδος, τις εποχές εκείνες, με τούς ανιόντες μου να είναι πάντοτε μπρο-στάρηδες σ’ όλα αυτά.

 Από μικρό παιδί, λοιπόν, είχα την μεγάλη τύχη -κυρίως μέσω τής γοη-τευτικής αφηγηματικής ευχέρειας τού πατέρα μου- να εντρυφώ διαρκώς στα ιστορικά εκείνα πεπραγμένα, πού δεν ήσαν γενικά και «απόμα-κρα», εφ’ όσον εμπεριείχαν το συναισθηματικό στοιχείο τής οικογενεια-κής συμβολής μας, διανθισμένα με απίστευτες λεπτομέρειες, συγκλονιστικής πλοκής και τολμηρών δράσεων.

 Εκείνη η συχνή -πατρική- αφήγηση ιστορικών συμβάντων, με τις… «αποκοτιές» τών «παππούδων» μου, όχι μόνο μέ έκαναν να λατρέψω -ήδη από μαθητής Δημοτικού σχολείου- το μάθημα τής Ιστορίας, αλλά -σύν τώ χρόνω- ν’ αποκτήσουν στην φαντασία μου και τήν διάσταση τής «προσωπικής συμμετοχής» μου!!!

 Ιδιαιτέρως, οι -με έκδηλη υπερηφάνεια- λεπτομερέστατες περιγραφές τού μνήμονος πατέρα μου, στα εν λόγω ιστορικά γεγονότα και τους επί μέρους ήρωές τους, περιλάμβανε -μεταξύ άλλων σημαντικών- και μία υπόμνηση ανεκτίμητης αξίας και σημασίας για ‘μένα.

 Υπόμνηση, πού συνετέλεσε καθοριστικά στην εδραίωση τής -υπερ-βατικής- αισθήσεώς μου ότι, ήμουν και εγώ μαζί τους, «εκεί και τότε»:

 «Παιδί μου, να θυμάσαι ότι, οι πρόγονοί μας -μαζί και οι Αντωνακαίοι από την Βρεστενίτσα- ήσαν οι μόνοι Ραδοβυζινοί πού τόλμησαν να συ-μπαρασταθούν στους Μποτσαραίους στον Σέλτσο στα 1804, αλλά και διέσωσαν όσους ελάχιστους γλύτωσαν από την σφαγή εκεί, μαζί και τον ανεκτίμητο Μάρκο»!!!

 «Χρόνια μετά, συμπολέμησαν σε μάχες τού ‘21, ενώ αργότερα συγγε-νέψαμε».

 «Γιά τους αγώνες τους εκείνους και τους μετέπειτα, το προγονικό μας σπίτι, εδώ στο χωριό -πού τότε ονομάζονταν «Μπότση»- έχει καεί για την Πατρίδα, πέντε φορές, μέχρι σήμερα»!!!

 Εκείνη η -φορτισμένη συγκινησιακά- πατρική υπόμνηση, υπήρξε η βα-σική αιτία τής ιδιαίτερης συναισθηματικής σύνδεσής μου με το έπος τού 1821 και τής -εκ μέρους μου- διαρκούς και «μανιώδους» αναγνώσεως, ποικίλων ιστορικών καταγραφών γι’ αυτό.

 Διότι, στον ρομαντικό ψυχισμό μου ως εφήβου, είχε ήδη αναγορευτεί σε καθοδηγητικό ίνδαλμα και πρότυπό μου, μία -απίστευτης «οσιότη-τος»- μορφή τών επαναστατικών αγώνων για την Εθνική μας παλιγγε-νεσία, ένας ήρωας μοναδικής προσωπικότητος και αξίας.

 Και ήταν εκείνος, ο ασύγκριτος σε παλληκαριά, αλλά και σε στρατηγι-κή διορατικότητα, ηγέτης τών αρειμάνιων Σουλιωτών, πού τον ονόμα-σαν «Αητό τού Σουλίου» και «Νεώτερο Λεωνίδα».

 Εκείνος πού, με τις αλλεπάλληλες και απίστευτες νίκες τις οποίες κα-θώρισε η πολεμική ιδιοφυία του, στα πρώτα δύο χρόνια τής Επαναστά-σεως τού 1821, εγκλώβισε στην Ηπειρο τις τεράστιες Σουλτανικές δυνά-μεις πού -υπό τον εμπειροπόλεμο Χουρσίτ πασά- θα την «έπνιγαν» σε Δυτική Ελλάδα και Πελοπόννησο, πρίν προλάβει να στεριώσει.

 Ηταν εκείνος πού, όχι μόνον οι κορυφαίοι συμπρωταγωνιστές του -ό-πως ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης και ο Ανδρούτσος- αλλά και οι ίδιοι οι αρχηγοί τών ασπόνδων εχθρών του, τών πολεμοχαρών «Του-ρκαλβανών», υποκλίθηκαν στην μεγαλοσύνη και την σοφή κρίση του.

 Εκείνος πού ξεχώριζε μεταξύ τών συναγωνιστών του για την εντιμό-τητα, την σεμνότητα τού χαρακτήρα, αλλά και την σπάνια ανιδιοτέλειά του.

 Εκείνος πού, οι κορυφαίοι Ευρωπαίοι διανοούμενοι, συγγραφείς και ποιητές τού καιρού του, όπως ο Γάλλος Βίκτωρ Ουγκώ και ο Βρετανός Λόρδος Βύρων, τον ανέδειξαν σε οικουμενικό πρότυπο εναρέτου ήρωα.

 Εκείνος πού, μόνος «καθαγιάστηκε» ονομαστικά στον «Υμνο γιά την Ελευθερία», από τον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό.

 Εκείνος πού, με τον ηρωϊκό θάνατό του, «πυροδότησε» τήν έκρηξη τού φιλελληνικού κινήματος και συνήγειρε τις Ευρωπαϊκές συνειδήσεις υπέρ τής Ελληνικής παλιγγενεσίας.

 Εκείνος πού -στο άκαιρο «ξόδι» του- συμμετείχε θρηνώντας ολόκλη-ρος ο Ελληνικός λαός, συναισθανόμενος το μέγεθος τής απώλειάς του.

 Εκείνος πού, ο λαός μας τον ύμνησε σε τόσα δημοτικά τραγούδια, ό-σα δεν τραγουδήθηκαν για όλους μαζί, τούς λοιπούς ήρωες συναγωνι-στές του.

 Εκείνος ο αξεπέραστος, ο Μάρκο Μπότσαρης!!!

 Ποιά τιμή, λοιπόν, και ποιά υπερηφάνεια γιά έναν νεοΕλληνα έφηβο, να γνωρίζει, ότι οι δικοί του πρόγονοι συμπολέμησαν μαζί του.

 Ποιά αίσθηση, ότι το χνάρι του -η «ομπλή» του, πού μνημονεύει το δημοτικό μας τραγούδι- είχε αποτυπωθεί εκεί, στην αυλή τού πολυπυ-ρπολημένου προγονικού μας σπιτιού, στην ορεινή «Μπότση».

 Ποιός συγκλονισμός και ποιά συγκίνηση, ότι και ο ίδιος «είχα αίμα» από την γενιά του!!!

 Ακράδαντα πιστεύω ότι, γι’ αυτούς τούς λόγους, από τα εφηβικά μου χρόνια, είχα την διαρκή αίσθηση ότι, «γονιδιακά» τον είχα γνωρίσει και ήμουν -από τότε- και εγώ μαζί του.

 Και όχι μόνον, στην ανεκτίμητη για το Ελληνικό έθνος πολεμική επο-ποιία του, στα πρώτα χρόνια και συμβάντα τής μεγάλης Επαναστάσεως τού ‘21, μέχρι τον απροσδόκητο χαμό του στο Καρπενήσι, στις 9 Αυ-γούστου 1823, α λ λ ά κ α ι σ τ ι ς δ ι κ έ ς τ ο υ δ ρ α μ α τ ι κ έ ς ε φ η β ι κ έ ς η μ έ ρ ε ς, στο Μοναστήρι τού Σέλτσου τον Απρίλη τού 1804, πού τον σφράγισαν ανεξίτηλα.

 Εκείνη η μοναδική αίσθηση τής «προσωπικής σχέσεως», είναι πού μού δίνει τώρα -έστω και δύο αιώνες μετά- την συγγραφική ευχέρεια, νά αφηγηθώ σε πρώτο ενικό πρόσωπο, τά τραγικά εκείνα γεγονότα.

 Δηλαδή, ως νά αφηγείται ο ίδιος -ο τότε έφηβος- Μάρκο Μπότσαρης, τήν μακραίωνη Σουλιώτικη εποποιϊα και, εν συνεχεία, την επική πολιο-ρκία τών Μποτσαραίων στο ορεινό Ραδοβύζι, τον τραγικό αποδεκατι-σμό τους, αλλά και την απίστευτη διαφυγή τών ελαχίστων επιζώντων από τον θανάσιμο κλοιό τών Τουρκαλβανών τού αιμοβόρου Αλή πασά.

 Και είναι η ιδιαίτερη μνήμη μου, αλλά και η -εκ δικηγορικής εμπειρίας δεκαετιών- επαγωγική μου τεχνική, πού με βοηθά νά «αναπλάσω» -θε-ωρώ με πειστικότητα και ιστορική ακρίβεια- τά φοβερά εκείνα γεγονότα.

 Εχοντας -επί πλέον- τηρήσει στο έπακρο και την θεμελιώδη υποχρέω-ση ενός υπεύθυνου ιστορικού συγγραφέα, να γνωρίζει «ιδίοις όμμασι» τούς τόπους όπου διαδραματίστηκαν τά ιστορούμενα, εφ’ όσον έχω επι-σκεφθεί κατ’ επανάληψη -στο απώτερο αλλά και στο πρόσφατο παρε-λθόν- εκείνα τά δυσπρόσιτα και αιματόβρεχτα τοπία, γύρω από το ιστο-ρικό Μοναστήρι τού Σέλτσου.

 Και μάλιστα, σε εποχές τής δεκαετίας τού ’70, πού δεν υπήρχε κάν αμαξιτός δρόμος για την οδική πρόσβαση εκεί, στα απόκρημνα μέρη, όπου συντελέστηκε -πρίν από δύο αιώνες- το μέγα δράμα τού αποδε-κατισμού τών Μποτσαραίων και τών λοιπών Σουλιωτών.

 Δηλαδή, όταν οι -πρός επακριβή επισκόπηση και εξιστόρηση- αιματόβρεχτοι τόποι, παρέμεναν «πετρωμένοι» σ’ εκείνες τις τραγικές ημέρες και ώρες τού Απριλίου 1804 

 [Υ.Γ. Είχα -μάλιστα- την ιδιαίτερη χαρά, συγκίνηση και τιμή, σε μία από τίς τελευταίες φορές τού προσκυνήματός μου εκεί (μαζί με την αγαπημένη κόρη μου Ναταλία), να ξεναγήσω έναν εκ τών κορυφαίων ιστορικών συγγραφέων τής νεώτερης Ελλάδος, τον προσφιλέστατό μου και πολυγραφότατο Σαράντο Καργάκο. Έναν αληθινό ενσυνείδητο Ελληνα Λάκωνα, ο οποίος προσφάτως μάς άφησε χρόνους, έχοντας -όμως- προηγουμένως κληροδοτήσει στο Ελληνικό έθνος, μία εργώδη και υπερπολύτιμη ιστορική συγγραφική παρακαταθήκη.]

ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Ο Μάρκος Μπότσαρης, έργο του Γρ. Κοσσυβάκη.
ΔΕΞΙΑ
: Σουλιωτόπουλο Αγναντεύει...

 Κεφάλαιο Α’ - Ο Μάρκο Μπότσαρης αφηγείται - Η Καταγωγή τών Μποτσαραίων

 «…Η προφορική παράδοση πού διασώθηκε σέ ‘μένα από τους προ-γόνους μου Μποτσαραίους, βεβαιώνει ότι ο εποικισμός τών Σουλιώτικων οροπεδίων, είχε γίνει πολλούς αιώνες παλαιότερα από τά δικά μου χρόνια, πού γεννήθηκα στα 1790.

 Ισως -όμως- να είχε πρωτοσυμβεί στά παμπάλαια χρόνια τών αρχαί-ων Ελλήνων προγόνων μας, γιατί τά απρόσιτα βουνά μας ήταν και τότε το ιδανικό καταφύγιο, για κάθε κυνηγημένο από τούς δυνάστες τών γύ-ρω πεδινών περιοχών, αλλά και για τούς κατατρεγμένους πού έφευγαν να γλυτώσουν από τις επιδρομές τών -κάθε λογής και εποχής- βαρβά-ρων.

 Και -βέβαια- σ’ εμάς τους πολύπαθους Ηπειρώτες, τέτοιες επιδρομές δεν έλειψαν ήδη από την εποχή τών ανάλγητων Ρωμαίων, πού με δολι-ότητα κατέστρεψαν στα 167 π.Χ. εβδομήντα (70) αρχαίες Ηπειρωτικές πόλεις και εξόρισαν τους κατοίκους τους στην Ρώμη, ενώ γλύτωσαν μό-νον όσοι διασώθηκαν στα «ευλογημένα» βουνά μας.

 (Οπως έχω ακούσει ότι τά ονόμασε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, πού δίδαξε στα μέρη μας, αλλά και βρήκε τραγικό θάνατο από «βαλτούς» δολοφόνους τού Τουρκαλβανού Κούρτ πασά τού Μπερατιού, στα 1779.)

 Ωστόσο -όπως έμαθα μεγαλώνοντας και συμπληρώνοντας τις προφο-ρικές μνήμες τών παππούδων μου με πολύτιμα βιβλία πού έπεσαν στα χέρια μου- λίγα χρόνια μετά τον θάνατο τού περίφημου Ηπειρώτη πολε-μάρχου Γιώργη Καστριώτη (δηλαδή τού θρυλικού «Σκεντέρμπεη), όταν οι βά-ρβαροι Οθωμανοί Τούρκοι τής Ασίας ολοκλήρωσαν την κατάκτηση τών Βαλκανίων, τότε, στά απρόσιτα βουνά τού Σουλίου, διασώθηκαν πολλοί καταδιωγμένοι συμπατριώτες μας, συμπολεμιστές εκείνου.

 Πράγματι, όταν ο Τουρκομάχος «Σκεντέρμπεης» πέθανε (στις 18 Γενά-ρη 1468, από ελονοσία), οι εξαντλημένες -από τίς συνεχείς και άνισες μά-χες- στρατιές του, Ηπειρώτες χριστιανοί, από την Κρούγια έως την Χι-μάρα (όπως ο ίδιος περιγράφει τους συμμαχητές του σε επιστολές του -γραμμένες στην Ελληνική γλώσσα- προς τον Πάπα τής Ρώμης και τον Βασιλέα τής Νεαπόλεως στην Ιταλία), αναγκάστηκαν να διασκορπιστούν.

 Οι περισσότεροι, ακολουθώντας τόν Ιωάννη Καστριώτη, τον νεαρό μο-ναχογυιό τού «Σκεντέρμπεη» μαζί μέ τον σπουδαίο πολεμιστή γυναι-καδελφό του Κωνσταντίνο Αριανίτη -άρχοντα τού Ελβασάν- κατέφυγαν με πλοία στην Κάτω Ιταλία, στην περιοχή πού ονομάζεται «Απουλία» ή «Πούλια».

 Οπου, οι αρειμάνιοι εκείνοι πολεμιστές «στέριωσαν», οργανωμένοι σε δέκα οχυρά χωριά, κατορθώνοντας -μέσα από ατελείωτους πολέμους και συχνές βαρβαρικές επιδρομές- νά κρατήσουν επί αιώνες την Ελλη-νική τους γλώσσα και την πατριωτική συνείδησή τους.

 Αλλοι, οργανωμένοι με τις «φάρες» τους, κατέφυγαν σε νοτιότερα Ελ-ληνικά μέρη πού διαφέντευαν -τότε- οι Βενετοί, όπως η Μονεμβασιά, το Ναύπλιο και τά χωριά τής Αργολίδος, αλλά και τά νησιά Υδρα, Σπέτσες, Πόρος και Ανδρος.

 Αυτά τά γνωρίζω από μικρό παιδί, από τις διηγήσεις τού παππού μου Γιώργη Μπότσαρη και άλλων «μπαρμπάδων» μου.

 Από τους ίδιους έμαθα, ότι οι παλαιότεροι πρόγονοί μας Μποτσαραίοι, πού κατάγονταν από την «Δίβρη» τής άνω Ηπείρου και είχαν πολεμή-σει υπό την ηγεσία τού Σκεντέρμπεη, μετά τον θάνατό του μετακινήθη-καν νοτιότερα, σε περιοχή τής Θεσπρωτίας πού ονομάζεται «Δράγανη».

 Ομως -χρόνια μετά την εγκατάστασή τους εκεί- οι Τούρκοι τους κατα-δίωξαν και πάλι, οπότε το τελικό καταφύγιό τους ήταν τά απάτητα βου-νά τού Σουλίου, περίπου στα 1650.

 Εκεί «απάγγειασαν» μαζί με άλλες δυνατές «φάρες», όπως οι Τζαβελ-λαίοι (πού επίσης είχαν ξεκινήσει από την άνω Δίβρη), οι Δρακαίοι, οι Μαλαμαίοι, οι Ζαρμπαίοι, οι Ζερβαίοι, οι Κουτζονικαίοι, οι Δαγκλαίοι, οι Σεχαίοι, οι Φωτομαραίοι, oι Καραμπιναίοι, καθώς και άλλες μικρότερες φάρες, προερχόμενες από την ευρύτερη Ηπειρο.»

Ο Νότης Μπότσαρης.

Κεφάλαιο Β’ - Στο Σούλι - Ηπειρώτες, «Αρβανίτες» και «Τουρκαλβανοί» - Οι αγώνες τών Σουλιωτών

 «Εδώ πρέπει να εξηγήσω, ότι το απρόσιτο τών Σουλιώτικων βουνών, οφείλεται στο σπάνιο γεωλογικό ανάγλυφό τους, όπου ο πυρήνας τών χωριών μας, το ονομαστό «Τετραχώρι» -που περιλαμβάνει το Σούλι, την Κιάφα, την Σαμονίβα και τον Αβαρίκο- βρίσκεται σέ οροσειρά πού περι-βάλλεται, σχεδόν ολόγυρα, από δύο άλλες παράλληλες οροσειρές!!!

 Σ’ αυτές -αργότερα από τά πρώτα τέσσερα- κατοικήθηκαν κι άλλα επτά Σουλιώτικα χωριά πού ονομάζονται: Περιχάτι, Τσεκουράτι, Βίλια, Αλπο-χώρι, Κοντάτες, Γκιονάλα και Τζιφλίκι, και οι κάτοικοι όλων μαζί τών έν-δεκα χωριών, αποτελούν την «Συμπολιτεία» τών Σουλιωτών.

 Μεταξύ αυτών τών επάλληλων οροσειρών υπάρχουν ελάχιστα «περά-σματα», γεγονός πού τά κάνει εξαιρετικά δυσπρόσιτα για τούς εχθρούς μας και ιδιαίτερα υπερασπίσιμα από εμάς.

 Στο Τετραχώρι κατοικούν οι παλαιότερες και πιό πολυάριθμες φάρες, με τά περισσότερα «τουφέκια», πού κάθε χρόνο στέλνουν τούς αρχη-γούς τους στην «Δημογεροντία», δηλαδή σε γενική συνέλευση για την εκλογή πολεμάρχου και άλλα σημαντικά θέματα πού προκύπτουν.

 Επίσης, στην συνέλευση -πού γίνεται στην εκκλησία τού Αη-Δονάτου, τού προστάτη Αγίου τών Σουλιωτών- συμμετέχουν και κάποιοι -ανεξά-ρτητα από τήν φάρα τους- πού όμως έχουν ανδραγαθήσει ιδιαίτερα στους πολέμους μας, γιατί η κοινωνία μας τιμά τους αρίστους και περι-φρονεί όσους δειλιάζουν.

 Ακόμη, στις συνελεύσεις μας, μπορούν να πάρουν τον λόγο και γυναι-κες πού έχουν αναγνωρισμένο κύρος, με την γενναιόψυχη συμπεριφο-ρά τους και την ορθή κρίση τους.

 Οπως καλά γνωρίζω, εμείς οι Μποτσαραίοι είμαστε οι πολυπληθέστε-ροι απ’ όλους και γι’ αυτό -συνήθως- ο πολέμαρχος τών Σουλιωτών ή-ταν ένας από τους προγόνους μου, γι’ αυτό και εμείς τά «Μποτσαρό-πουλα» μεγαλώνοντας, μαθαίνουμε ότι έχουμε χρέος να γίνουμε άξιοι γι’ αυτή την τιμητική ηγεσία.

 Αλλωστε, η προγονική πολεμική μας παράδοση, αλλά και οι ανάγκες τών καιρών πού ζούμε, μάς επιβάλλει να εξασκούμαστε σέ πολλά και ποικίλα αθλητικά γυμνάσματα.

 Ετσι, από τα παιδικά μας χρόνια, γυμναζόμαστε σχεδόν καθημερινά σε αθλητικά αγωνίσματα, όπως στο λιθάρι, στην «αμπάριζα», στο άλμα «στις τρείς» και στα παλαίματα, ενώ -πολύ νωρίς- αρχίζουμε να μαθαί-νουμε τά όπλα με την επίβλεψη τών μεγαλυτέρων.

 Γι’ αυτό στους πολέμους μας είμαστε πανέτοιμοι και αντιμετωπίζουμε θαρραλέα και σχεδόν πάντοτε με επιτυχία τούς δυνάστες Τούρκους, αλλά και τούς εξωμότες Τουρκαλβανούς μισθοφόρους τους.

 Σημειώνω ότι, στα αγωνίσματα παίρνουν μέρος και τά κορίτσια, όπου κάποια είναι ισάξια ή και καλλίτερα από πολλά αγόρια.

 Στα χρόνια μου, είναι ήδη φημισμένες, η Χάϊδω τού καπετάν Γιαννάκη Σέχου και η εξαδέλφη μου Λένη, κόρη τού θείου μου Νότη Μπότσαρη, ενώ το ίδιο ξεχωριστή φαίνεται ότι θα γίνει και η -λίγο μικρότερή της- αδελφή μου Λένω, πού όταν τρέχει, λές κι έχει «φτερά» στα πόδια της!!!

 Ολοι μαζί, όμως, μαθαίνουμε και τους πατριωτικούς χορούς μας, όπου συγχρόνως τραγουδούμε, ενώ κάποιοι μαθαίνουν και μουσικά όργανα, όπως την φλογέρα, την «πίπιζα» και τον ταμπουρά, πού κι εγώ τον έχω μάθει αρκετά καλά.

 Βέβαια, ο τόπος μας είναι φτωχός, αφού είναι βραχώδης και άνυδρος, οπότε, εκτός από τά αιγοπρόβατα πού έχουμε, δεν υπάρχει διαθέσιμη γή να την καλλιεργούμε.

 Γι’ αυτό, αναγκαζόμαστε να κατεβαίνουμε συχνά στα γύρω καμποχώ-ρια τής Παραμυθιάς και τού Μαργαριτιού, κι ακόμη σ’ εκείνα τών Ιωαννί-νων, τής Αρτας και τής Πρέβεζας, γιά να βρούμε αλεύρι γιά το ψωμί μας, ελιές και λάδι, δίνοντας ως αντάλλαγμα δικά μας υφαντά, μάλλινα και γα-λακτοκομικά προϊόντα από τά κοπάδια μας.

 Ομως, το «αψύ» τών Σουλιωτών δεν ανέχεται τίς «άστα ντούε» («έτσι θέλω»…) καταπιέσεις, αυθαιρεσίες και αρπαγές τών Τουρκαλβανών σε βάρος τών «καμπίσιων» χριστιανών συμπατριωτών μας, οι οποίοι προ-σφεύγουν σ’ εμάς για την υπεράσπισή τους, οπότε οι συγκρούσεις με-ταξύ μας είναι συχνές και αιματηρές.

 Κι εδώ πρέπει να σημειώσω κάτι πολύ σημαντικό:

 Η ονομασία «Αλβανοί» ή «Αρβανίτες» αρχικά -στα ύστερα Βυζαντινά χρόνια τής εποχής τών Κομνηνών- χαρακτήριζε εκείνους πού προέρχο-νταν μόνο από την περιοχή πού ονομάζεται «Αρβανα» ή «Αλβανα» και γεωγραφικά βρίσκεται λίγο βορειότερα από τον Γενούσο ποταμό τής άνω Ηπείρου.

 Με τον καιρό όμως, η ονομασία τους αυτή, επεκτάθηκε και έφθασε να προσδιορίζει τους κατοίκους όλων τών γύρω από τά Αρβανα περιοχών σε μεγάλη έκταση, ισχύοντας παράλληλα με την ονομασία «Ηπειρώτες», πού αφορά το σύνολο τών κατοίκων όλης τής Ηπείρου, ακόμη και πρίν από τά χρόνια τού αρχαίου βασιλιά Πύρρου.

 Ωστόσο, οι Οθωμανοί Τούρκοι, πού πιστεύουν με φανατισμό στην θρησκεία τού «Ισλάμ», όπου επικράτησαν στην Ηπειρο (όπως και αλλού στα Βαλκάνια), επέβαλαν -είτε με τη βία, είτε δίνοντας αξιώματα και προ-νόμια- τον εξισλαμισμό πολλών Ηπειρωτών συμπατριωτών μας.

 Επόμενο ήταν, εκείνοι οι εξισλαμισμένοι, ως «εξωμότες» έγιναν το ίδιο φανατικοί, βάναυσοι και καταπιεστικοί στους συμπατριώτες τους πού παρέμειναν Χριστιανοί, δίνοντας «εξετάσεις νομιμοφροσύνης» στους Οθωμανούς «Πασάδες» και «Μπέηδες».

 Και επειδή οι πρώτοι εξισλαμισμοί πού επέβαλαν οι Οθωμανοί, πρέπει να συνέβησαν στην περιοχή τών Αρβάνων ή Αλβάνων και από εκείνους τους εξισλαμισμένους «Αρβανίτες» ή «Αλβανούς» στρατολογούσαν οι κατακτητές τους -ομόθρησκους πλέον- μισθοφόρους τους, όσοι παρέ-μεναν Χριστιανοί, τους χαρακτήριζαν -περιφρονητικά- ως «Τουρκαλβα-νούς» ή «Τουρκαρβανίτες».

 Ετσι, λοιπόν, εκείνη η απαξιωτική ονομασία, πού δόθηκε στους πρώ-τους εξισλαμισμένους Αρβανίτες ή Αλβανούς, επεκτάθηκε σε όλους τους εξισλαμισμενους Ηπειρώτες και σέ όλη την Τουρκοκρατούμενη Ηπειρο.

 Παρόμοια κι εμάς, μάς ονομάζουν όλους Σουλιώτες, γιατί το πρώτο χωριό πού κατοικήθηκε επάνω στα βουνά μας ήταν το Σούλι, όμως η ονομασία αυτή έγινε γενική για όλους, είτε κατοικούν στην Κιάφα, είτε στην Σαμονίβα ή στον Αβαρίκο, ή ακόμη και στα υπόλοιπα επτά Σουλιω-τοχώρια.

 Όμως, η «επιδημία» τών εξισλαμισμών, μοιραία έφερε σε εμφύλια δια-μάχη τους Ηπειρωτικούς πληθυσμούς και εξ αιτίας της δημιουργήθηκαν θανάσιμες διχόνοιες και αιματηρές «βεντέττες», με ιδιαίτερες εντάσεις στην περιοχή μας τού Σουλίου και τών γύρω περιοχών.

 Κι αυτό διότι, οι Τούρκοι Πασάδες τών Ιωαννίνων και τής Αρτας, αλλά και οι υποτελείς τους Μπέηδες τής Παραμυθιάς και τού Μαργαριτιού, συ-στηματικά επιστράτευαν «Τουρκαλβανούς» μισθοφόρους εναντίον ό-σων Ηπειρωτών παρέμειναν απροσκύνητοι, κυρίως όμως εμείς οι Σουλι-ώτες, με συνέπεια, οι μεταξύ μας έχθρες να διαρκούν επί γενεές.

 Φυλετικά όμως -κι αυτό δεν πρέπει να το λησμονούμε- όλοι οι Ηπει-ρώτες έχουμε κοινή πρωτοΕλληνική «ρίζα» καταγωγής, από την εποχή τού αρχαίου Ηπειρώτη βασιλιά Πύρρου, αλλά και τού συγγενούς του Μακεδόνα Μεγαλέξανδρου, η μάνα τού οποίου -Ολυμπιάδα ή Μυρτάλη- ήταν Ηπειρώτισσα από την περιοχή τής Δωδώνης και θεία τού Πύρρου.

 Μάλιστα (όπως διάβασα στα χρόνια πού υπηρέτησα ως αξιωματικός στον Γαλ-λικό στρατό τού Μεγάλου Ναπολέοντα, όταν αυτός κατείχε την Λευκάδα), η «γο-νική ρίζα» τής Ολυμπιάδας, κρατούσε από τις αρχαίες Ελληνικές γενιές τών «μυθικών» ηρώων μας Ηρακλή και Αχιλλέα.

 Οι Σουλιώτες, κρατήσαμε στις μνήμες μας ότι, κι εμείς είμαστε απόγο-νοι τών αρχαίων Ελληνικών φύλων πού κατοικούσαν ανέκαθεν στην ευ-ρύτερη Ηπειρο (Θεσπρωτοί, Ατιντάνες, Μολοσσοί, Αθαμάνες, Χάονες, Τυμφαίοι, Κασσωπαίοι, Δόλοπες κ.λπ.) και ότι η παναρχαία ρίζα μας φθάνει πολλές χιλιετίες στο παρελθόν, στα χρόνια τών «μυθικών» Πελασγών, πού ή-σαν οι γηγενείς προπάτορες όλων αυτών.

 Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο πού, οι εξισλαμισμένοι «Τσάμηδες» τού πο-ταμού Καλαμά, μάς ονομάζουν «Γραικούς», γιατί -όπως έχω μάθει- και αυτή την ονομασία την είχαν οι πρωτοΕλληνες (όσοι γλύτωσαν από τον μεγάλο κατακλυσμό στα χρόνια τών αρχαίων θεών), από τον ξακουστό πολεμι-στή Γραικό, εξάδελφο τού γενάρχη μας Ελληνα.

 Επίσης, από τά Βυζαντινά χρόνια, κρατούμε την πίστη μας ως Χριστι-ανοί Ορθόδοξοι και στις εκκλησιές μας μπαίνουμε με πολύ σεβασμό και αφήνοντας τά όπλα μας απ’ έξω.

 Γνωρίζω επίσης ότι, τά γύρω από το Σούλι χριστιανικά χωριά -πού είναι περισσότερα από εβδομήντα (70)- ζητούν τακτικά την προστασία τών Σουλιωτών, γιά ν’ αντιμετωπίσουν τις επιδρομές και τις αγριότητες τών Τουρκαλβανών, με αντάλλαγμα τά τρόφιμα, τά πολεμοφόδια και άλ-λα απαραίτητα είδη, πού τόσο πολύ χρειαζόμαστε.

 Παράλληλα, εκείνοι από τους νέους μας, πού ξεχωρίζουν γιά την παλ-ληκαριά και την πολεμική αξιοσύνη τους, είναι περιζήτητοι από τούς Ευ-ρωπαίους βασιλιάδες και τοπικούς άρχοντες, κυρίως τής Ιταλίας, οι ο-ποίοι και τους στρατολογούν για τους πολέμους τους.

 Οπότε, πολλές φορές τυχαίνει να συμπολεμούμε, είτε συμμαχικά, είτε -χωρίς να το θέλουμε- και ως αντίπαλοι, με τους συμπατριώτες μας από την απροσκύνητη Χιμάρα και τά Ελληνόφωνα χωριά τής Απουλίας, πού επίσης, είναι φημισμένα παλληκάρια και συγγενείς μας, εφ’ όσον οι … «εργοδότες» μας πολεμούν μεταξύ τους, αλλά εμείς πρέπει να τιμούμε πάντοτε τον λόγο τιμής πού δίνουμε.

 Οσοι από τους πολεμιστές μας επιβιώνουν στους πολέμους και επι-στρέφουν στο Σούλι, έχουν πρόσθετη πολεμική εμπειρία και μάς φέ-ρνουν νέες ιδέες, γνώσεις και χρήσιμες πληροφορίες γιά όπλα και πολε-μικούς τρόπους, από τον «έξω κόσμο».

 Ωστόσο, με τά χρόνια, το Σούλι συνεχώς δυναμώνει, η πολεμική φήμη μας διαδίδεται και οι Τούρκοι ενοχλούνται σοβαρά από την υπερήφανη ανεξαρτησία μας και τά πολεμικά κατορθώματά μας, με συνέπεια να ο-ργανώνουν συχνά εκστρατείες εναντίον μας.

 Ο παππούς μου, ο Γιώργης Μπότσαρης, μού διηγόνταν ότι, ο δικός του παππούς, ο Σπύρος Μπότσαρης, επικεφαλής τής φάρας μας και με πολλούς γυιούς και γαμπρούς, ήταν ο αρχηγός τών Σουλιωτών, όταν το έτος 1721, ο τότε Πασάς τών Ιωαννίνων εκστράτευσε γιά πρώτη φορά ε-ναντίον μας.

 Ομως, τά ασκέρια του -μετά από νυκτερινή αντεπίθεσή μας- έπαθαν μεγάλη «νίλα», όπως λέμε εμείς ειρωνικά, την ταπεινωτική ήττα.

 Ο πρωτότοκος γυιός τού Σπύρου Μπότσαρη, δηλαδή ο προπάππος μου Κυριάκος Μπότσαρης, εκλέγονταν και αυτός πολέμαρχος τών Σου-λιωτών για πολλά χρόνια και, υπό την αρχηγία του, οι Σουλιώτες είχαν κατανικήσει τους Τούρκους και τους Τουρκαλβανούς μισθοφόρους τους σε αρκετές εκστρατείες τους.

 Ο προπάππος μου εκείνος απέκτησε πολλά παιδιά και ο πρωτότοκος γυιός του -επομένως και αρχηγός τής φάρας μας- ο παππούς μου Γιώ-ργης Μπότσαρης, πού γεννήθηκε στα 1719, εκλέχθηκε κατ’ επανάληψη πολέμαρχος τών Σουλιωτών επί σαράντα χρόνια -περίπου- χρόνια

 Ο ίδιος, απέκτησε μία θυγατέρα, την Μαριώ (αγαπητή μου θεία μέχρι και τά χρόνια τής Επαναστάσεως τού 1821) και τέσσερις «αρειμάνιους» γυιούς.

 Τον «Τούσια» (από το βαφτιστικό του όνομα Δημήτρης ή «Δημητρούσιας»), πού γεννήθηκε στά 1750, τον πατέρα μου «Κίτσο» (από το Χρήστος), πού γεννήθηκε στά 1754, τον «Νότη» (από το Παναγιώτης), πού γεννήθηκε στά 1756 και τον «Νίκηζα» (από το Νικήτας), πού γεννήθηκε στά 1768.

 Όταν, λοιπόν, στα χρόνια από το 1721 και μέχρι το 1787, οι Τούρκοι πασάδες τών Ιωαννίνων και τής Αρτας, αλλά και οι Μπέηδες τού Γαρδικιού, τής Παραμυθιάς, τού Δελβίνου και τού Μαργαριτιού, επιχείρησαν συνολικά εναντίον τού Σουλίου, εννέα (9) εκστρατείες, οι Σουλιώτες -συ-νήθως με πολέμαρχο έναν Μπότσαρη- τούς αντιμετώπισαν σθεναρά και τους νίκησαν κατ’ επανάληψη.

 Οι φήμες για τις νίκες μας εκείνες, διαδίδονταν γοργά σ’ όλη την Ευ-ρώπη, ενώ οι υπόδουλοι Ελληνικοί πληθυσμοί μάθαιναν ότι κάποιοι θαρραλέοι συμπατριώτες τους αντιστέκονταν νικηφόρα στους κατακτη-τές και αυτό κρατούσε και το ηθικό τους ακμαίο, στα σκοτεινά χρόνια τής Τουρκοκρατίας.

 Ετσι, στα 1770, η Ρωσία, η οποία -τότε- πολεμούσε με την Οθωμανική αυτοκρατορία και τής πήρε πίσω την στρατηγική περιοχή τής Κριμαίας, διέβλεψε ότι το συμφέρον της επέβαλε να ξεσηκώσει σε επανάσταση τους Ελληνικούς πληθυσμούς, προφανώς για αντιπερισπασμό.

 Οπότε, έστειλε στη Μάνη πολεμικά καράβια, πού αποβίβασαν στρα-τεύματα με αρχηγούς τους πρίγκιπες Ορλώφ, ενώ σ’ εμάς τους Σουλιώ-τες έστειλε όπλα και πυρομαχικά.

 Αυτά ήσαν τά περίφημα «Ορλωφικά», όταν -σχεδόν όλος- ο Ελληνικός υπόδουλος κόσμος, ξεσηκώθηκε για άλλη μια φορά, με την προτροπή τών Ρώσων, ν’ αποτινάξει τον Τουρκικό ζυγό.

 Όμως, εκείνη η -σχεδόν πανελλήνια- επανάστασή μας (μόλις πενήντα χρόνια πρίν από το 1821), «ξεθύμανε» γιατί δεν στηρίχθηκε όπως έπρεπε από τους Ρώσους.

 Αλλά είχε και είχε τραγικές συνέπειες για τούς δυστυχείς «ραγιάδες», πού υπέστησαν σφαγές, λεηλασίες και καταστροφές στα περισσότερα Ελληνοκατοικούμενα μέρη, τόσο σε όλη την Χερσόνησο τού Αίμου, όσο και την Μικρά Ασία, αλλά και σε πολλά από τά νησιά μας.

 Τότε, και εμείς οι Σουλιώτες αντιμετωπίσαμε αλλεπάλληλες Τουρκικές «τιμωρητικές» εκστρατείες για την συμμετοχή μας στην επανάσταση, όμως εμείς είμαστε έτοιμοι από καιρό και τούς νικήσαμε θριαμβευτικά, όχι μόνο διατηρώντας την ελευθερία και την ανεξαρτησία μας, αλλά υποχρεώνοντάς τους και σε καταβολή αποζημιώσεων.

 Μάλιστα, τούς αρχηγούς τους πού αιχμαλωτίσαμε, πλήρωσε ο ίδιος ο Σουλτάνος τά λύτρα για ν’ απελευθερωθούν!!!»

 ----------------------------------------------------------

 [Σ.Σ. Οι Ελληνες τής Πελοποννήσου, τής Ρούμελης και τών νησιών, όλους όσους έφευγαν κατά καιρούς από τά μέρη τής Ηπείρου, για ν’ αποφύγουν τίς αφόρητες κα-ταπιέσεις τής Τουρκικής εξουσίας και έρχονταν «συν γυναιξί και τέκνοις», με τά κο-πάδια τους και τά υπάρχοντά τους, για να εγκατασταθούν μόνιμα στον κυρίως Ελ-λαδικό χώρο, τους ονόμαζαν γενικότερα «Αρβανίτες» και την «βαρβαρική» διάλεκτό τους ως «Αρβανίτικα».

 Ωστόσο, επισημαίνουμε ότι, η Αρβανίτικη γλώσσα εμπεριέχει δεκάδες «Πελασγι-κές» και «Ομηρικές» λέξεις και εκφράσεις, απόδειξη τής κοινής αρχαίας καταγωγής μας, αλλά και άφθονες «Λατινικές», εφ’ όσον μεσολάβησε η μακραίωνη Ρωμαϊκή κατάκτηση όλης τής άνω Ηπείρου.

 Επί πλέον, η ονομασία «Αρβανίτες» δίνονταν στους νεοφερμένους, χωρίς ν’ αμφι-σβητείται η Ελληνική φυλετική καταγωγή τους, εφ’ όσον αυτή προέκυπτε, τόσο από την διατηρούμενη Χριστιανική τους πίστη, όσο και από τον σφοδρό αντιΤουρκισμό τους, γι’ αυτό η εγκατάστασή τους στον νότιο Ελλαδικό χώρο υπήρξε οριστική και διηνεκής, αφομοιώθηκαν δε με τους γηγενείς πληθυσμούς.

 Επιβεβαίωση αυτής της ομαλής αφομοίωσης -ιστορικά τεκμηριωμένης- υπήρξε η ένθερμη και δυναμική συμμετοχή τους, σε κάθε επαναστατική εξέγερση τών γη-γενών Ελληνικών πληθυσμών, στην διάρκεια τής Τουρκοκρατίας, με αποκορύφωση την μεγάλη Επανάσταση τού 1821, όπου πολλοί από τους «Αρβανίτες» συμμε-τείχαν πάνδημα (όπως οι περίφημοι αρβανιτόγλωσσοι «Ντρέδες» τής επαρχίας Δωρίου Μεσσηνίας κ.λπ.), αλλά και πρωταγωνιστικά, σε λοιπά μέρη όπου είχαν εγκαταστα-θεί, όπως στην Λακωνία, Μονεμβασιά, Υδρα, Σπέτσες, Αττικοβοιωτία κ.ά.

 Αντίθετα, οι «Τουρκαλβανοί» ομόγλωσσοί τους, οι οποίοι ως μισθοφόροι τών Τούρκων, λυμαίνονταν τους Ελληνικούς τόπους, σφάζοντας και λεηλατώντας, όσοι -εν τέλει- επιβίωναν στις μάχες με τούς Ελληνες «Κλέφτες» και «Αρματωλούς», επέ-στρεφαν με τά λάφυρά τους στις Ηπειρωτικές-Αρβανίτικες εστίες τους, όπου παρέ-μεναν με τις οικογένειές τους, χωρίς να εγκαθίστανται στα νότια Ελληνικά μέρη, εκτός εξαιρέσεων πού απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα (λ.χ. οι εξισλαμισμένοι «Λαλαίοι» στο νομό Ηλείας).

 Αλλά, εκείνη η -συνεχιζόμενη επί αιώνες- διαφοροποίηση τών Ηπειρωτών, εξ αι-τίας τής Ισλαμοποίησης μεγάλου τμήματος τού πληθυσμού, επέφερε την αναπόφευ-κτη διχόνοια και τίς ατελείωτες αλληλοσφαγές μεταξύ μας.

 Βεβαίως, πρός μεγάλη ικανοποίηση τών Τούρκων κατακτητών, πού εφάρμοζαν -και εφαρμόζουν- άριστα την δόλια πολιτική τού «διαίρει και βασίλευε».

 Πράγματι, ιδιαίτερα στις ημέρες μας, «θα τρίζουν τά κόκκαλα» τού μεγάλου Του-ρκομάχου ηγέτη τών Ηπειρωτών (Ελλήνων και Αλβανών), τού αήττητου Γιώργη Κα-στριώτη ή «Σκεντέρμπεη», με τίς δουλοπρεπείς φιλότουρκες πολιτικές και συμπερι-φορές τών ηγετίσκων τής σημερινής Αλβανίας, πού δεν έχουν αντιληφθεί ποιός είναι ο πραγματικός -διαχρονικά δόλιος- εχθρός τών Βαλκανικών εθνών…]

-----------------------------------------------------------------------------------

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ - Σουλιώτες και Αλή πασάς

- Μποτσαραίοι και Τζαβελλαίοι

 «Ωστόσο, στα 1787, διορίζεται Πασάς τών Ιωαννίνων ο -μέχρι τότε φυ-γόδικος λήσταρχος- Αλής ο «Τεπελενλής».

 (Επειδή η προγονική ρίζα του κρατάει από το Τεπελένι τής άνω Ηπείρου, αλλά είναι και «Λιάπης», δηλαδή εξισλαμισμένος.)

 Είναι δόλιος, αδίστακτος και τυραννικός, ενώ η άνανδρη αιμοβορία του εκδηλώνεται στα φοβερά βασανιστήρια πού υποβάλλει τούς αιχμαλώ-τους Ελληνες αγωνιστές πού πέφτουν στα χέρια του ή κάποιους εύπο-ρους πού επιστρέφουν από την ξενητιά και θέλει να τού μαρτυρήσουν πού έχουν και κρύβουν το βιός τους.

 Οι αδυσώπητοι βασανιστές πού χρησιμοποιεί, εκτελώντας τίς εντολές του ξυλοκοπούν μέχρι θανάτου, τσακίζουν κόκκαλα, γδέρνουν ζωντα-νούς, βγάζουν νύχια και δόντια με τανάλιες, ρίχνουν καυτά λάδια σέ αυ-τιά ή μάτια και κρεμούν ανάποδα για ημέρες τούς δυστυχείς αιχμαλώ-τους και τούς τεμαχίζουν σάν σφάγια, ενώ ο Αλή πασάς αγαλλιάζει βλέ-ποντας τά πάθη τους και ακούγοντας τίς οιμωγές τους.

 Εχει στήσει ολόκληρο «δίκτυο» κατασκόπων, πού τόν ενημερώνουν πού υπάρχουν -σέ πόλεις και χωριά- όμορφες κοπέλες και οργανώνει την απαγωγή τους για τά τρία (3) χαρέμια του, ενώ είναι τόσο ακόλαστος πού δεν διστάζει να κλέψει ακόμη και μικρά κορίτσια ή αγόρια.

 Ωστόσο, έχει και ιδιαίτερες οργανωτικές ικανότητες, γι’ αυτό γρήγορα το πασαλίκι του επεκτείνεται εδαφικά και πέρα από την Ηπειρο, όπως στην Θεσσαλία, την Αιτωλοακαρνανία, μέχρι και σε περιοχές τής Πελο-ποννήσου.

 Στα μέρη αυτά, ο Αλής διορίζει πασάδες τους γυιούς του, Μουχτάρ και Βελή, πού είναι το ίδιο αιμοβόροι, σκληροί και αρπακτικοί σε βάρος τών υπόδουλων Ελληνικών πληθυσμών.

 Επίσης, επειδή -όπως είπα- είναι άπληστος στο χρήμα, οργανώνει λη-στρικούς εισπρακτικούς μηχανισμούς, φοροκλέβοντας με κάθε «δικαιο-λογία» τίς περιουσίες όλων τών ευπόρων υπηκόων του, Χριστιανών, Μουσουλμάνων και Εβραίων, αδιάκριτα.

 Θέλει ν’ αποκτήσει όσο το δυνατό μεγαλύτερο πλούτο, γιατί -όπως δεί-χνει με τις ενέργειές του- ο στόχος του είναι ν’ αυτονομηθεί από τον Σου-λτάνο γιά να έχει δικό του ανεξάρτητο κράτος.

 Για τους μεγαλεπήβολους σκοπούς του, ο Αλή πασάς φέρνει Ευρω-παίους μηχανικούς πού φτιάχνουν απόρθητο το κάστρο τών Ιωαννίνων όπου μόνιμα διαμένει, αλλά οχυρώνει καλά και άλλες πόλεις τής -ολοέ-να και μεγαλύτερης- επικράτειάς του, όπως η Πρέβεζα, η Αρτα κ.λπ

 Ωστόσο, οι Ελληνες, πού σε όλη την διάρκεια τής Τουρκοκρατίας, πο-τέ δεν υπέκυψαν τελείως στους κατακτητές, πολύ συχνά επαναστατούν, ιδίως σε μέρη πού είχαν από παλαιότερα πολεμική παράδοση.

 Ετσι, οι επαναστάσεις είναι συχνές στη Χιμάρα, στη Μάνη, στην Κρή-τη, στον Ολυμπο, στ’ Αγραφα και τον Βάλτο, όπου έχουν τά «λημέρια» τους πολλοί «κλέφτες».

 Πρόκειται για ανυπότακτους πολεμιστές που αντιστέκονται στους κατα-κτητές, υπερασπίζοντας και προστατεύοντας τους συγγενείς και τούς συγχωριανούς τους από τις συνεχείς αρπακτικές αυθαιρεσίες τών Τού-ρκων και τών μισθοφόρων τους Τουρκαλβανών, αλλά και από τά μισητά «παιδομαζώματα».

 Ομως, περισσότερο απ’ όλους, ενοχλεί τούς Τούρκους το Σούλι μας, πού βρίσκεται πολύ κοντά στά «σεράγια» τού Αλή πασά, απέχοντας μό-νον 12 ώρες οδοιπορία από τά Γιάννενα.

 Το Σούλι είναι «το μεγάλο καρφί στο μάτι» του, εφ’ όσον αμφισβητεί αγέρωχα την εξουσία του και τον «ντροπιάζει» στον Σουλτάνο, γι’ αυτό και θέλει να μάς «ξεριζώσει» με κάθε αντίτιμο.

 Στα 1788, η «Τσαρίνα» τής Ρωσίας, η περίφημη Μεγάλη Αικατερίνη, στέλνει απεσταλμένο της στο Σούλι και μάς προτείνει συμμαχία, η οποία υπόσχονταν πολλά για την υπόδουλη Ελλάδα.

 Η Δημογεροντία μας συνεδριάζει και αποδέχεται την πρόταση τής Τσαρίνας, απαντώντας επίσημα με επιστολή πού την υπογράφουν -τον Μάρτιο 1789- οι οπλαρχηγοί: Γιώργης Μπότσαρης, Λάμπρος Τζαβέλ-λας, Βέϊκος Ζάρμπας, Νικολός Ζέρβας, Δήμος Δράκος κ.λπ.

 Εκείνη την απαντητική επιστολή, όπου -μεταξύ άλλων- εκθέτουμε την απόφασή μας ν’ αγωνιστούμε για μιά ελεύθερη πατρίδα, την προσκο-μίζει στην Μεγάλη Αικατερίνη 5μελής αντιπροσωπεία μας, στην οποία επικεφαλής είναι ο θείος μου Δημήτριος-Τούσιας Μπότσαρης.

 (Ενα πανώριο παλληκάρι, όπως θα μνημονεύουν -για πολλά χρόνια ακόμη- ο πατέρας μου και οι θείοι μου, για τον μεγαλύτερο αδελφό τους…)

 Η Τσαρίνα, απονέμει στον Τούσια Μπότσαρη τον βαθμό τού Ταγματά-ρχη τού Ρωσικού στρατού και ο θείος μου παραμένει και εκπαιδεύεται στρατιωτικά, εκεί στην Ρωσία, επί δύο ολόκληρα χρόνια.

 Οταν πρόκειται να επιστρέψει στο Σούλι, η ίδια η Τσαρίνα -πού τον έχει υπό την υψηλή προστασία της- τον αποχαιρετά θερμά, δωρίζοντάς του μιά κεντημένη στο χέρι σημαία, η οποία έχει στην μία όψη τον Αη-Γιώργη και στην άλλη τον Αη-Δημήτρη, τους Αγίους πολεμιστές τών Ελλήνων. (Την σημαία αυτή την κατέχουμε εμείς οι Μποτσαραίοι, ως ιστορικό κει-μήλιο και πολλές φορές «προπορεύεται» στίς μάχες πού δίνουμε στην Επανάσταση τού 1821.)

 Ο Αλή πασάς, πού πληροφορείται τά γεγονότα αυτά, ανησυχεί και σπεύδει νά οργανώσει την πρώτη (1η) εκστρατεία του εναντίον μας, την άνοιξη τού 1789.

 Συγκεντρώνει δέκα χιλιάδες Τουρκαλβανούς (10.000) και ως το Φθι-νόπωρο -επί τέσσερις συνεχείς μήνες- πολιορκεί το Σούλι, επιχειρώντας αλλεπάλληλες επιθέσεις στα χωριά μας.

 Όμως, όχι μόνον δεν καταφέρνει να μάς κάμψει, αλλά αποσύρεται ντροπιασμένος και με γραπτή συνθήκη πληρώνει σημαντική αποζημίω-ση στους αρχηγούς μας, παραχωρώντας τους και την ευθύνη για τήν τήρηση τής τάξεως, σε όλες τις πεδινές περιοχές γύρω από το Σούλι.

 Ωστόσο, παρ’ όλη την δεινή ήττα του, ο Αλή Πασάς -στα 1792- ξανα-δοκιμάζει για 2η φορά να πάρει το Σούλι, αλλ’ αυτή την φορά με πολύ δόλιο τρόπο.

 Προφασίζεται ότι θα εκστρατεύσει κατά τού αντιπάλου του πασά τού Αργυροκάστρου και ζητάει ενίσχυση από τους Σουλιώτες, τάζοντας με-γάλους «λουφέδες», όπως λένε οι Τούρκοι τις χρηματικές αμοιβές.

 Κάποιοι Σουλιώτες -εβδομήντα στο σύνολο, με αρχηγό τον Λάμπρο Τζαβέλλα- πείθονται και ξεκινούν για να εκστρατεύσουν μαζί του.

 Όμως, ο ύπουλος Αλής έχει προετοιμάσει καλά το σχέδιό του.

 Στην προσχηματική πορεία πρός το Αργυρόκαστρο και σε στάθμευση για ανάπαυση, προκαλεί τους Σουλιώτες να συναγωνιστούν με δικούς του Τουρκαλβανούς σε αθλητικά αγωνίσματα, τάζοντας πολύτιμα έπα-θλα για τους νικητές!!!

 Οταν εκείνοι αφήνουν στην άκρη τά όπλα τους για ν’ αγωνιστούν, ο Αλή πασάς δίνει σύνθημα και η πολυάριθμη φρουρά του αιχμαλωτίζει όλους τούς άοπλους Σουλιώτες, εκτός από ένα παλληκάρι, πού -τρέχο-ντας επί ώρες- φθάνει «ξέπνοο» στο Σούλι και ανακοινώνει τά «κακά μα-ντάτα».

 Αμέσως, ο πολέμαρχος Γιώργη Μπότσαρης ξεσηκώνει όλα τά χωριά τού Σουλίου, ενώ καταφθάνει και ο Λάμπρο Τζαβέλλας, ο οποίος κατά-φερε να ξεγελάσει τον Αλή Πασά, με την υπόσχεση να πείσει τους Σου-λιώτες να δηλώσουν υποταγή σ’ αυτόν και αφήνοντας όμηρο στα χέρια του, τον πρωτότοκο γυιό του Φώτο.

 Η επιστολή πού στέλνει ο Λάμπρο Τζαβέλλας στον Αλή πασά για να τού δηλώσει ότι, βρίσκεται στο Σούλι έτοιμος να τον αντιμετωπίσει, έστω και θυσιάζοντας τον γυιό του, είναι μνημείο Σουλιώτικης λεβεντιάς και υπερηφάνειας.

 Εχει συνταχθεί -όπως και όλα τά έγγραφά μας- στην Ελληνική γλώσ-σα- και το περιεχόμενό της πρέπει να το διδασκόμαστε στα σχολειά.

 (Εξηγώ ότι, στις προφορικές μας επικοινωνίες και συναλλαγές, εκτός από τά Ελ-ληνικά, γνωρίζουμε και τά Αρβανίτικα, πού τά χρησιμοποιούμε συχνά, λόγω τής επι-κοινωνίας και τών αναγκαίων συναλλαγών μας με τους εξισλαμισμένους συμπατρι-ώτες μας.)

 Ωστόσο, τά στρατεύματα τού Αλή πασά έρχονται με «βιάση» και ο παππούς μου Γιώργης Μπότσαρης με τόν θείο μου Τούσια, σχεδιάζουν άμεσα και στρατηγικά πώς θα αντιμετωπίσουν την εισβολή τους.

 Οι Σουλιώτες, με απόλυτη πειθαρχία υποχωρούν και παρασύρουν τους επιτιθέμενους Τουρκαλβανούς μέσα και βαθειά στο εσωτερικό ορο-πέδιό μας, ενώ μιά ισχυρή δύναμή μας, με επικεφαλής τον Τούσια Μπό-τσαρη, ενεδρεύει σε κρυφό σημείο, στα νώτα τους.

 Ετσι, όταν οι ανύποπτοι εχθροί προωθούνται μέχρι την οχυρή Κιάφα, πού την υπερασπίζει ο πολέμαρχος παππούς μου με την κύρια δύνα- μή μας, ξαφνικά βρίσκονται ανάμεσα σε διασταυρωμένα πυρά και απο-δεκατίζονται, ενώ όσοι επιζούν, πέφτουν πανικόβλητοι στους γκρεμούς για να γλυτώσουν

 Εκεί ο Τούσια Μπότσαρης θα σκοτώσει -σε προσωπική μονομαχία με τά σπαθιά- έναν από τους πιό σημαντικούς αρχηγούς τών Τουρκαλβα-νών.

 Στήν τελική μάχη παίρνουν μέρος και οι Σουλιώτισσες, με επικεφαλής την Μόσχω Τζαβέλλα και την -ανίκητη στο σπαθί- νεαρή Χάϊδω Σέχου, πού είναι και «αδελφοποιητή» τού Φώτου Τζαβέλλα.

 Ο ίδιος ο Αλής, πανικοβλημένος, «σκάει» τ’ άλογό του για να σωθεί στο κάστρο του, αφού μερικά από τά παλληκάρια μας τον καταδιώκουν μέχρι και έξω από τά Γιάννενα!!!

 Αλλά, ο δόλιος Αλής, διαπιστώνοντας και στην πράξη ότι, ο «Τούσια» Μπότσαρης έχει ιδιαίτερες ικανότητες και θα είναι επικίνδυνος για τά μέλλοντα κακόβουλα σχέδιά του, σχεδιάζει προσεκτικά την δολοφονία του.

 Με κάποια αφορμή, τον εμπλέκει σε σύγκρουση με την ισχυρή οικογέ-νεια τών «Τσαπαραίων» -Τουρκαλβανών Μπέηδων τού Μαργαριτιού- οπότε, ο ιδιοφυής και γενναίος Τούσια Μπότσαρης, σκοτώνεται σε άνιση μονομαχία με πολεμιστές από την διαβόητη εκείνη «φάρα» και τον χά-νουμε άκαιρα, στα 1793.

 (Αφήνοντας «κοιλάρφανο» τον μοναχογιό του και πρώτο εξάδελφό μου Θανάση-αλλά και επίσης «Τούσια», για θύμηση τού πατέρα του- Μπότσαρη, πού γεννιέται λίγους μήνες αργότερα και σ’ όλη μου την ζωή θα τον έχω πλάϊ μου, «σταυρα-δελφό» και συμμαχητή στους πολέμους μας για την ελευθερία τής Πατρίδος.)

 Επίσης, στα 1795, πεθαίνει ο ηρωϊκός Λάμπρος Τζαβέλλας, από τά βαρειά τραύματα πού είχε λάβει στον προηγούμενο πόλεμο και αρχηγός τής φάρας τών Τζαβελλαίων γίνεται ο νεαρός Φώτο Τζαβέλλας, πού τον είχε απελευθερώσει ο Αλής, με την υστερόβουλη σκέψη να μάς προκα-λέσει διχόνοια. (Και τελικά δεν πέφτει έξω…)

 Οταν η Συνέλευση τών αρχηγών τών φαρών, θα εκλέξει πολέμαρχο για τον επόμενο χρόνο τον νεαρό Φώτο Τζαβέλλα, ο παππούς μου Γιώ-ργη Μπότσαρης πικραίνεται αβάσταχτα και το «γυαλί ραγίζει», στις σχέ-σεις μας με τους Τζαβελλαίους

 -----------------------------------------

 [Σ.Σ. Σημειώνουμε ότι, εάν ο «κοιλάρφανος» Τούσια-Μπότσαρης, είχε τ ε χ θ ε ί πρίν από τον αδόκητο θάνατο τού πατέρα του, όταν θα ενηλικιώνονταν, θα ήταν εκείνος ο κληρονομικός αρχηγός τής φάρας τών Μποτσαραίων, λόγω τών κανόνων τής «αρρενογονίας» πού ίσχυε στους Σουλιώτες και -ίσως- η ιστορία όπως την πε-ριγράφουμε, να είχε γραφεί αλλιώς…]

 Κεφάλαιο Δ’ - Ο Γιώργης Μπότσαρης σφάλλει

- Οι Μποτσαραίοι στο Βουλγαρέλι

- Τρία χρόνια πολιορκία τού Σουλίου - Το Σούλι πέφτει

- Κούγκι, Ζάλογγο και Ρινιάσσα

 «Τον ίδιο χρόνο, η -από τά αρχαία χρόνια- ανίατη ασθένεια τών Ελλή-νων, η δολερή διχόνοια, πλήττει και το Σούλι μας.

 Με αφορμή ένα υπερβολικό πείσμα, ο παππούς μου Γιώργη Μπότσα-ρης, αποσύρεται στο σπίτι του στο «Παληοχώρι Μπότσαρη» πού είναι απόμακρο από το κεντρικό «Τετραχώρι» και αρνείται να συμμετέχει πλέ-ον στα κοινά.

 Ο πονηρός Αλής, πού έχει παντού «αυτιά και μάτια», το μαθαίνει και δεν χάνει την ευκαιρία.

 Με πολλά δώρα και υποσχέσεις, ακόμη και με προσωπική, τιμητική επίσκεψη στο σπίτι τού Παππού μου -πού δεν είχε κάνει ποτέ και για κανέναν- τον πείθει να πάρει μιά καταστροφική απόφαση.

 Με την οποία -δυστυχώς- συμφωνεί και ο πατέρας μου Κίτσο Μπότσα-ρης, πού είναι τώρα ο μεγαλύτερος γυιός του και διάδοχός του στην αρχηγία τής φάρας μας.

 Τους προσφέρει το πλούσιο αρματολίκι τών Τζουμέρκων και υπόσχε-ται πολλά «πουγγιά» με χρυσά νομίσματα, γιά να «βγάλουν» από το Σούλι την φάρα μας και όσους άλλους μπορούν.

 Αυτό γίνεται την ίδια χρονιά τού 1799, αφού η απόφαση τού αρχηγού τής φάρας είναι νόμος για ‘μάς.

 Ετσι, όλη η φάρα τών Μποτσαραίων, με τούς γαμπρούς, τους συμπε-θέρους και τους κουμπάρους μας, καθώς και άλλες μικρότερες φάρες πού μάς ακολουθούν -περί τά χίλια άτομα- εγκαταλείπουμε το Σούλι και πορευόμαστε στα χωριά τών Τζουμέρκων, όπου η εγκατάστασή μας γί-νεται στο πλούσιο κεφαλοχώρι «Βουργαρέλι», αλλά και σε γύρω χωριά τού αρματωλικιού.

 Είμαι ήδη δέκα χρόνων και είναι αβάσταχτη η στενοχώρια και η θλίψη πού έχουμε όλοι, εγκαταλείποντας τά αγαπημένα βουνά μας.

 (Σ’ όλη μου την ζωή, οι προσπάθειές μου θα είναι να ξαναπάρω το Σούλι από τούς Τούρκους, γιά να επανορθώσω το μεγάλο σφάλμα τού παππού και τού πατέρα μου, αλλά και να το κάνω προπύργιο σωτήριο για την μεγάλη μας Επανάσταση τού 1821. Τελικά θα το κατορθώσω, από τον Δεκέμβριο τού 1820, έστω και για λίγα χρό-νια μόνον...)

 Ωστόσο, ο Αλή πασάς πού είναι μνησίκακος και ποτέ δεν ξεχνά όποι-ον τού αντιστέκεται, ξεκινάει τον Ιούνιο 1800, την 3η εκστρατεία του ένα-ντίον μας.

 Συγκεντρώνει στράτευμα, από δώδεκα χιλιάδες (12.000) Τούρκους και Τουρκαλβανούς, τάζοντάς τους μεγάλα «μπαξίσια» και «λουφέδες» (δώ-ρα και μισθούς) για να τους φανατίσει περισσότερο.

 Προηγουμένως έχει καταλάβει τά σημαντικά Ηπειρωτικά λιμάνια τού Ιονίου πελάγους, Βουθρωτό, Ηγουμενίτσα και Πρέβεζα, οπότε οι Σουλι-ώτες έχουν για τον εφοδιασμό τους μόνο την Πάργα, και αρχίζουν να στερούνται τροφές και πολλά από τά απαραίτητα τών πολέμων».

 ------------------------------------------

 [Σ.Σ. Ο Αλή πασάς, συνεχώς επεκτεινόμενος, περιέλαβε στην επικράτειά του την Αρτα και την Πρέβεζα, στά 1796. Η Πρέβεζα -αν και απελευθερώθηκε γιά λίγο το 1798 από τούς Γάλλους με την βοήθεια τών Σουλιωτών- μετά από μία σημαντική μάχη στα ερείπια τής αρχαίας Νικόπολης, ανακατελήφθη από τούς Τούρκους και παρέμεινε οχυρωμένο λιμάνι, πολύ προσοδοφόρο εμπορικά γιά τον Αλή Πασά.]

 ------------------------------------------

 «Παρ’ όλα αυτά, η συνέλευση τών αρχηγών δεν διστάζει και στις προ-τάσεις τού Αλή πασά, ν’ αποχωρήσουν οι Σουλιώτες από το Σούλι με πολλά ανταλλάγματα, εκείνοι αποφασίζουν τον πόλεμο μέχρι θανάτου.

 Στις ανελέητες μάχες πού επακολουθούν, οι Σουλιώτες νικούν παντού, όμως, ο δόλιος Αλής, έχει στον καταχθόνιο νού του κι άλλο σχέδιο.

 Αρχίζει να κτίζει οχυρά σε όλα τά καίρια σημεία και περάσματα γύρω από το Σούλι, στοχεύοντας σε μακροχρόνιο αποκλεισμό τών Σουλιω-τών, ενώ -χωρίς τους Μποτσαραίους- το Σούλι ήδη έχει χάσει μεγάλο μέρος από την πολεμική δύναμή του.

 Ετσι, παρ’ ότι, οι υπόλοιποι Σουλιώτες αντιστέκονται καρτερικά επί τρί-α (3) χρόνια στην διαρκή πολιορκία τού Αλή Πασά, πότε με πολέμαρχο τον Φώτο Τζαβέλλα και πότε χωρίς αυτόν, στα τέλη τής χρονιάς 1803, το Σούλι μας «ψυχορραγεί».

 (Σημειώνω ότι οι διαβολές τού Αλή πασά είχαν πείσει τους Σουλιώτες να «εξο-στρακίσουν» τον Φώτο Τζαβέλλα για κάποιο διάστημα στην Πάργα, μετά από την ψεύτικη υπόσχεσή του, ότι -δήθεν- έτσι θα έλυνε την πολιορκία τού Σουλίου…)

 Οπότε, μετά από μία τελευταία σκληρή και απελπισμένη μάχη στις 7 Δεκεμβρίου 1803, η οποία δόθηκε στην Κιάφα, την επομένη κιόλας ημέ-ρα, οι πολιορκημένοι Σουλιώτες, αναγκασμένοι από την αφόρητη πείνα και έχοντας μείνει σχεδόν χωρίς πυρομαχικά, αλλά και σε διχόνοια από τά άφθονα χρυσά νομίσματα πού μοιράζει συνεχώς ο Αλή πασάς, παί-ρνουν -με βαρειά καρδιά- την απόφαση να συνθηκολογήσουν.

 Ο ίδιος ο γυιός τού Αλή, ο Βελή πασάς, υπογράφει στις 12 Δεκεμβρί-ου την συνθήκη ανακωχής, σύμφωνα με την οποία, όλοι οι Σουλιώτες, μικροί και μεγάλοι, ελεύθερα και ανεμπόδιστα, μπορούν να φύγουν με τά όπλα και με τά λιγοστά υπάρχοντα πού μπορεί ο καθένας να σηκώσει.

 Οι περισσότεροι -περίπου 2.500- με επικεφαλής τον Φώτο Τζαβέλλα, αλλά και τους: Δήμο Δράκο, Τζήμα Ζέρβα και Γκόγκα Δαγκλή, ξεκινούν για την κοντινή Πάργα, ενώ ένα μικρότερο σώμα -περί τους 500- με επι-κεφαλής τους γερο-Νικόλα Κουτζονίκα και Κωλέτση Φωτομάρα, ξεκινάει για την Πρέβεζα.

 Πίσω στην Κιάφα και στον λόφο «Κούγκι», όπου οι Σουλιώτες είχαν μετατρέψει το εκκλησάκι τής Αγίας Παρασκευής σε αποθήκη πυρομαχι-κών, παραμένει μόνον ο απροσκύνητος καλόγερος Σαμουήλ, μαζί με λί-γους (5 ή 6) πολεμιστές, οι οποίοι αρνούνται να εκπατρισθούν.

 Οι Τουρκαλβανοί, με πολλές προφυλάξεις, φθάνουν ως εκεί και αρχί-ζουν να λοιδωρούν και ν’ απειλούν τον καλόγερο και τούς έγκλειστους Σουλιώτες, παρά τις συμφωνίες πού έχουν προηγηθεί.

 Όταν -όμως- επιχειρούν να μπούν βίαια στην εκκλησία-αποθήκη, ο «α-ράθυμος» γέρο-καλόγερος βάζει φωτιά στα βαρέλια με το μπαρούτι και από την φοβερή έκρηξη που επακολουθεί, σκοτώνονται οι λίγοι έγκλει-στοι, καθώς και δεκάδες Τουρκαλβανοί πού είχαν κυκλώσει το «Κού-γκι».

 Αλλά, η απρόοπτη και ηρωϊκή εκείνη πράξη, δίνει στον δόλιο Αλή Πα-σά την αφορμή να θεωρήσει ότι οι Σουλιώτες έχουν -δήθεν- παραβεί τις συμφωνίες για ειρηνική αποχώρηση και διατάζει την άμεση καταδίωξή τους. (Λέγοντας μιά φράση-διαταγή πού έμεινε ιστορική και δείχνει το μένος του για τους Σουλιώτες: «Στο Σούλι, να μήν ξανακαπνίσει τζάκι ποτέ»…)

 Ετσι, αρχίζει η τελευταία πράξη στο δράμα τής εγκαταλείψεως τού Σουλίου, όπου οι -υπό τον Φώτο Τζαβέλλα- Σουλιώτες, προλαβαίνουν, μαχόμενοι και «με την ψυχή στο στόμα», νά φθάσουν στην Πάργα, γλυ-τώνοντας μόλις από τους διώκτες τους, πού έχουν επικεφαλής τον ίδιο τον Βελή πασά.

 Όμως, εκείνους πού πορεύονται για την Πρέβεζα, τους προλαβαίνουν οι Τουρκαλβανοί, πού έχουν επικεφαλής τούς έμπειρους οπλαρχηγούς τού Αλή πασά, Μπεκήρ Τζογαδούρο και Σιλιχτάρ Μπόντα, οπότε πιάνο-νται σε μάχη έξω από το χωριό Καμαρίνα, πού βρίσκεται ακριβώς κάτω από τά ερείπια τής αρχαίας Ηπειρωτικής πόλεως «Κασσώπης».

 Παράλληλα, περίπου σαράντα (40) γυναίκες με μωρά παιδιά, μαζί και λίγοι άνδρες πού τίς συνοδεύουν, ανεβαίνουν από μιά κρυφή «σκάλα» (δηλαδή απότομο και ανηφορικό μονοπάτι), στα βράχια ενός κοντινού από-κρημνου οροπεδίου, πού λέγεται «Ζάλογγος».

 Στην Καμαρίνα, οι άνδρες Σουλιώτες, με επικεφαλής τον γέρο-Κου-τζονίκα, πολεμούν επί ώρες εκεί πού οχυρώθηκαν και, όταν τους τελει-ώνουν τά μπαρουτόβολα, ξεθηκαρώνουν τά σπαθιά τους και επιχειρούν με «γιουρούσι» να διασπάσουν τον θανάσιμο κλοιό.

 Πολλοί -μαζί και ο γέρο-Κουτσονίκας- το κατορθώνουν, ενώ άλλοι πιά-νονται αιχμάλωτοι.

 Ομως, αρκετοί Τουρκαλβανοί προσπαθούν ν’ ανέβουν και στο Ζάλογ-γο για να αιχμαλωτίσουν τά γυναικόπαιδα πού είχαν καταφύγει εκεί, γιατί ο Αλή πασάς έχει επικηρύξει κάθε Σουλιώτικο κεφάλι με πολλά «γρό-σια».

 Οι λίγοι άνδρες πού τά υπερασπίζουν, αντιστέκονται με επιτυχία στήν απόκρημνη «σκάλα», όσο έχουν πυρομαχικά, αλλά, όταν αυτά τελειώ-νουν, αποτραβιούνται όλοι μαζί στην άκρη τού γκρεμού, βλέποντας -με ανήμπορη απελπισία- τους διώκτες τους να πλησιάζουν απειλητικά.

 Δεν θα μάθουμε ποτέ, ποιά ήταν η θαρραλέα Σουλιώτισσα πού παρό-τρυνε τις υπόλοιπες ν’ αυτοκτονήσουν όλες μαζί, για να μην πέσουν στα χέρια τών Τουρκαλβανών.

 Ομως, αυτό έγινε με τρόπο πού θα τον μνημονεύουν στο μέλλον οι γενιές τών Ελλήνων και τών Ελληνίδων.

 Πιάνονται στο χορό τραγουδώντας ένα τραγούδι μας:

 «…Στη στεριά δεν ζεί το ψάρι, ούδ’ ανθός στην αμμουδιά,

 κι οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε, δίχως την ελευθεριά……»

 Οπότε, κάθε μιά πού φθάνει στο χείλος τού γκρεμού, ρίχνει πρώτα το παιδί της, φιλεί την επόμενη και γκρεμίζεται στο χάος, ενώ οι Τουρκα-λβανοί τις βλέπουν κατάπληκτοι από μακρυά και δεν πιστεύουν στα μά-τια τους.

 Ωστόσο, λίγα χιλιόμετρα πιό μακριά από το Ζάλογγο, στην Ρινιάσσα -πολύ κοντά στην ακτή τού Ιονίου πελάγους- όπου υπάρχει οχυρό σπίτι, πού το λένε «πύργο τού Δημουλά», έχουν «απαγγειάσει» μερικές Σου-λιώτικες οικογένειες, πού έφυγαν χώρια από τους πολλούς.

 Οι Τουρκαλβανοί το μαθαίνουν και τριακόσιοι από αυτούς, με αρχηγό τον Σιλιχτάρ Μπόντα, σπεύδουν να πολιορκήσουν τον «πύργο», γιατί θέλουν κι άλλα Σουλιώτικα κεφάλια.

 Οι κλεισμένοι εκεί λίγοι άνδρες Σουλιώτες, έχουν επικεφαλής μιά δυνα-μική «αντρογυναίκα», την Δέσπω, χήρα τού Γιώργη Μπότση, η οποία αρνιέται αγέρωχα τις προτάσεις τών Τουρκαλβανών για παράδοση και προστάζει ν’ ανοίξουν «πύρ» εναντίον τους.

 Η πολιορκία κρατά ώρες, οι Τουρκαλβανοί ματώνουν για τά καλά, με-χρι πού τά πυρομαχικά τών «κλεισμένων» Σουλιωτών τελειώνουν και οι εχθροί πού το καταλαβαίνουν, ορμούν και παραβιάζουν την πύλη.

 Η μάχη συνεχίζεται στο εσωτερικό τού πύργου με τά σπαθιά και οι λί-γοι άνδρες υπερασπιστές του πέφτουν ο ένας μετά τον άλλον, αφού οι εχθροί δεν τελειώνουν.

 Η άφοβη Δέσπω Μπότση έχει συγκεντρώσει γύρω της, στο υπόγειο τού πύργου, τά γυναικόπαιδα τής φαμελιάς της και έχει φυλαγμένο κο-ντά της ένα τελευταίο βαρέλι με μπαρούτι.

 Όταν οι εχθροί φθάνουν στο υπόγειο και ορμούν εναντίον τους, δεν δι-στάζει. Βάζει φωτιά στο μπαρούτι και η φοβερή έκρηξη σκοτώνει τους πάντες εκεί μέσα, ενώ η «βροντή» της ακούγεται χιλιόμετρα μακρυά.

 Ισως μέχρι το Κούγκι, σαν τελευταίος αντιχαιρετισμός στούς άλλους «απόκοτους» τού Σαμουήλ…»

 

 Κεφάλαιο Ε’ - Οι Μποτσαραίοι μόνοι - Πορεία πρός τον Σέλτσο

 «Στο μεταξύ, εμείς οι Μποτσαραίοι -πού κατοικούμε από το 1799 στο Βουλγαρέλι και στα γύρω χωριά τών Τζουμέρκων- μαθαίνουμε σχεδόν αμέσως τά τραγικά γεγονότα.

 Ο πατέρας μου Κίτσο Μπότσαρης, πού είναι τώρα ο κληρονομικός αρ-χηγός τής φάρας μας (εφ’ όσον ο παππούς μου Γιώργης Μπότσαρης έχει ήδη αυτοκτονήσει με δηλητήριο, από τις τύψεις του για το ολέθριο σφάλμα του…), στέλνει έφιππο απόσπασμα με επικεφαλής τον νεώτερο αδελφό του, τον Νίκηζα Μπότσαρη, για να πληροφορηθούμε τι ακριβώς έχει συμβεί.

 Φθάνοντας στο χωριό Λούρος, πού είναι κοντά στην Καμαρίνα και τον Ζάλογγο, ο Νίκηζας και οι λοιποί έφιπποι Μποτσαραίοι, ανταμώνουν με εκείνους από την φάρα τού Κουτσονίκα, πού είχαν διασπάσει τον κλοιό τών Τουρκαλβανών.

 (Σημειώνω ότι, ο γέρο-Κουτσονίκας είναι και συγγενής μας, αφού η γιαγιά μου Δέσπω, χήρα τού Γιώργη Μπότσαρη, είναι αδελφή του.)

 Οι δικοί μας σμίγουν μαζί τους και επιστρέφουν όλοι στο Βουλγαρέλι, όπου ενημερώνουν τον πατέρα μου για όσα από τά παραπάνω γνωρί-ζουν.

 Είμαι σχεδόν δεκαπέντε ετών και αντιλαμβάνομαι πολύ καλά την ανη-συχία τών μεγαλυτέρων.

 Ο Κίτσο Μπότσαρης συγκαλεί αμέσως σε συμβούλιο τούς αρχηγούς τών φαρών για ν’ αποφασίσουν το «πώς» πρέπει να ενεργήσουν.

 Ολοι καταλαβαίνουμε τώρα «ΤΙ» μάς περιμένει…

 Ο πατέρας μου έχει την γνώμη πώς θα είμαστε ασφαλέστεροι σε με-ρος πιό κατάλληλο για ν’ αμυνθούμε, επειδή στο Βουλγαρέλι το μέρος είναι «ανοιχτό» από γύρω και οι εχθροί μπορούν να μάς επιτεθούν από πολλές μεριές και -επί πλέον- τά Γιάννενα και ο Αλή πασάς είναι πολύ κοντά μας.

 Γι’ αυτούς τους λόγους, ο Κίτσο Μπότσαρης προτείνει να κατευθυ-νθούμε πρός τά Ραδοβύζια και τον Αχελώο ποταμό, με σκοπό να περά-σουμε στα ορεινά Αγραφα τής Θεσσαλίας, διαβαίνοντας το ποτάμι από την μεγάλη λιθόκτιστη γέφυρα τού «Κοράκου».

 Αλλωστε, εκεί στα Αγραφιώτικα βουνά έχει τα λημέρια του και ο Κα-τσαντώνης, πού είναι ξακουστός και δυνατός οπλαρχηγός, αλλά είναι και άσπονδος εχθρός τού Αλή πασά, οπότε, ίσως έχουμε και την ενί-σχυσή του.

 Κανένας άλλος δεν έχει να προτείνει διαφορετική γνώμη.

 Ετσι, όλοι οι Μποτσαραίοι και οι λοιποί Σουλιώτες σύμμαχοί μας, ξεση-κωνόμαστε και σέ δυό ημέρες -παίρνοντας όσα υπάρχοντά μας μπο-ρούμε να σηκώσουμε- πρωϊ-πρωϊ, ξεκινάμε μιά βιαστική πορεία πρός τό άνω Ραδοβύζι.

 (Η περιοχή τού άνω Ραδοβυζίου όπου πορευόμαστε είναι ορεινή και «αντα-ρτομάννα», έχει επτά (7) χωριά, και βρίσκεται στα ανατολικά τών Τζουμέρκων.

 Συνορεύει με το αρματωλίκι πού παραχώρησε ο Αλή πασάς στον παππού μου Γιώργη Μπότσαρη, ενώ -στα χρόνια πού μείναμε εκεί- κάποιοι Ραδοβυζινοί, έχουν γίνει φίλοι με τον θείο μου Νίκηζα Μπότσαρη.

 Την περιοχή ορίζουν τά δύο μεγάλα ποτάμια, ο Αραχθος, πού ρέει από τά Τζου-μέρκα πρός την Αρτα και ο Αχελώος ή «Ασπρος» πού πηγάζει από την Πίνδο, ρέει μέσα από τα βουνά τών Τρικάλων και χωρίζει το Ανω Ραδοβύζι από την Θεσσαλικά Αγραφα, ρέοντας πρός τον «Βάλτο».

 Εκεί, ο Αχελώος συναντά τον μεγάλο παραπόταμό του, τόν «Ταυρωπό» πού ρέει από τά βουνά τής Καρδίτσας και τής Ευρυτανίας, οπότε, το μεγάλο ποτάμι, συνεχίζει πρός τις εκβολές του, στο Ιόνιο πέλαγος.)

 Η πορεία μας είναι κοπιαστική, ενώ κάνει δριμύ κρύο -αφού είναι Δεκέμβριος μήνας- και οι κορυφές τών γύρω βουνών, ήδη κρατούν πολύ χιόνι.

 Είμαστε -μετρημένοι- χίλιοι εκατόν σαράντα οκτώ (1.148), άνδρες, γυναίκες και παιδιά, έχουμε φορτωμένα πολλά μουλάρια και άλογα, ενώ «σαλαγάμε» και κοπάδια με γιδοπρόβατα.

 Εννοείται ότι, ο καθένας από τους ενήλικους άνδρες μας έχει τά όπλα του -«καριοφύλλι» στον ώμο, «κουμπούρια» και σπαθί ή «πάλα»- στο ζωνάρι και στο «σελάχι» του.

 Εγώ, έχω δώρο από τον πατέρα μου, μιά μικρή και κοφτερή «πάλα», πού την έχω περασμένη -με το θηκάρι της- στο πλατύ υφαντό ζωνάρι μου και ανυπομονώ να την χρησιμοποιήσω.

 Την ίδια ημέρα, περνώντας διαδοχικά, από τα αραιοκατοικημένα χω-ριά «Μήγερι», «Βρατσίστα», «Σεκλίστα» και «Μηλιάνα», αργά το από-γευμα, μετά από πορεία σχεδόν τριάντα (30) χιλιομέτρων, φθάνουμε στο τελευταίο -πρίν από τον Αχελώο- χωριό τού άνω Ραδοβυζίου, την «Βρε-στενίτσα».

 Εχειι αρκετά σπίτια και είναι κτισμένο στα οκτακόσια μέτρα υψόμετρο, στις ανατολικές υπώρειες του μεγάλου ορεινού όγκου πού λέγεται «Κοκ-κινόλακκος» και τον είχαμε στα αριστερά μας σ’ όλη την πορεία μας, από την «Βρατσίστα» μέχρι την «Βρεστενίτσα».

 Από το ύψος τού χωριού αντικρύζουμε τον ποταμό Αχελώο πού ρέει χαμηλά, στους πρόποδες τού βουνού, σε κοντινή απόσταση από την Βρεστενίτσα και διακρίνουμε το ξακουστό πέτρινο γεφύρι τού «Κορά-κου», πού συνδέει την περιοχή τού άνω Ραδοβυζίου με την Θεσσαλία.

 Κάτω από την μεγάλη «καμάρα» του, κυλάει ορμητικός ο ξακουστός Αχελώος, πού τον λένε και «Ασπροπόταμο» ή και «Ασπρο», μάλλον γιατί ο «χαλικιάς» του είναι από κάτασπρα βότσαλα, πού γυαλίζουν από μακρυά.

 Ομως, με ανησυχία βλέπουμε, ότι στην απέναντι όχθη τού ποταμού και στο γεφύρι, είναι οχυρωμένοι πλήθος Τουρκαλβανοί, προφανώς ει-δοποιημένοι από τον Αλή Πασά, για να μάς «κόψουν» το πέρασμα.

 Επίσης -όπως πληροφορούν οι ντόπιοι τον πατέρα μου- μαζί τους είναι και αρκετοί Ελληνες οπλαρχηγοί από την Θεσσαλία και τίς γύρω περιοχές τών Αγράφων, τών Ραδοβυζίων και τού Βάλτου.

 Ξαφνιάζομαι και θυμώνω γι’ αυτό πού ακούω, να υπάρχουν Ελληνες πού είναι έτοιμοι να σκοτωθούν με Ελληνες, για το «χατήρι» τών Του-ρκων!!!

 Ο θείος μου Νότης, πού είναι πολύπειρος και στοχαστικός οπλαρχη-γός, μού εξηγεί ότι, πολλοί από αυτούς, ανησύχησαν από την ξαφνική «εισβολή» μας στα μέρη τους και νομίζουν ότι έχουμε κακούς σκοπούς.

 Αλλοι πάλι μάς θεωρούν «παρείσακτους» και μάς βλέπουν από καιρό «με μισό μάτι», επειδή διεκδικούν για τον εαυτό τους το αρματολίκι τών Τζουμέρκων και βρήκαν την ευκαιρία ν’ απαλλαγούν από εμάς.

 Ενώ κάποιοι άλλοι, ήρθαν ως εδώ γιατί φοβούνται τις απειλές τού Αλή πασά, πού έχει ξεσηκώσει τους πάντες εναντίον μας και θέλει να μάς ξε-κάνει όλους.

 Ο φόβος τού Πασά και τών «μπιστικών» του, κάνει και τούς κατοίκους τών χωριών απ’ όπου περάσαμε να κλείνονται στα σπίτια τους και με μεγάλη δυσκολία μάς δίνουν λίγα τρόφιμα πού τους ζητούμε.

 Ετσι, η ανησυχία τού πατέρα μου και τών θείων μου είναι δικαιολογη-μένη, γιατί, εκτός από τους απέναντι από το γεφύρι οχυρωμένους Του-ρκαλβανούς και τους λοιπούς, πού καρτερούν να μάς χτυπήσουν -αλλά πρός το παρόν δεν τολμούν- το ίδιο το ποτάμι είναι πλατύ, ορμητικό και αδιάβατο, σχεδόν σέ όλη την διαδρομή του, εφ’ όσον «κατεβάζει» πάρα πολλά νερά από τις συχνές χειμωνιάτικες βροχές.

 Επομένως, το πέρασμα τού γεφυριού -ακόμη κι αν το καταφέρουμε- θα γίνει με πολύ αίμα και ασφαλώς θα χαθούν πολλά γυναικόπαιδα.

 Εκεί, στην Βρεστενίτσα, γίνεται συμβούλιο τών αρχηγών μας πού παί-ρνουν απόφαση να μην επιχειρήσουμε τώρα το πέρασμα τού ποταμού, αλλά να οχυρωθούμε και να ξεχειμωνιάσουμε σ’ ένα ορεινό «κρυφό» με-ρος πού βρίσκεται πίσω από μιά απότομη βουνοπλαγιά τού «Κοκκινό-λακκου» -απέναντι από την Βρεστενίτσα- και ονομάζεται «Νεγκόζη».

 Όπως μας πληροφορούν οι ντόπιοι, σ’ αυτή την -αθέατη από την Βρε-στενίτσα- πλευρά τού «Νεγκόζη», υπάρχει μια εκτεταμένη «αποκλεί-στρα», δηλαδή μια οχυρή περιοχή, όπου έχει τόπους να σταθούμε, κα-θώς και τρεχούμενα νερά.

 Εκεί υπάρχει ένα παλαιό μοναστήρι, πού είναι κτισμένο από τά χρόνια τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου και ονομάζεται «Μονή τού Σέλτσου».

 Η πρόσβαση σ’ αυτό, είναι εξαιρετικά δύσκολη και γίνεται από ένα και μοναδικό ορεινό μονοπάτι, οπότε όλη η περιοχή προσφέρεται και για άμυνα.

 Ετσι, λοιπόν, διανυκτερεύουμε όπως-όπως στην Βρεστενίτσα, με σκο-πό να κινήσουμε το πρωί για τον «Σέλτσο».

Η ΙΜ Σέλτσου.

Κεφάλαιο Ζ’ – Οι ελάχιστοι σύμμαχοί μας - Στο Μοναστήρι τού «Σέλτσου» - Η οχύρωσή μας

 «Ωστόσο το πρωί, λίγο πρίν φύγουμε από την Βρεστενίτσα, καταφθά-νουν κάποια Ραδοβυζινά παλληκάρια, έμπιστοι φίλοι τού θείου μου Νίκηζα Μπότσαρη.

 Ηρθαν με λίγα μουλάρια και πολύτιμα φορτώματα με τρόφιμα, όπως σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, βρώμη, φασόλια και «τραχανάδες», καθώς και «ζεμπίλια» με καρύδια και κάστανα.

 Είναι καλά εξοπλισμένοι, ενώ -όπως μαθαίνω- μερικοί από αυτούς, στο πρόσφατο παρελθόν, είχαν πολεμήσει με τούς Τούρκους.

 Εχουν «ανοιχτούς λογαριασμούς» με τούς «τοπάρχες» τού Αλή πασά και είναι αποφασισμένοι να «κλειστούν» μαζί μας στο Σέλτσο.

 Δεν είναι πολλοί -περίπου είκοσι ένοπλοι- και οι αρχηγοί τους είναι από δύο μόνον τοπικές οικογένειες, τούς αδελφούς Κοσσυβακαίους από την «Μπότση» και τους Αντωνακαίους από την Βρεστενίτσα.

 Είναι οι μόνοι πού τολμούν να μάς στηρίξουν φανερά κι αυτές τις ώ-ρες, κάθε τουφέκι και σπαθί είναι πολύτιμα, ενώ -επί πλέον- εκείνοι γνω-ρίζουν καλά τά «κατατόπια».

 Ετσι λοιπόν, όλοι μαζί ξεκινάμε και ακολουθούμε το στενό μονοπάτι πρός την βουνοπλαγιά τού «Νεγκόζη», πού το τέλος του θα μας φέρει στο Μοναστήρι τού Σέλτσου.

 Στην πορεία, οι Ραδοβυζινοί συμμαχητές μας, ενημερώνουν τον πατέ-ρα μου και τους θείους μου, σε ποιά σημεία θα πρέπει να οχυρωθούμε, ώστε ν’ αμυνθούμε καλλίτερα όταν φτάσουν τά ασκέρια τού Αλή, αφού είναι ολοφάνερο ότι αυτό θα συμβεί και σύντομα μάλιστα.

 Βέβαια, ο Κίτσο Μπότσαρης και τά αδέλφια του Νότης και Νίκηζας, αλ-λά και όλοι οι ένοπλοι Σουλιώτες, έχουν εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους, γιατί είναι έμπειροι και σκληροί πολεμιστές, έχοντας αντιμετωπίσει πολλές φορές με επιτυχία, τόσο τους Τούρκους, όσο και τους Τουρκα-λβανούς μισθοφόρους τους.

 Περίπου χίλια πεντακόσια (1.500) μέτρα από την Βρεστενίτσα και ενώ στην αρχή έχουμε απέναντί μας -και μετά από λίγη ώρα στο αριστερό πλευρό μας- επάνω από τά κεφάλια μας, την απότομη -«κάθετη»- βου-νοπλαγιά τού «Νεγκόζη», το μονοπάτι μας, πού έως τώρα ήταν λίγο κατηφορικό, αρχίζει ν’ ανηφορίζει και σε λίγο «κάμπτεται» πρός τ’ αρι-στερά, κατά την «φορά» τής βουνοπλαγιάς.

 Οπότε, σε λίγη ώρα, φθάνουμε σε μερικούς μεγάλους βράχους, πέρα από τους οποίους το μονοπάτι στρίβει τελείως στα αριστερά μας και συ-νεχίζεται ανεμπόδιστα, αλλά στην αθέατη -μέχρι τώρα- πλευρά τής βου-νοπλαγιάς τού «Νεγκόζη».

 Ετσι μάς κρύβει τελείως από όσους -έως εκείνη την ώρα- ασφαλώς παρακολουθούν από μακρυά την πορεία μας.

 Επομένως, το σημείο αυτό είναι ένα φυσικό οχυρό και η θέση του στρατηγική, εφ’ όσον από ‘κεί μπορούμε να ελέγχουμε σε αρκετή από-σταση τά μέρη πού αφήσαμε πίσω μας, μέχρι και την Βρεστενίτσα, ενώ πρός τά κάτω -«χαμηλά» στο ποτάμι- φαίνεται καθαρά το γεφύρι τού «Κοράκου» με τους οχυρωμένους στην απέναντι όχθη εχθρούς μας.

 Ο πατέρας μου και οι θείοι μου Νότης και Νίκηζας, πού έχουν το γε-νικό πρόσταγμα, συνεννοούνται με τους Ραδοβυζινούς συμμάχους μας και συμφωνούν ότι -αφού διαβεί όλη η φάλαγγά μας- εκεί πρέπει να πα-ραμείνει ισχυρή φρουρά σάν οπισθοφυλακή, όσο οι υπόλοιποι θα βαδί-ζουμε πρός το Μοναστήρι.

 Ετσι γίνεται και η φάλαγγα συνεχίζει αργά την πορεία της, ενώ εγώ παρατηρώ βαδίζοντας ότι, οι τοποθεσίες πού θα υπερασπίσουμε είναι δυσπρόσιτες και μού θυμίζουν τά βράχια και τά φαράγγια τού Σουλίου.

 Όμως, εδώ η βλάστηση είναι άφθονη και υπάρχουν τρεχούμενα νερά, πού εμείς δεν τά είχαμε στο Σούλι, όπου έπρεπε να σκάψουμε πολλά πηγάδια γιά να εξασφαλίσουμε το αναγκαίο πόσιμο νερό.

 Σ’ όλη την -δύσκολη έως και επικίνδυνη- διαδρομή, όπου βαδίζουμε ο ένας πίσω από τον άλλο, στ’ αριστερά μας υψώνεται η «εσωτερική» βουνοπλαγιά τού «Νεγκόζη» πού είναι πιό ομαλή, ενώ από τά δεξιά μας «χάσκουν» φοβεροί γκρεμοί, πού το «τελείωμά» τους έως κάτω στο πο-τάμι, είναι από τριακόσια έως τετρακόσια μέτρα.

 Ακόμη, απέναντί μας, πέρα από το ποτάμι βλέπουμε κάποια αραιοκα-τοικημένα Θεσσαλικά χωριά, πού δεν γνωρίζω τά ονόματά τους.

 Μετά από μία ώρα αργής και προσεκτικής οδοιπορείας φθάνουμε στο μέσον τής διαδρομής, όπου το μονοπάτι στενεύει ακόμη περισσότερο και εκεί έχουμε ένα δυσάρεστο γεγονός.

 Ένα από τά βαρυφορτωμένα μουλάρια μας, με πολλά χρήσιμα εφόδια, παραπατάει στο «φιδόστρατο» (δηλαδή, το ελάχιστο μονοπάτι) και πέφτει στον γκρεμό, «σβαρνίζοντας» μέχρι κάτω στο ποτάμι και κάνοντάς μας ακόμη πιό προσεκτικούς στο βάδισμά μας!!!

 Το τέλος τού μονοπατιού -περίπου πέντε χιλιόμετρα μακριά από την Βρεστενίτσα- μάς βγάζει σ’ ένα μεγάλο πλάτωμα με πανύψηλα έλατα και βελανιδιές, αλλά και μερικά γιγάντια πλατάνια, πού από τις ρίζες τους πηγάζουν γάργαρα -και πολύτιμα- νερά.

 Στο σημείο αυτό, ο Κίτσο Μπότσαρης δίνει διαταγή σε όσους έχουν την ευθύνη για τά γιδοπρόβατα και τά αλογομούλαρά μας, να σταθμεύ-σουν και να συγκεντρώσουν τά ζώα, πού έρχονται λίγα-λίγα από το μο-νοπάτι, ενώ άλλοι αρχίζουν να κόβουν με τσεκούρια κλαριά και πασά-λους από τά έλατα, για να κατασκευάσουν τά απαραίτητα μαντριά.

 (Εννοείται, ότι θα επακολουθήσει και η κατασκευή καταλυμάτων για τους ίδιους, πού θα αναλάβουν την φύλαξή τους.)

 Οι υπόλοιποι, προχωρούμε μέχρι το τέλος τού εν λόγω «πλατώματος» και στα δεξιά μας αρχίζει μιά απότομη και στενή κατηφορική πλαγιά, πού τελειώνει σ’ ένα άλλο -άδεντρο και ευρύχωρο- πλάτωμα, πρίν από τον περίβολο τού Μοναστηριού.

 Ακριβώς στην αρχή αυτής τής κατηφοριάς, υπάρχει μιά «συστάδα» από μεγάλα βράχια, πού είναι και ένα καλό φυσικό οχύρωμα, πρίν από την ευθεία για το συγκρότημα τής Μονής.

 Στο αργό κατέβασμά μας πρός αυτό, το παρατηρώ με ενδιαφέρον.

 Ο κυρίως ναός είναι αρκετά μεγάλος, αλλά δεν έχει τρούλλο, όπως οι συνηθισμένες εκκλησίες.

 Η στέγη του είναι φτιαγμένη με επάλληλες σειρές από πέτρινες πλά-κες και έχει υπερυψωμένο ένα μέρος στο κέντρο τής στέγης, ενώ οι τοί-χοι του είναι ψηλοί, με στέρεη -πέτρινη- τοιχοποιεία και με στενά «καγκε-λόφραχτα» παράθυρα.

 Γύρω από τον ναό, υπάρχουν μερικά -επίσης πέτρινα- κτίσματα, που ήσαν κάποτε τά «κελλιά», δηλαδή οι κατοικίες τών μοναχών και οι απο-θήκες τους.

 Ολο το συγκρότημα τού Μοναστηριού προστατεύεται από έναν πέτρι-νο μαντρότοιχο, στο ύψος ενός άνδρα, μέ μία στενή πύλη για είσοδο-έξοδο και έξω από αυτόν υπάρχει ένα μεγάλο «γυμνό» πλάτωμα, όπου αργά-αργά «απλωνόμαστε» και ξαποσταίνουμε, άνθρωποι και φορτω-μένα ζώα.

 Ο αρχηγός Κίτσο Μπότσαρης, οι αδελφοί του Νότης και Νίκηζας, κα-θώς και ο γέρο Κουτζονίκας, προχωρούν πρός την σιδερένια πόρτα τού μαντρότοιχου, όπου έχουν βγεί και περιμένουν τέσσερις μαυροντυμένοι καλόγεροι.

 Ενας από αυτούς έχει μιά μακρυά -κάτασπρη- γενειάδα και καταλαβαί-νω ότι είναι ο ηγούμενος τού Μοναστηριού.

 Οι δικοί μας πλησιάζουν, τού φιλούν το χέρι και συζητούν μαζί για λίγη ώρα, ενώ όλοι οι άλλοι περιμένουμε σιωπηλοί.

 Τελικά, ο πατέρας μου γυρνά και με δυνατή φωνή διατάζει ν’ αρχίσου-με να ξεφορτώνουμε τά ζώα μας, ενώ κάνει νόημα στον μεγαλύτερο αδε-λφό μου Γιάννη και σε ‘μένα, να τούς ακολουθήσουμε στο εσωτερικό χώρο τού συγκροτήματος.

 Προχωρώ και περνώ την σιδερένια πόρτα, παρατηρώντας με προσο-χή τά πάντα «ένα γύρο».

 Εμείς, βρίσκουμε εδώ μόνον αυτούς τους λίγους καλόγερους, αλλά εί-ναι φανερό ότι, παλαιότερα, το Μοναστήρι πρέπει να είχε πολλούς πε-ρισσότερους, εφ’ όσον υπάρχουν αρκετά πετρόκτιστα οικήματα.

 Επομένως -τώρα- «περισσεύουν» αρκετά άδεια κελλιά και αποθήκες, όπου μπορούν να στεγαστούν τά δικά μας γυναικόπαιδα και λίγοι γέρο-ντες.

 Σ’ ένα από αυτά τά πέτρινα κελλιά, θα αποθηκευτούν και οι «ζεμπχα-νέδες» μας, δηλαδή τά αναγκαία πυρομαχικά, πού τά έχουμε φορτωμέ-να στα μουλάρια μας.

 Είναι βαρελάκια με μπαρούτι, «πλάκες» από μολύβι και σύνεργα για νά «χυθούν» τά μπαρουτόβολα και όλα πρέπει νά είναι καλά προφυλα-γμένα από τις βροχές και την υγρασία.

 Μερικοί έμπειροι πολεμιστές, πού γνωρίζουν από αυτά, θ’ αναλάβουν τον πολύτιμο ανεφοδιασμό μας, εφ’ όσον κάθε Σουλιώτης πολεμιστής, έχει πάντοτε μαζί του ατομικά χρειώδη για τό όπλο του -μπαρούτι, «τσα-κμάκι» από ίσκα και στουρναρόπετρα, καθώς και βόλια- αλλά για τον δύσκολο και μακρύ πόλεμο πού μάς περιμένει, θα χρειαστούμε πολλά πολεμοφόδια και μακάρι να μην μάς λείψουν.

 Αυτό λοιπόν είναι το ξακουστό Μοναστήρι τού «Σέλτσου», πού έχουμε ακούσει ότι το έκτισε εκεί, στα άγρια βουνά, μιά παλιά αρχόντισσα τών Βυζαντινών χρόνων.

 Τό ακάλυπτο πίσω μέρος τού Μοναστηριού, από την μία πλευρά τε-λειώνει στά «χείλη» ενός απότομου βαράθρου πού καταλήγει -περίπου τριακόσια μέτρα πιό κάτω- στο φαράγγι ενός χειμάρου-παραπόταμου τού Αχελώου.

 Ο χείμαρος το καλοκαίρι μάλλον θα είναι ξερός, αλλά τώρα με τά χιό-νια «κατεβάζει» αρκετό νερό και -στην συνέχεια τού φαραγγιού- χύνεται στον μεγάλο Αχελώο, πού τον βλέπω από εδώ όπου στέκομαι, να κατε-βαίνει ορμητικός ανάμεσα από τά βουνά τών Τρικάλων, ενώ είναι θολός, μετά τίς πρόσφατες βροχές.

 Περιδιαβάζοντας το μέρος, διαπιστώνω ότι, ο γκρεμός είναι «κοφτός» και σχεδόν κάθετος, ενώ δεν βλέπω να υπάρχουν μονοπάτια για κατά-βαση, μέχρι την κοίτη τού χειμάρου.

 Από την άλλη πλευρά -επίσης πίσω από το συγκρότημα τού Μοναστη-ριού- αρχίζει μιά απότομη βραχώδης και κατηφορική «ραχοκοκκαλιά», πού και οι δύο πλευρές της είναι -επίσης- απότομες και καταλήγουν στον Αχελώο.

 Καταλαβαίνω ότι, για να καλογερέψει κάποιος εδώ, ο τόπος είναι ιδα-νικός, όμως για ‘μάς -παρ’ ότι έχει τους τόπους πού χρειαζόμαστε για να ξεχειμωνιάσουμε- είναι και μιά θανάσιμη παγίδα χωρίς άλλες διεξόδους.

 Ευτυχώς, από τούς καιρούς τής ακμής τού μοναστηριού, έχει απομεί-νει ένας πετρόκτιστος «κλίβανος», δηλαδή φούρνος για το ψήσιμο τού ψωμιού, ενώ λίγο πιό κάτω από τό «φρύδι» τού γκρεμού, σέ προσβά-σιμο μέρος, υπάρχει κι ένας παλιός νερόμυλος, όπου μπορούμε να αλέ-σουμε σιτάρι και καλαμπόκι, για το απαραίτητο αλεύρι.

 Αυτά είναι πολύτιμα «ευρήματα» για την διαβίωσή μας, πολύ περισ-σότερο πού σέ λίγες ώρες, οι περισσότερες γυναίκες και τά παιδιά, βο-λεύονται σιγά-σιγά στα πέτρινα κτίσματα και τά «κελλιά» γύρω από τό Μοναστήρι.

 Οπότε, λίγο ανακουφισμένος κι ο Κίτσο Μπότσαρης, καλεί σε σύναξη τους πολεμιστές πού περιμένουν υπομονετικά στο ευρύχωρο πεδίο, έξω από τον μαντρότοιχο τού Μοναστηριού.

 Είναι εδώ περίπου τριακόσιοι πενήντα (350) άνδρες, χωρίς τά πενήντα (50) Σουλιωτοπαίδια, πού έχουν μείνει οπισθοφυλακή στην κρίσιμη στροφή τού μονοπατιού, απ’ όπου ήρθαμε κι ακόμη -περίπου- πενήντα (50) ένοπλες νέες γυναίκες και κορίτσια,

 Ο Κίτσο Μπότσαρης έχει βροντερή φωνή και τον ακούν με προσοχή όπως τους εξηγεί το πώς θα οχυρωθούμε για τον πόλεμο.

 Είμαι κι εγώ δίπλα του και ακούω προσεκτικά τίς οδηγίες του.

 Eνα σώμα από διακόσιους (200) πολεμιστές, με αρχηγό τον θείο μου Νίκηζα Μπότσαρη και τον μεγάλο αδελφό μου Γιάννη -πού είναι ένα ψυχωμένο 20χρονο παλληκάρι και «φυσικός» αρχηγός στους συνομηλί-κους του- θα απλωθούν και θα οχυρωθούν στό βραχώδες μέρος, όπου είναι η μεγάλη στροφή τού μονοπατιού και έχει ήδη παραμείνει η οπι-σθοφυλακή μας.

 Κοντά τους θα είναι και η 17χρονη Λένω, η άφοβη αδελφή μου, πού δεν αποχωρίζεται από τον θείο μας Νίκηζα και τον μεγαλύτερο αδελφό μας τον Γιάννη.

 Ευτυχώς, το μέρος εκεί, είναι από μόνο του οχυρό με πολλά «ριζιμιά» βράχια και δεν θα χρειαστεί να φτιαχτούν παρά μόνο λίγα πρόσθετα «μετερίζια» αλλά -οπωσδήποτε- και πρόχειρα καταλύματα για την στέγα-ση τής φρουράς μας εκεί.

 Από το οχυρό τους θά ελέγχουν -με βάρδιες και διπλοσκοπιές- και σε περίπτωση επιθέσεως θα αντιμετωπίζουν, εκείνους από τους εχθρούς πού θα έρχονται από το χωριό Βρεστενίτσα, αλλά και εκείνους από το γεφύρι πού θα ανεβαίνουν πρός το οχυρό και τά «μετερίζια» μας.

 Είναι σημείο στρατηγικά κρίσιμο και καταλαβαίνω ότι εκεί θα πέσει το μεγάλο βάρος τών επιθέσεων τών εχθρών.

 Ενα δεύτερο σώμα, από εκατό (100) πολεμιστές, με αρχηγό τον θείο μου Νότη Μπότσαρη θα οχυρωθεί στην προέκταση τής «ράχης» τού Νε-γκόζη, τριακόσια (300) περίπου μέτρα ψηλότερα από το πρώτο οχυρό μας.

 Το σημείο εκεί, το λένε «Φράξο» και είναι εξ ίσου κρίσιμο για την άμυ-νά μας, εφ’ όσον πίσω του αρχίζει ένα «σύρμα» -πολύ στενό μονοπάτι- πού, κατηφορίζοντας στην «έσω» πλαγιά τού Νεγκόζη, βγάζει στο κύριο μονοπάτι μας, αλλά και «στις πλάτες» τού πρώτου οχυρού μας.

 Κι εκεί θα πρέπει να γίνουν αμέσως πρόχειρα καταλύματα, αλλιώς οι πολεμιστές μας θα είναι στο ύπαιθρο και με συνθήκες άγριου χειμώνα, αβάσταχτες ακόμη και για Σουλιώτες μαθημένους στα χειρότερα.

 Εκτός από αυτά τά σημεία, όπου τά δύο οχυρά μας, η πλευρά τής βουνοπλαγιάς τού Νεγκόζη, πού «βλέπει» πρός την Βρεστενίτσα, είναι -όπως προείπα- εντελώς κάθετη και σχεδόν απρόσβλητη.

 Ωστόσο, ένα ακόμη σώμα, από είκοσι (20) διαλεγμένους νέους πολε-μιστές, θα οχυρωθεί σ’ έναν -αθέατο από τά χαμηλά μέρη- ορεινό «αυ-χένα» πού οι ντόπιοι τον λένε «Αη Λιά», στα 500 μέτρα πιό πάνω από τον «Φράξο», εκεί που αρχίζουν τά πολλά χιόνια τού Νεγκόζη.

 Είναι σημείο «κρυφό» και απρόσιτο για μιά οργανωμένη εχθρική δύ-ναμη, ακόμη κι άν ήξερε ότι εκεί υπάρχει «αυχένας», δηλαδή ομαλό πέ-ρασμα.

 Κι αυτό, γιατί οι επιτιθέμενοι θα ήσαν εντελώς ακάλυπτοι στα -έστω και λίγα- τουφέκια τών υπερασπιστών του, επειδή το μέρος είναι τελείως «γυμνό» από οποιαδήποτε βλάστηση.

 Είναι όμως και επίφοβο σημείο γιατί, σε περίπτωση πού η άμυνα «σπάσει» εκεί, ακριβώς πίσω του, αρχίζει μια μεγάλη ανεμπόδιστη κα-τηφοριά πού βγάζει -οκτακόσια μέτρα πιό κάτω- ευθεία στον καταυλι-σμό μας με τά μαντριά και τά πόσιμα νερά.

 Οπότε, από εκεί, οι εχθροί θα μπορούσαν να κινηθούν, τόσο πρός το Μοναστήρι, αριστερά και κάτω, όσο και δεξιά πρός «τις πλάτες» όσων αμύνονται στα δύο προωθημένα οχυρά μας.

 Ευτυχώς, εκεί επάνω στον Αη Λιά, υπάρχει ένα πέτρινο «μαντρί» με στέγη από ελατίσιους κορμούς, όπου οι λίγοι υπερασπιστές τού «αυχέ-να» θα έχουν μέρος να φυλαχτούν από το χιόνι και το αφόρητο κρύο και χωρίς να φαίνεται από μακρυά ο καπνός από την φωτιά πού θ’ ανάβουν για να ζεσταθούν.

 Οπότε, με διπλοσκοπιές, μπορούν να εποπτεύουν καθαρά -από ψηλά- τις εχθρικές κινήσεις.

 Κάποιοι από τους Ραδοβυζινούς συναγωνιστές μας, πού γνωρίζουν καλά τά μέρη, έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες στον πατέρα μου για τις παραπάνω καίριες θέσεις.

 Επίσης, ένα σώμα από πενήντα (50) Σουλιώτες πολεμιστές -στους ο-ποίους προστίθενται και οι λίγοι Ραδοβυζινοί- θα είναι η εφεδρεία μας, με αρχηγό τον πατέρα μου Κίτσο Μπότσαρη, πού με θέλει συνεχώς δί-πλα του.

 Εμείς, θα είμαστε στρατοπεδευμένοι στο πλάτωμα με τά νερά, έτοιμοι να σπεύσουμε σε κάθε σημείο πού η άμυνά μας θα είναι σε κίνδυνο.

 Κι αυτό, γιατί τά δύο προωθημένα οχυρά μας έχουν μεγάλη απόστα-ση μεταξύ τους και σε περίπτωση ταυτόχρονης εχθρικής επιθέσεως, δεν θα μπορούν οι υπερασπιστές τού ενός οχυρού ν’ αφήσουν τα δικά τους «μετερίζια» για να βοηθήσουν στο άλλο.

 Τέλος, μία ομάδα από τριάντα (30) ηλικιωμένους πολεμιστές, με επι-κεφαλής τον σεβαστό σε όλους γέρο-Κουτζονίκα, θα αμυνθούν στην «συστάδα τών βράχων» πού βρίσκεται στην αρχή τής στενής πλαγιάς πού κατηφορίζει πρός τον ακάλυπτο χώρο όπου στεκόμαστε και διακό-σια μέτρα πρίν από τον περίβολο τού Μοναστηριού.

 Οι ένοπλες Σουλιώτισσες πού ξέρουν από πόλεμο, θα είναι η έσχατη γραμμή άμυνας και προστασίας για τις πολλές άοπλες γυναίκες και τά μικρά παιδιά, έχοντας στην ευθύνη τους την φύλαξη τού πέτρινου πε-ρίβολου με την σιδερένια πόρτα.

 Αρχηγός στις ένοπλες γυναίκες, είναι «από καιρό», η εξαδέλφη μου Λένη, η πρωτοκόρη τού θείου μου Νότη.

 Είναι σχεδόν εικοσάχρονη, ψηλή και βεργολυγερή, γαϊτανοφρύδα, με μαύρα μάτια πού αστράφτουν και όμορφη σάν την συνονόματή της αδε-λφή μου.

 Όμως, είναι και «σπαθογέννητη», αφού «βάζει κάτω» τά συνομήλικά της παλληκάρια στις ξιφομαχίες και στα αθλητικά αγωνίσματα.

 Ηδη, για τις ικανότητές της και την παλληκαριά της, όλοι την αποκα-λούν «καπετάνισσα Λένη» και όλες οι Σουλιωτοπούλες ακούν τίς εντο-λές της χωρίς αντίρρηση.

 Φορεί στη μέση της πλουμιστό κόκκινο «ζωνάρι», όπου έχει το «σελά-χι» της με δύο ασημοκαπνισμένα κουμπούρια και έχει περασμένο ένα ζηλευτό και κοφτερό σπαθί με ασημοντυμένο θηκάρι.

 Το τουφέκι της είναι «σισανές» με εξάγωνη κάννη και μ’ αυτό βαρεί πε-τούμενα πουλιά!!!

 Ετσι λοιπόν, οι Μποτσαραίοι και οι λοιποί Σουλιώτες πού μάς ακολου-θούν, μαζί με τους λίγους Ραδοβυζινούς συμμάχους μας, προετοιμαζό-μαστε για τον πόλεμο πού περιμένουμε και ξέρουμε ότι θα είναι «για ζωή ή για θάνατο».

 Και τούτο εφ’ όσον, το μέρος πού οχυρωθήκαμε, είναι από την φύση του κατάλληλο για άμυνα, αλλά -όπως προείπα- δεν έχει άλλη διέξοδο, εκτός το μονοπάτι, απ’ όπου ήρθαμε.

 Γι’ αυτό, είτε θα νικήσουμε, είτε θά σκοτωθούμε μαχόμενοι εδώ

Ο Κίτσος Μπότσαρης.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’ - Η πολιορκία αρχίζει - Οι πρώτες μάχες

 «Στις αρχές τού Γενάρη 1804, τά στρατεύματα τού Αλή πασά φθάνουν στην Βρεστενίτσα και προωθούνται στον ενδιάμεσο χώρο, όπου το μο-νοπάτι πού ήρθαμε και «απλώνονται» μέχρι κάτω στο ποτάμι, έχοντας «μέτωπο» πρός τά δύο οχυρά μας στην «ραχοκοκκαλιά» τού Νεγκόζη.

 Οι Τουρκαλβανοί πού μάς πολιορκούν δεν είναι μόνοι, εφ’ όσον τους συνδράμουν και Ελληνες αρματωλοί τών γύρω περιοχών, πού μάς εχ-θρεύονται γιατί μάς θεωρούν «παρείσακτους» στα μέρη τους.

 Παράλληλα -όπως το προείπα- η παρουσία τους εκεί, τρομοκρατεί τους ντόπιους χωριανούς, πού -ίσως- θα ήθελαν να μάς συνδράμουν, αλλά αυτή δεν είναι μιά εύκολη απόφαση, γιατί θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τά χωριά τους και κατανούμε τούς φόβους τους.

 Μαθαίνουμε ότι αρχηγοί τών αρματωλών -πού έχουν κάνει «καπάκια» με τους Τούρκους- είναι οι Μπουκουβαλαίοι από την πλευρά τών Αγρά-φων, ο Γώγο Μπακόλας και ο Κώστα Πουλής, με αρκετούς δικούς τους ενόπλους από τά Ραδοβύζια.

 Ολοι μαζί, φθάνουν τις πέντε με έξη χιλιάδες (5-6.000) καλά εξοπλι-σμένους άνδρες και γνωρίζουμε ότι, οι περισσότεροι είναι έμπειροι πολε-μιστές.

 Λίγες ημέρες αργότερα, σε πρωϊνή ώρα, οι Τουρκαλβανοί επιχειρούν την πρώτη επίθεσή τους στον «Φράξο», το οχυρό πού υπερασπίζεται ο θείος μου Νότη Μπότσαρης με τους δικούς του.

 Οι Σουλιώτες τους αντιμετωπίζουν με ψυχραιμία και με εύστοχα πυρά, πού τους «θερίζουν» και τους πισωγυρίζουν αρκετές φορές.

 (Εδώ υπενθυμίζω, ότι όλοι μας μαθαίνουμε το σημάδι με τά όπλα, από τότε «πού ιδρώνει το μουστάκι» και οι περισσότεροι περνούμε το βόλι «μέσα από το δαχτυ-λίδι»!!! Οπότε, στις μάχες μας κάθε Σουλιώτικη τουφεκιά ρίχνει κι έναν εχθρό σκο-τωμένο ή λαβωμένο.)

 Ετσι, στη μάχη αυτή και μέχρι το απόγευμα, οι σκοτωμένοι Τουρκα-λβανοί είναι κοντά στούς ογδόντα (80) και οι λαβωμένοι τους άλλοι το-σοι, ενώ εμείς έχουμε μόνο έξη σκοτωμένους και δέκα λαβωμένους.

 Όμως, για ‘μάς κάθε παλληκάρι πού χάνουμε είναι απώλεια πού δεν αναπληρώνεται και μάς σφίγγει την καρδιά, εφ’ όσον όλοι είμαστε συγ-γενείς και φίλοι μεταξύ μας.

 Δύο ημέρες αργότερα, οι εχθροί κάνουν επίθεση στα «μετερίζια» μας, τής μεγάλης στροφής τού μονοπατιού, εκεί που είναι αρχηγός ο Νίκηζα Μπότσαρης και η επίθεσή τους -όπως το έχει προβλέψει ο πατέρας μου- είναι από δύο κατευθύνσεις, πού συγκλίνουν στο οχυρό μας.

 Ερχονται, τόσο από το μέρος τής Βρεστενίτσας, όσο κι από το μέρος τού γεφυριού, ανηφορίζοντας και καλυμμένοι από την πυκνή πρωϊνή ομίχλη («αντάρα» την λένε εδώ οι ντόπιοι), πού σκεπάζει το ποτάμι και «ανε-βαίνει» σχεδόν στά πρώτα βράχια-«μετερίζια» μας, κρύβοντάς τους.

 Αυτή τη φορά η μάχη είναι ακόμη πιό σκληρή και τά περισσότερα του-φέκια, μετά από ώρες πυροβολισμών, «ανάβουν».

 Ο πατέρας μου -πού ενημερώνεται διαρκώς για την εξέλιξη τής μάχης- κρίνει ότι είναι ανάγκη να σπεύσει και η εφεδρεία μας, οπότε τρέχουμε με όση δύναμη έχουμε πρός τά εκεί, ενώ εγώ είμαι πάντοτε κοντά στον πατέρα μου.

 Εχω μάθει καλά πώς να γεμίζω τουφέκι και βοηθώ στό μετερίζι όπου είναι τά μεγαλύτερα αδέλφια μου, ο Γιάννης και η Λένω, μιάς και τά όπλα μας είναι εμπροσθογεμή και πρέπει ένας-δυό να γεμίζουν και ένας-δυό να σκοπεύουν και να πυροβολούν.

 Τά «φρέσκα» τουφέκια τής εφεδρείας φέρνουν το αποτέλεσμα πού θέ-λουμε και οι εχθροί, πού έχουν πλησιάσει -κρυμμένοι από την ομίχλη- αρκετά κοντά στα βράχια, όπου είναι οχυρωμένοι οι δικοί μας, αρχίζουν να φεύγουν πανικόβλητοι στις κατηφοριές.

 Αφήνουν πίσω τους πολλούς σκοτωμένους -μετράμε περισσότερους από 100- και σίγουρα έχουν επίσης πολλούς λαβωμένους, πού ακούγο-νται να βογγούν και να ζητούν βοήθεια, όλο το βράδυ στο σκοτάδι.

 Όμως, έχουμε κι εμείς λίγους σκοτωμένους (περίπου δέκα), και άλλους τόσους λαβωμένους.

 Ανδρες τής εφεδρείας, μεταφέρουν με προσοχή μερικούς από τούς λαβωμένους μας στο Μοναστήρι -δυό ώρες πίσω- να «γιατροπορευ-τούν» από τούς καλόγερους, πού προσφέρθηκαν να μάς βοηθήσουν.

 Ωστόσο, οι Τουρκαλβανοί έχουν αυστηρές διαταγές τού Αλή πασά να μάς ξεκάνουν, γι’ αυτό οι επιθέσεις τους επαναλαμβάνονται και τις επό-μενες ημέρες -δύο φορές- αλλά, με το ίδιο νικηφόρο αποτέλεσμα για ‘μάς και με πολλές απώλειες γι’ αυτούς.

 Στα τέλη τού Γενάρη 1804, οι καιρικές συνθήκες χειροτερεύουν και οι επιθέσεις τών εχθρών σταματούν.

 Μαθαίνουμε ότι έχουν ζητήσει ενισχύσεις από τά Γιάννενα, οπότε θα περιμένουν να βελτιωθεί ο καιρός, ώστε να μάς επιτεθούν και πάλι, γι’ αυτό περιορίζονται στήν πολιορκία μας από μακρυά.

 Τότε και εμείς υψώνουμε στα βράχια, εκεί όπου έγιναν οι τελευταίες μάχες στο «οχυρό» τού θείου μου Νίκηζα, ένα μεγάλο σιδερένιο σταυρό πού βρήκαμε στο μοναστήρι, σαν «τρόπαιο» για τις νίκες μας.

 Οπως έχω ακούσει, έτσι έκαναν οι αρχαίοι Ελληνες πρόγονοί μας, με-τά από κάθε νικηφόρα μάχη, για την ανάμνησή της.

 Από τότε, το οχυρό μας στο μέρος αυτό, το λέμε «στον Σιδερένιο»!!!

 Μετά τίς μάχες και με την ηρεμία πού επικρατεί, έχω και την ευκαιρία να επισκεφτώ την εκκλησία τού Μοναστηριού.

 Στα -σχεδόν- τέσσερα χρόνια πού κατοικήσαμε στο Βουλγαρέλι, πη-γαίναμε τακτικά -τά συνομήλικά μου αγόρια κι εγώ- στο Μοναστήρι τού Αη Γιώργη και με είχαν εντυπωσιάσει οι πολύ όμορφες αγιογραφίες του.

 Υπήρχε εκεί καλόγερος πού ήταν εγγράμματος, γιατί είχε θητεύσει κο-ντά στον πατροΚοσμά τον Αιτωλό και είχε την υπομονή να μάς διδάξει γραφή και ανάγνωση, από τά εκκλησιαστικά βιβλία πού υπήρχαν.

 Σ’ ένα από εκείνα τά βιβλία τού Μοναστηριού στο Βουλγαρέλι, έγραψα με το χέρι μου, για το γεγονός και την ημερομηνία πού πάρθηκε το Σούλι μας.

 Ετσι τώρα, θα ήθελα να ιδώ και στον Σέλτσο το εσωτερικό τού ναού, οπότε πηγαίνω εκεί με την εξαδέλφη μου Λένη.

 Ο ηγούμενος πού βαστά τά κλειδιά, με προθυμία μάς ανοίγει και μπαί-νουμε κρατώντας από ένα αναμμένο κερί, γιατί στο εσωτερικό τού ναού υπάρχει μισοσκόταδο.

 Μάς ξεναγεί και μάς δείχνει τίς εξαιρετικές αγιογραφίες, εξηγώντας μας ότι παριστάνουν -σε τρία επάλληλα επίπεδα- την κόλαση και τά βασα-νιστήρια τών αμαρτωλών, τον κόσμο πού ζούμε, αλλά και τον παράδει-σο, όπου όλοι ελπίζουμε να βρεθούμε κάποτε.

 Επίσης, στον παράδεισο, έχουν εικονογραφηθεί πολλά ζώα, μερικά από τά οποία μάς είναι άγνωστα.

 Η εικόνα τής Παναγίας, στην οποία είναι αφιερωμένος ο ναός, είναι πανέμορφη και σε καθηλώνει με το αυστηρό, αλλά και γλυκό βλέμμα της.

 Εντύπωση μάς κάνουν και οι εικόνες τών δύο «κτητόρων» πού πλή-ρωσαν για να γίνουν οι αγιογραφίες, όπου παρουσιάζονται με τίς ωραίες φορεσιές τους και γραμμένα τά ονόματά τους:

 Yπήρξαν «εν ζωή», ο καπετάν-Νίκος και ο καπετάν-Αποστόλης, και ο ηγούμενος μάς λέγει ότι, ήσαν κάτοικοι από τίς γύρω περιοχές πού είχαν ξενιτευτεί και «καζάντισαν», οπότε επιστρέφοντας στον τόπο τους, έκα-ναν μεγάλες δωρεές στο Μοναστήρι.

 Επίσης, ο ηγούμενος μάς επιτρέπει -από την πλαϊνή πόρτα τού πανέ-μορφου ξυλόγλυπτου τέμπλου- να κοιτάξουμε και μέσα στο ιερό, όπου βλέπουμε την Αγία Τράπεζα, πού είναι από μονοκόμματη λειασμένη πέ-τρα και με κάποια σχέδια επάνω της, πού δεν διακρίνουμε καλά.

 Ευχαριστούμε τον σεβάσμιο ηγούμενο και βγαίνουμε στο φώς τής η-μέρας εντυπωσιασμένοι.

 Αλλά, σάν Σουλιωτόπουλο πού είμαι, αμέσως ζητώ από την εξαδέλφη Λένη να περιεργαστώ το σπαθί της!!!

 Κι εκείνη όμως, παίρνει την πάλα μου, την κρατά από την λαβή και την θαυμάζω πού κάνει εντυπωσιακές κινήσεις ξιφασκίας.

 Δείχνει να είναι πανέτοιμη και αποφασισμένη, γιά ότι μπορεί να μάς συμβεί…»

 

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’ - Από τον Γενάρη στον Απρίλη 1804

- Η προδοσία - Η άμυνά μας κάμπτεται

- Ο χαλασμός τών Μποτσαραίων

 «Στη συνέχεια, ο πόλεμός μας θα είναι με το αβάσταχτο κρύο, τά χιό-νια και τους παγετούς.

 Ολο το άγριο μέρος όπου είμαστε «απλωμένοι», είναι ανοιχτό στον Βορριά και ο ήλιος «μάς βλέπει» λίγες ώρες τά πρωινά.

 Όμως, μετά το μεσημέρι χάνεται πίσω από την βουνοπλαγιά τού Νε-γκόζη, οπότε οι θερμοκρασίες είναι πολύ κάτω από το «μηδέν», τις πε-ρισσότερες ημέρες και -βεβαίως- πάντοτε τίς νύχτες.

 Δραματικές είναι οι καιρικές συνθήκες κυρίως για τά παλληκάρια μας πού φυλάγουν ψηλά στο βουνό και μέσα στα χιόνια τον «αυχένα» τού Αη Λιά και πρέπει τακτικά να τούς ανεφοδιάζουμε με τροφές.

 Αλλά, σιγά-σιγά, έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε και το φάσμα τής πείνας.

 Πρέπει να τραφούν καθημερινά περισσότερα από χίλια «στόματα» και οι φωτιές στόν φούρνο και στά καζάνια μας τροφοδοτούνται συνεχώς με ξύλα, πού -ευτυχώς- έχουμε άφθονα, από ξερά έλατα και βελανιδιές, οπότε το ψωμί και τά μαγειρέματα δεν μας λείπουν.

 Όμως, στα τέλη τού Φεβρουαρίου οι προμήθειές μας τελειώνουν, και «βάζουμε χέρι» στα γιδοπρόβατά μας -εκτός από τις «γαλάριες» γίδες πού βγάζουν το απαραίτητο γάλα για τά μικρά παιδιά- κι αυτά μάς σώ-ζουν μέχρι το τέλος τού Μαρτίου.

 Παράλληλα, ομάδες από έμπειρες γυναίκες, ψάχνουν καθημερινά σε δασωμένα σημεία, όπου η υγρασία δημιουργεί καλές συνθήκες για μανι-τάρια, βολβούς και τσουκνίδες, πού ξεγελούν την πείνα μας, αλλά και μεγάλα βελανίδια για να ταϊσουμε τά αλογομούλαρά μας, αφού τα χο-ρτάρια είναι λιγοστά και «μαραμένα» από τά χιόνια.

 Προμήθειες «απ’ εξω» είναι αδύνατο να λάβουμε, γιατί υπάρχει ο εχ-θρικός κλοιός και -βέβαια- κανένας ντόπιος δεν τολμά να περάσει από τις γραμμές τών Τουρκαλβανών και τών αρματωλών συμμάχων τους.

 Οι Σουλιώτισσες, εκτός από τά μαγειρέματα, καθημερινά επιδιορθώ-νουν και «μπαλώνουν» ρούχα και τσαρούχια, ενώ άλλες γνέθουν μαλλί και πλέκουν μάλλινες κάλτσες πού μάς κρατούν ζεστά τα πόδια.

 Αντέχουμε -λοιπόν- τρείς μήνες, με λιγοστές τροφές, με πολλές κακου-χίες και στερήσεις, αλλά και με ανείπωτη προσμονή και αγωνία, μέχρι τις αρχές τού Απρίλη 1804.

 Τότε μαθαίνουμε ότι, οι ενισχύσεις πού στέλνει εναντίον μας ο Αλή πα-σάς έρχονται και σε λίγες ημέρες -πράγματι- φθάνουν και στρατοπεδεύ-ουν κάτω από την Βρεστενίτσα, στο ευρύχωρο -χαμηλό- μέρος, κοντά στο γεφύρι τού Κοράκου.

 Τώρα, οι εχθροί πού μάς πολιορκούν, είναι περισσότεροι από δέκα χι-λιάδες και -όπως μαθαίνουμε- οι αρχηγοί τους έχουν πάρει διαταγές να μην γυρίσουν στα Γιάννενα δίχως τά κεφάλια μας.

 Όπως μαθαίνουμε, έχουν έρθει εδώ, οι πιό φημισμένοι από τους οπλαρχηγούς πού έχει στη δούλεψή του ο Αλή πασάς.

 Είναι ο έμπιστός του Ταχήρ Αμπάζης, ο φοβερός Βεληγκέκας, ο αιμο-βόρος Αγο Βασιάρης, ο υπεροπτικός -αλλά και μπεσαλής- Αγο Μου-χουρδάρης, ο δόλιος Σιλιχτάρ Μπόντα, ο Μπεκήρ Τζογαδούρος, ο Μού-ρτο Τζάλιος, ο Τσέλιο Πίτσαρης και άλλοι έμπειροι αξιωματούχοι του.

 Παράλληλα, ο πασάς έχει τάξει πολλά αξιώματα και αμοιβές για ‘κεί-νους πού θα διακριθούν στις μάχες, αλλά και τους έχει απειλήσει με θα-νατο τών οικογενειών τους, άν γυρίσουν άπρακτοι και νικημένοι.

 Πράγματι, οι επιθέσεις τους, πού ξεκινούν στά μέσα Απριλίου, είναι ασυνήθιστα σφοδρές, όμως οι Σουλιώτες δεν τους «λογαριάζουν» και τά κορμιά τους πέφτουν αδιάκοπα σε δύο-τρείς ημερήσιες μάχες.

 Όμως, δεν μαθαίνουμε εγκαίρως ότι, ένας από τους δικούς μας, πού έχουν ταχθεί να φυλάξουν το «κρυφό» φυλάκιο τού Αη Λιά, επάνω στον αυχένα τού Νεγκόζη -ονόματι Γιώργο Κύργιος- για λόγους πού δεν γνω-ρίζουμε, ξέφυγε στούς εχθρούς και έχει προδώσει τήν θέσεις και τον αριθμό τών λιγοστών παλληκαριών μας, εκεί ψηλά στο βουνό.

 Ετσι, στις 23 Απρίλη 1804, το πρωί «αχάραγα», πρίν αρχίσουν οι επι-θέσεις τους στα δύο κύρια οχυρά μας, μία σημαντική δύναμή τους -χίλιοι (1.000) περίπου Τουρκαλβανοί- σκαρφαλώνει με προφυλάξεις ψηλά, πρός τον αυχένα τού Νεγκόζη.

 Όταν φθάνουν κοντά στο φυλάκιο τού Αη Λιά -χωρίς να γίνουν αντιλη-πτοί, εξ αιτίας τής πυκνής πρωϊνής ομίχλης- παραμένουν σε απόκρυψη και σιγή, μέχρι πού ο κύριος όγκος τους ν’ αρχίσει τις επιθέσεις τους στ’ άλλα δύο οχυρά μας, ώστε ν’ «αγκιστρωθεί» εκεί, το σύνολο τών πολε-μιστών μας.

 Πράγματι, όταν ο ήλιος έχει βγεί από τ’ απέναντι βουνά τών Αγρά-φων, τα οχυρά μας στον «Σιδερένιο» και στον «Φράξο», δέχονται ταυτό-χρονη, σφοδρή επίθεση από χιλιάδες εχθρούς.

 Οι μάχες κρατούν ώρες και ο πατέρας μου αναγκάζεται να δώσει δια-ταγή να σπεύσει πρός υποστήριξή τους και η εφεδρεία μας.

 Οπότε, λίγη ώρα αφ’ ότου εμπλεκόμαστε και εμείς στην μάχη «στον Σι-δερένιο», ξάφνου ακούμε -για πρώτη φορά- τον αχό από τίς τουφεκιές στο φυλάκιο τού Αη Λιά.

 Από εδώ πού είμαστε, δεν είναι δυνατό να ξέρουμε την εξέλιξη τής μά-χης στον αυχένα τού βουνού και άλλωστε δεν προλαβαίνουμε, ούτε μπορούμε να στείλουμε ενισχύσεις, εφ’ όσον οι επιθέσεις συνεχίζονται με αμείωτη ένταση και μάς κρατούν όλους καθηλωμένους στα μετερίζια μας.

 Οπως -εκ τών υστέρων- μαθαίνουμε, τά δεκαεννέα (19) Σουλιωτοπαί-δια πού υπερασπίζουν τον Αη-Λιά, κρατούν για αρκετή ώρα τις επιθέ-σεις τού πλήθους τών Τουρκαλβανών, πού είχαν ανεβεί αθέατοι και πο-λύ κοντά στο φυλάκιό μας.

 Αλλά, τά τουφέκια τών παλληκαριών μας είναι λίγα και δεν αργούν «ν’ ανάψουν».

 Οπότε, σύντομα παύουμε ν’ ακούμε τουφεκιές και μαθαίνουμε το κακό για ‘μάς αποτέλεσμα τής μάχης, από ένα και μόνο παλληκάρι, πού μόλις γλύτωσε από την μάχη σώμα με σώμα και καταματωμένο, τρέχοντας σάν το ζαρκάδι, κατηφορίζει για να μάς φέρει τά κακά μαντάτα.

 Οι νικητές Τουρκαλβανοί ακολουθούν αργά και με προφυλάξεις στην κατηφοριά, οπότε έρχονται για τις «πλάτες» μας και για το Μοναστήρι…

 Ο Κίτσο Μπότσαρης, ανήσυχος για τά γυναικόπαιδα, «ξεκόβει» από τήν εφεδρεία, περί τούς είκοσι πέντε Σουλιώτες -ανάμεσά τους και κο-ντινοί συγγενείς μας Μποτσαραίοι- οπότε μαζί με τούς Ραδοβυζινούς συ-μπολεμιστές μας, τρέχουμε πρός τά εκεί.

 Όταν όμως φθάνουμε κοντά στον καταυλισμό μας με τά νερά, οι πο-λυάριθμοι εχθροί, πού έρχονται κατηφορίζοντας από τον αυχένα τού Νε-γκόζη, μάς έχουν προλάβει και μάς υποδέχονται από πλεονεκτικό -ψη-λότερο- σημείο, με πυκνούς πυροβολισμούς.

 Ταυτόχρονα, οι μισοί από αυτούς -περισσότεροι από τριακόσιους- κα-λυπτόμενοι και από τά πυρά τών υπολοίπων, κατευθύνονται πρός το Μοναστήρι.

 Είμαστε κοντά σε απόσταση από το Μοναστήρι, αλλά συγχρόνως και «πολύ μακρυά», αφού οι εχθροί πού μάς εμποδίζουν να βοηθήσουμε τά γυναικόπαιδα είναι δεκαπλάσιοι από εμάς.

 Ακούμε τά λιγοστά τουφέκια τών γερόντων πού υπερασπίζουν το βρα-χώδες οχυρό, στην αρχή τής κατηφοριάς και ένα-ένα σωπαίνουν…

 Αμέσως μετά, φθάνουν στα αυτιά μας τους αλαλαγμούς τών εχθρών πού ξεχύνονται πρός το Μοναστήρι και τά γυναικεία ξεφωνητά.

 Εκείνη την ώρα (όπου έχει αρχίσει να σουρουπώνει πρόωρα, εφ’ όσον το με-ρος είναι ανήλιο και το βουνό μάς κρύβει τον ήλιο από το μεσημέρι και μετά), φθά-νουν στις πλάτες μας μερικοί ξέπνοοι και ματωμένοι δικοί μας, πού έρ-χονται από τά «μετερίζια» τών θείων μου Νότη και Νίκηζα.

 Ενημερώνουν τον πατέρα μου ότι, η άμυνα «έσπασε» εκεί και όλοι μά-χονται τώρα με τά σπαθιά, σώμα πρός σώμα, ενώ πολλοί από τους εχ-θρούς ξεπέρασαν τις γραμμές μας και έρχονται εδώθε, πρός εμάς και το Μοναστήρι, οπότε «θα μάς βάλουν στη μέση».

 Είναι ολοφάνερο ότι ο πόλεμός μας έχει κριθεί και δεν υπάρχει τώρα καιρός για πολλές σκέψεις...»

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’ - Η κρυφή σπηλιά και η μεγάλη σφαγή.

 «Ο Κίτσο Μπότσαρης, μαθαίνει από τους Αντωνακαίους, πού είναι από την Βρεστενίτσα και ξέρουν καλά τά μέρη τους, ότι στη συνέχεια τού μονοπατιού μας, υπάρχει κατηφορική διακλάδωσή του πού οδηγεί αρκε-τά χαμηλότερα -από το επίπεδο πού βρισκόμαστε- σε μιά κρυφή σπηλιά.

 Οπότε, δίνει εντολή να σπεύσουμε πρός τά εκεί κι εκείνοι μάς καθοδη-γούν.

 Η σπηλιά βρίσκεται -περίπου- εκατόν πενήντα μέτρα ψηλότερα από τό ποτάμι και σε πολύ δύσβατο μέρος.

 Οταν -με προσεκτική, κατηφορική οδοιπορία και καλυπτόμενοι από την βλάστηση- φθάνουμε εκεί, μπαίνουμε ένας-ένας, γιατί το άνοιγμα τής σπηλιάς είναι στενό και το φώς απ’ εξω ελάχιστο.

 Κάποιοι ανάβουν «τσακμάκια για να προσανατολιστούμε στο μισοσκό-ταδο και διαπιστώνουμε ότι είναι αρκετά ευρύχωρη, όταν -με μεγάλη μας έκπληξη- διαπιστώνουμε ότι εκεί βρίσκονται ήδη λίγες γυναίκες και κο-ρίτσια!!!

 Εχουν μόλις ξεφύγει από την σφαγή στο Μοναστήρι και ανάμεσά τους είναι μία από τις μικρότερες αδελφές μου, η δωδεκάχρονη Μάρω.

 ( Πρέπει να διευκρινίσω ότι, ο πατέρας μου Κίτσο Μπότσαρης, παντρεύτηκε τρείς (3) φορές και συνολικά απέκτησε δεκαοκτώ (18) παιδιά, έξη (6) αγόρια και δώδεκα (12) κορίτσια!!!

 Η μητέρα μου, η Χρυσούλα Παπαζώτου-Γιώτη, είχε πεθάνει λίγο πρίν φύγουμε από το Σούλι κι από εκείνη είμαστε επτά (7) παιδιά. Δηλαδή, ο Γιάννης, η Λένω, εγώ ο Μάρκος, ο Κώστας, η Μάρω, η Δέσπω και ο Γιώργος.

 Τώρα, όλοι είμαστε στον Σέλτσο, εκτός από τον αδελφό μου Κώστα πού -εδώ και τρία χρόνια- είναι όμηρος τού Αλή πασά, στα Γιάννενα.

 Εδώ στον Σέλτσο, ο πατέρας μου είναι με την 2η γυναίκα του, την Αναστασώ Μα-καντώνη, πού πολεμά με τις υπόλοιπες γυναίκες στο Μοναστήρι.)

 Στην κρυφή σπηλιά, οι γυναίκες και τά κορίτσια έφθασαν -αφού γλύ-τωσαν «σάν από θαύμα» την σφαγή- πατώντας σαν τ’ αγριοκάτσικα στην ράχη τής βουνοπλαγιάς πού αρχίζει πίσω από το Μοναστήρι, αλλά αντί να κατευθυνθούν πρός το ποτάμι, έτρεξαν δεξιότερα στην -σχεδόν κάθετη- πλαγιά.

 Οπότε, μετά από λίγη ώρα, έφθασαν -εντελώς τυχαία- μέχρις εδώ, μι-σοπεθαμένες και «αλλοπαρμένες» από τον τρόμο, για όσα φοβερά είδαν και έζησαν.

 Από αυτές και από τά παλληκάρια πού μάς ειδοποίησαν για το σπά-σιμο τής άμυνάς μας στο «Σιδερένιο» και στο «Φράξο», μαθαίνουμε λε-πτομέρειες από την συνολική εικόνα τών συμπλοκών, σε κάθε σημείο όπου οι Σουλιώτες και οι Σουλιώτισσες πολέμησαν θαρραλέα και με πεί-σμα, τους αμέτρητους «φρενιασμένους» Τουρκαλβανούς.

 Εκείνους από τους εχθρούς που κατηφόρισαν από την πλαγιά τού Νε-γκόζη και κατευθύνθηκαν πρός το Μοναστήρι, τους «υποδέχθηκαν» -σε μιά συστάδα από μεγάλους βράχους και με τά τουφέκια τους- οι λίγοι ηλικιωμένοι Σουλιώτες πού υπεράσπιζαν το εκείνο το οχυρό σημείο, με επικεφαλής τον γέρο-Κουτζονίκα.

 Γρήγορα όμως, οι υπερδεκαπλάσιοι Τουρκαλβανοί, μανιασμένοι από την σθεναρή αντίσταση πού βρίσκουν, «απλώνονται», τους κυκλώνουν και τους εξοντώνουν όλους.

 Αμέσως μετά, προχωρούν κατηφορίζοντας στο ακάλυπτο μέρος πρίν τον μαντρότοιχο πού προστατεύει το Μοναστήρι, όπου αρκετούς τους «ξαπλώνουν» με τά τουφέκια τους οι Σουλιώτισσες, αλλά είναι πάρα πολλοί και φθάνουν μέχρι την σιδερένια πόρτα, οπότε, εκεί, αρχίζει ά-γρια μάχη, σώμα με σώμα.

 Οι νεαρές Σουλιώτισσες, με αρχηγό την «καπετάνισσα» Λένη Μπότσα-ρη, τους αντιμετωπίζουν με θάρρος -«χουγιάζοντας» και προκαλώντας τους- και για ώρα τούς κρατούν έξω από την σιδερόπορτα, μαχόμενες με απελπισμένη γενναιότητα.

 Ωστόσο, το πλήθος τών εχθρών είναι ατελείωτο και ενώ μάχονται, «βήμα το βήμα» -όσες δεν έχουν σκοτωθεί ή πληγωθεί βαρειά- υποχω-ρούν πίσω από το Μοναστήρι.

 Εκεί είναι συγκεντρωμένες όσες δεν έχουν όπλα ν’ αμυνθούν, μαζί και τά μικρά παιδιά, οπότε τούς αντιμετωπίζουν με πέτρες, ξύλα και ότι άλλο έχουν πρόχειρο.

 Γίνεται μεγάλη σφαγή και κάποιες αιχμαλωτίζονται, ενώ, όσες προλα-βαίνουν, αποτραβιούνται στην άκρη τού γκρεμού, σέ μέρος πού οι καλό-γεροι το ονόμαζαν «Πέτακα», γιατί από εκεί πέταγαν ότι άχρηστο είχαν, για να πάει κάτω στην ρεματιά.

 Από το σημείο εκείνο, ο -σχεδόν- κάθετος γκρεμός μέχρι την κοίτη τού χειμάρου απέχει τριακόσια (300) μέτρα, ενώ τά «σύρματα» για διαφυγή είναι ανύπαρκτα.

 Οπότε, όσες ακόμη επιζούν, προτιμούν να ριχτούν στα «γκρεμίδια» τού φαραγγιού και εκεί επαναλαμβάνεται η τραγωδία τού Ζαλόγγου.

 Μόνο πού εδώ, είναι περισσότερες από διακόσιες (200) οι γυναίκες με τά παιδιά τους, πού αποφασίζουν τον θάνατο από την ατίμωση και την σκλαβιά και οι περισσότερες «τσακίζονται» στα βράχια και στις χαρά-δρες.

 Άλλες όμως -κάτω από τά πυρά τών εχθρών, πού δεν αποτολμούν την κατηφορική καταδίωξή τους και τίς πυροβολούν στις πλάτες, ακολου-θούν την δύσβατη «ραχοκοκκαλιά» τής βουνοπλαγιάς και φθάνουν «κα-κήν-κακώς», μέχρι κάτω, στην όχθη τού ποταμού.

 Από αυτές, όσες επιχειρούν να περάσουν το ποτάμι κολυμπώντας -ενώ φορούν τά βαρειά χειμωνιάτικα ρούχα τους- οι πιό πολλές παρασύ-ρονται από το ορμητικό ρεύμα και πνίγονται, ενώ ελάχιστες κατορθώ-νουν να διασωθούν, βγαίνοντας στην απέναντι όχθη.

 Εκεί, δεν υπάρχουν εχθροί γιατί η όχθη στο σημείο αυτό είναι απόκρη-μνη και απέχει χιλιόμετρα από το Γεφύρι τού «Κοράκου».

 Ετσι, περιπλανιώνται επί ημέρες στα «λόγγια» και -εν τέλει- σώζονται (όπως το μαθαίνουμε μετά από χρόνια) στα γύρω Θεσσαλικά χωριά.

 Η ατρόμητη εξαδέλφη μου, η «Καπετάνισσα Λένη», δεν είναι ανάμεσα στις αιχμάλωτες, ούτε σώθηκε αλλού και κανένας δεν την ξαναείδε!!!

 (Όμως, η αγέρωχη και πανέμορφη θωριά της, θα μείνει για πάντα «γραμμένη» στη μνήμη μου και στην καρδιά μου...)

 Στην άλλη πλευρά τών άγριων συμπλοκών στα οχυρά μας, τόν «Σιδε-ρένιο» και τόν «Φράξο», οι πολυάριθμοι εχθροί κατορθώνουν να φθά-σουν -μετά από ώρες τουφεκισμών- στα μετερίζια τών Σουλιωτών, οπότε αρχίζει φοβερή μάχη με τά σπαθιά, τά γιαταγάνια και τις πάλες.

 Ο θείος μου Νότη Μπότσαρης μάχεται με το «δαμασκηνό» σπαθί του γιά ώρα και γύρω του σωριάζονται πολλοί σκοτωμένοι και λαβωμένοι εχθροί.

 Εχει στό κορμί του πέντε σπαθιές και αποσύρεται πίσω από βράχια, όπου λιποθυμάει.

 Εκεί τον ανακαλύπτουν μισοπεθαμένο και τον αιχμαλωτίζουν κάποιοι «Τσάμηδες», πού έχουν επικεφαλής τον Μπέη τής Παραμυθιάς Τσέλιο Πίτσαρη.

 Εκείνος τον αναγνωρίζει και δεν αφήνει να τον αποτελειώσουν.

 (Θα τον μεταφέρουν στα Γιάννενα και θα τον «γιατροπορέψουν», γιατί τον θέλουν γιά όμηρο και έτσι σώζεται, αλλά φυλακισμένος και αλυσσοδεμένος σε απόρθητο φρούριο-φυλακή τού Αλή πασά, στην Ανω Ηπειρο.)

 Στο άλλο οχυρό μας, «στον Σιδερένιο», ο Νίκηζα Μπότσαρης, ρωμα-λέος άντρας 35 χρόνων και παλληκάρι από τά λίγα, έχει κοντά του τόν «ισκιωμένο» αδελφό μου Γιάννη και την ατρόμητη αδελφή μου Λένω, μέ λίγους αποφασισμένους Σουλιώτες, πού απέμειναν ζωντανοί.

 Βλέποντας τά μετερίζια να κυριεύονται ένα-ένα από τους αμέτρητους εχθρούς, ο θείος μου Νίκηζας δίνει το σύνθημα γιά το «γιουρούσι» και ό-λοι εκείνοι ορμούν σαν τους λύκους στην κατηφοριά, πρός το γεφύρι τού «Κοράκου», μήπως και κατορθώσουν να διαβούν απέναντι.

 Πολεμούν απεγνωσμένα με τά σπαθιά, κόβουν στο διάβα τους πολ-λούς εχθρούς αλλά, σχεδόν όλοι, πέφτουν μαχόμενοι πολύ κοντά στο γεφύρι, ενώ λίγοι αιχμαλωτίζονται από τους άντρες τών Μπουκουβα-λαίων και -τελικά- κάποιοι διασώζονται.

 Η «ελαφοπάτητη» αδελφή μου Λένω Μπότσαρη, σπαθομαχώντας με πέντε-έξη Τουρκαλβανούς πού την κυνηγούν -αλλά δεν την τουφεκί-ζουν, γιατί έχουν καταλάβει ποιά είναι και θέλουν να την πιάσουν ζωντα-νή- κατορθώνει να φθάσει σε μιά στροφή τού ποταμού, πρίν από το γε-φύρι, οπότε -χωρίς δισταγμό- πηδά στ’ αφρισμένα νερά τού «Ασπρου».

 Ενας από τους διώκτες της -«θαμπωμένος» από την ομορφιά της- τής απλώνει το χέρι του για να πιαστεί και να γλυτώσει, αλλά εκείνη δεν την θέλει τη ζωή και τον τραβά μέσα στά ορμητικά νερά, όπου πνίγονται και οι δύο!!!

 Η πολυάριθμη φάρα μας, τών ξακουστών Μποτσαραίων, με τά διακό-σια τουφέκια, έχει σχεδόν αποδεκατιστεί, αφήνοντας αίμα, κορμιά και κόκκαλα, σ’ όλο αυτό το απόκοσμο μέρος.»

 

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ’ - Το «δάκρυ τής γής» και η νυκτερινή διαφυγή μας.

 «Μέσα στην σωτήρια σπηλιά, ο πατέρας μου Κίτσο Μπότσαρης διατά-ζει να κάνουμε απόλυτη ησυχία, ενώ καλύπτουμε την στενή είσοδό της με πυκνούς θάμνους από ρείκια και κουμαριές, ώστε να μην φαίνεται διόλου απ’ έξω.

 Σε μιά άκρη τής σπηλιάς, πίσω από ένα βράχο, αναβλύζει λίγο πόσιμο νεράκι πού μάς σώζει.

 Μοιάζει σαν να δακρύζει η γή, γιά τά φοβερά παθήματά μας.

 Παραμένουμε στην σπηλιά επί πέντε ημέρες και νύχτες, χωρίς να μάς αντιληφθούν οι εχθροί, πού ασφαλώς μάς αναζητούν -ιδίως τον πατέρα μου- με άσπονδη μανία, γιατί το κεφάλι του έχει επικηρυχθεί με πολλές χιλιάδες γρόσια.

 Ενας από τους ντόπιους συμπολεμιστές μας, έχει ένα «ταγάρι» με κά-στανα και καρύδια, πού τά μοιραζόμαστε με δικαιοσύνη και ξεγελάμε την πείνα μας.

 Είμαστε ακριβώς σαράντα πέντε άνδρες και πέντε γυναίκες, όσοι απο-μείναμε ζωντανοί εδώ.

 Την έκτη ημέρα, πρός το απόγευμα, βγαίνουν από την σπηλιά δύο από τους ντόπιους συμπολεμιστές μας και με μύριες προφυλάξεις κατο-πτεύουν τά γύρω μέρη.

 Διαπιστώνουν ότι οι Τουρκαλβανοί έχουν αποσυρθεί από τον Σέλτσο, μάλλον βέβαιοι ότι όλοι έχουμε σκοτωθεί στις μάχες ή έχουμε «τσακι-στεί» στους γκρεμούς ολόγυρα.

 Μόλις αρχίζει να «σουρουπώνει», βγαίνουμε σιωπηλά ένας-ένας από την σπηλιά και ακολουθώντας προσεκτικά το στενό μονοπάτι απ’ όπου σώθηκαν οι γυναίκες, φθάνουμε μέχρι κάτω από το Μοναστήρι και ανε-βαίνουμε με προφύλαξη στο πίσω μέρος του.

 Εχθροί δεν υπάρχουν ούτε εκεί, αλλά το θέαμα πού αντικρύζουμε σε κάθε βήμα μας, είναι ότι πιό φρικιαστικό μπορεί να βάλει ο νούς τού αν-θρώπου.

 Δεκάδες γυμνά κορμιά, από λίγους άνδρες και από πολλές γυναίκες και παιδιά, κείτονται σφαγμένα και ξεκοιλιασμένα -όλα ακέφαλα- στον περίβολο τού Μοναστηριού, αλλά και εμπρός ή πίσω από αυτό.

 Η οσμή τού θανάτου είναι διάχυτη παντού και υπάρχουν πολλά όρνεα πού παίρνουν το μακάβριο μερίδιό τους από τά «κουφάρια» τών συν-τρόφων μας και τών συγγενών μας.

 Στο εσωτερικό τού Μοναστηριού βρίσκουμε σφαγμένους τους καλόγε-ρους και τον γέρο-ηγούμενο. Ούτε αυτούς σεβάστηκαν οι βάρβαροι μι-σθοφόροι τού Αλή πασά.

 Αναρωτιέμαι, με σιωπηρή αγωνία, άν γλύτωσε κάποιο από τά μικρά αδέλφια μου ή από τις μεγαλύτερες γυναίκες συγγενείς μας, πού έμεναν εκεί, στο συγκρότημα τού Μοναστηριού.

 Όμως, ο πατέρας μου μάς βιάζει ν’ απομακρυνθούμε, εφ’ όσον είναι πολύ αργά γιά οτιδήποτε και ούτε μπορούμε να σκεφθούμε την ταφή τών ακέφαλων σωμάτων, πού είναι δεκάδες.

 Πρέπει να μείνουμε ζωντανοί, εμείς οι λίγοι πού γλυτώσαμε από την ανελέητη σφαγή.

 (Αλλά, εκείνο το τρομακτικό πεδίο με τά ακέφαλα γυμνά κορμιά, δεν θα φύγει ποτέ από τον νού μου και θα είναι ο εφιάλτης πού θα με συνοδεύει εφ’ όρου ζωής.

 Σε κάθε μάχη πού αντιμετωπίζω Τούρκους και Τουρκαλβανούς, εκείνο το φρικτό θέαμα έχω εμπρός στα μάτια μου και τους πολεμώ χωρίς έλεος, μέχρι πού το χέρι μου «πρίζεται» και δεν βγαίνει από την λαβή τού σπαθιού μου.)

 Περιμένουμε να απονυχτώσει και με οδηγούς τους λίγους Ραδοβυζι-νούς συμπολεμιστές μας βαδίζουμε σ’ ένα ορεινό μονοπάτι πού μάς βγάζει στά μετερίζια τού θείου μου Νότη Μπότσαρη, στον «Φράξο».

 Υπάρχουν και εδώ, ολοτρόγυρα, πολλά σκόρπια κουφάρια και η φο-βερή οσμή τους είναι διάχυτη στον παγωμένο αέρα.

 Από το ψηλό σημείο τής βουνοπλαγιάς πού βρισκόμαστε, αντικρύζου-με «αχνά» τα λίγα φώτα από τά σπίτια τής Βρεστενίτσας και χαμηλά αρι-στερά μας -όπου ήταν το στρατόπεδο τών εχθρών- αρκετές φωτιές σε ημικυκλική σειρά.

 Είναι φανερό ότι, οι εχθροί έχουν αφήσει οπισθοφυλακές και έστησαν «παγανιές» στα περάσματα, για να πιάσουν όσους -πιθανόν- γλύτωσαν στον Σέλτσο και θα επιχειρήσουν να ξεφύγουν πέρα από την Βρεστενί-τσα, πρός τ’ απέναντι χωριά τού άνω Ραδοβυζίου.

 Από την πλευρά τού ποταμού πρός την Θεσσαλία, το μόνο πέρασμα -το γεφύρι τού «Κοράκου»- φαίνεται καλά φυλαγμένο, γιατί και εκεί απέ-ναντι υπάρχουν αναμμένες φωτιές.

 Στο μέρος εκείνο αποχωριζόμαστε -σφίγγοντας σιωπηλά τά χέρια- με τους πιστούς Αντωνακαίους, πού θα γυρίσουν με πολλές προφυλάξεις στα σπίτια τους.

 Τους ακολουθούν αρκετοί από τους Σουλιώτες και οι τέσσερις από τις γυναίκες πού σώθηκαν στη σπηλιά, πού δεν έχουν αντοχές να βαδίσουν μακρύτερα.

 Εμείς οι Μποτσαραίοι -στενοί και πιό μακρυνοί συγγενείς- παραμέ-νουμε μαζί, καμμιά εικοσαριά όλοι κι όλοι και ακολουθούμε τον Γιώργη Κοσσυβάκη και τον αδελφό του Πάνο, με τους λίγους δικούς τους, πού γνωρίζουν καλά τά δύσβατα εκείνα μέρη.

 Η αδελφή μου Μάρω είναι τελείως εξαντλημένη και την κρατώ από το χέρι, ενώ -λίγο αργότερα- ο πατέρας μου την παίρνει στις πλάτες του, ενώ τον «σκαντζάρουν» και ένα-δυό δικοί μας.

 Πορευόμαστε όσο μπορούμε αθόρυβα, σιωπηλά και από «αβάδιστα» μονοπάτια.

 Είμαστε νηστικοί πολλές ημέρες και σχεδόν ξυπόλητοι, αφού τά τσα-ρούχια μας έχουν «λειώσει» από τίς συνεχείς πορείες στά κακοτράχλα μέρη, όπου πορευόμαστε μήνες τώρα.

 Ευτυχώς, η νύχτα είναι αφέγγαρη και «μάς κρύβει», οπότε μετά από πέντε -περίπου- ώρες, φθάνουμε ξέπνοοι στήν Μπότση, σχεδόν χαρά-ματα.

 Εδώ, οι καλοί συναγωνιστές μάς κατανέμουν από λίγους στα σπίτια τους, ενώ η οικογένεια τών Κοσσυβακαίων μοιράζεται τά λιτά τρόφιμά της με τον πατέρα μου και εμάς τά παιδιά του.

 Μένουμε για δύο ημέρες χωρίς να βγαίνουμε από το σπίτι τους, ώστε να μην γίνουμε αντιληπτοί από άλλους χωριανούς, πού κατοικούν σε κά-ποια απόσταση και δεν ξέρουμε τις διαθέσεις τους.

 Ο κίνδυνος είναι μεγάλος, τόσο για μάς, όσο και για την οικογένεια πού μας φιλοξενεί, γιατί τά «μυστικά» δεν μένουν κρυφά για πολύ καιρό.

 Ο Γιώργης Κοσσυβάκης έχει ήδη έναν μικρό γυιό, τον Γιάννη, τεσσά-ρων ετών και έναν ακόμη αβάπτιστο στην «σαρμανίτσα». (Πού είναι ξύλινο κρεββατάκι-κούνια.)

 Τήν γυναίκα του την λένε Αυγή ή Αυγούλα και είναι συγγενής τού κα-πετάν Ανδρίτσου, ενώ ο αδελφός του Πάνος δεν έχει παντρευτεί.

 Ο μικρός Γιάννης δεν παίρνει τά μάτια του από τά ασημοκαπνισμένα όπλα τού πατέρα μου και ο Κίτσο Μπότσαρης τον αφήνει να τά περιε-ργαστεί.

 Οπότε αποφαίνεται: «Καλό σημάδι αυτό, καπετάν Γιώργη, δεν σκιάζε-ται τά όπλα ο γυιός σου…»

 Μαθαίνουμε ότι, ο πατέρας τών Κοσσυβακαίων, ονόματι Χρήστος Ζα-λοχρήστος, είχε σκοτωθεί στα «Ορλωφικά», μαχόμενος με τούς Τουρ-κους πού έκαψαν την Μπότση και το σπίτι τους στα 1771.

 Τά μικρά παιδιά, τά βρήκαν λίγο αργότερα οι συγχωριανοί τους, κρυμ-μένα σέ μιά βατιά σάν «Κοσιφάκια», γι’ αυτό και τους έδωσαν αυτό το προσωνύμιο, πού έγινε στη συνεχεία το επώνυμό τους.

 Μεγαλώνοντας τά δύο παιδιά, έφυγαν από το χωριό τους και βρέθη-καν στην Λειβαδιά, όπου εντάχθηκαν στον «Ταϊφά» τού καπετάν Ανδρί-τσου και πολέμησαν μαζί του, στα χρόνια 1789 μέχρι 1792.

 Τότε, ο «Τουρκομάχος» Ανδρίτσος, είχε συμμαχήσει με τον περίφημο ναυμάχο Λάμπρο Κατσώνη (και οι δύο με καταγωγή από την περιοχή τής Λει-βαδιάς), στις ξακουστές «πεζοναυτικές» επιχειρήσεις τους, στο Αιγαίο και στο Ιόνιο πέλαγος.

 Το βράδυ, γύρω από το αναμμένο τζάκι, ο καπετάν-Γιώργης μάς διη-γείται τις απίστευτες περιπέτειες πού έζησαν, σε στεργιές και θάλασσες, μαζί τους.

 Εδώ μαθαίνουμε επίσης, ότι οι Κοσσυβακαίοι έχουν παλαιά έχθρα με τον Γώγο Μπακόλα, αλλά και με τον Κώστα Πουλή, πού ο Αλή πασάς διόρισε αρματωλούς στά Ραδοβύζια.

 Εχοντας από πρίν στενή φιλία με τον θείο μου Νίκηζα Μπότσαρη, αποφάσισαν να σπεύσουν σε βοήθειά μας στον Σέλτσο, όταν έμαθαν ότι εκείνοι οι «Τουρκολάτρες» συγκέντρωναν ενόπλους εναντίον μας.

 Η κυρά-Αυγή περιποιείται ιδιαίτερα την μικρή Μάρω, τής κάνει λουτρό, τής δίνει καθαρά ρούχα και ένα μάλλινο «κοντογούνι» για το κρύο, κα-θώς και υποδήματα, ενώ τής χαρίζει ένα όμορφο «χαϊμαλί» για τον λαι-μό της.

 Η λιγοστή ανάπαυση μάς δίνει δυνάμεις και με την αδελφούλα μου Μάρω, βγαίνουμε πρίν το σούρουπο και για λίγη ώρα, στην αυλή τού σπιτιού.

 Αγναντεύουμε τα γύρω όμορφα -παρ’ όλο τον χειμώνα- τοπία και το ψηλό «λευκό» βουνό πού δεσπόζει επάνω από την Μπότση.

 Τής μιλώ για όσα βλέπουμε, επειδή είναι μελαγχολική και δεν μπορεί να βγάλει από το νού της τά όσα φρικτά συμβάντα έζησε, μόλις πρίν λί-γες ημέρες.

 Ωστόσο, την δεύτερη κιόλας ημέρα, μόλις νυχτώνει, συγκεντρωνόμα-στε όλοι μαζί και ξεκινάμε -με οδηγούς τους Κοσσυβακαίους- πρός τά χωριά τού Βάλτου, αλλά αποφεύγοντας τους οικισμούς μέχρι να φτά-σουμε στο χωριό «Σύντεκνο», πού είναι ο προορισμός μας.

 Ο Πάνο Κοσσυβάκης, μαζί μ’ ένα δικό μας Σουλιωτοπαίδι, προπορεύ-ονται για ν’ ανιχνεύουν τά μέρη απ’ όπου θα περάσουμε.

 Στην πορεία μας, έχουμε στά αριστερά μας χαμηλά τον Ασπροπόταμο και το χωριό «Σουμερού», όπου έχουμε μάθει ότι υπάρχουν Τουρκαλβα-νοί, οπότε πρέπει να διαβούμε από ψηλότερα μέρη.

 Όμως, ακόμη ψηλότερα, στα ριζά τού βουνού τής «Μπότσης», στο μο-νοπάτι πρός το χωριό «Σκουληκαριά», υπάρχει οχυρό σημείο σε «αυχέ-να» πού λέγεται «Κούλια» και πρέπει να το παρακάμψουμε με πολλή προσοχή, γιατί εκεί υπάρχει μόνιμο φυλάκιο, με πολυάριθμη Τουρκική φρουρά και οι εχθροί μας ασφαλώς θα είναι σε επαγρύπνηση.

 Με ολονύχτια πορεία, περνάμε από την διάβαση «στα Κανάλια», πα-ράλληλα από τό Τουρκικό φυλάκιο, χωρίς να μάς αντιληφθούν οι Του-ρκοι και βαδίζοντας -σε κατηφοριά- με εντεταμένη την προσοχή μας, ξη-μερώνουμε, έξω από τό χωριό «Σακαρέτσι» και -ώρες αργότερα- έξω από το χωριό «Εμπεσσός» τού άνω Βάλτου.

 Ξεκουραζόμαστε για λίγο και βαδίζοντας προσεκτικά όλη την επομένη ημέρα, μέσα από πανέμορφα δάση και λιβάδια, φθάνουμε κατά το «σού-ρουπο» σε οικισμό τού χωριού «Σύντεκνο».

 Εδώ μάς περιμένει ο καπετάν-Σωτήρης Συντεκνιώτης, επιστήθιος φί-λος τών Κοσσυβακαίων, νέος και επιβλητικός.

 Εχει ειδοποιηθεί μυστικά για τον ερχομό μας και μάς υποδέχεται με εγκαρδιότητα και πολύ σεβασμό πρός τον πατέρα μου.

 Μάς κατανέμει σε σπίτια και υποστατικά συγγενών του και τής φιλικής οικογένειας τού καπετάν-Νίκου Κοντονίκα, όπου πέφτουμε -«ξεροί» από την κούραση- στόν ύπνο.

 Το επόμενο πρωί, θα αποχωριστούμε τους πολύτιμους συμπολεμιστές μας Κοσσυβακαίους, με θερμές χειραψίες, εναγκαλισμούς και ευχές για καλό κατευόδιο.

 (Θα ανταμωθούμε με τον γενναίο Γιώργη Κοσσυβάκη, δεκαεπτά χρόνια αργότε-ρα, στην Επανάσταση τού ‘21 και στο στρατόπεδο πού έχουμε στήσει στο χωριό Πέτα, πρίν από την επίθεση και κατάληψη τής Αρτας, τον Σεπτέμβριο 1821.

 Με την ομάδα του, από Ραδοβυζινά παλληκάρια, έχει ήδη πολεμήσει στις μάχες τής Λαγκάδας, στο Μακρυνόρος, στο Σταυρό Θεοδωριάνων, στο Βουργαρέλι, στην Πράμαντα, στους Καλαρρίτες, στην Πλάκα και στις δύο στο Κομπότι.

 Εχει μαζί και τον γυιό του Γιάννη, πού τον είχα γνωρίσει στην Μπότση σχεδόν νήπιο στα 1804 και τον βρίσκω τώρα αρειμάνιο πολεμιστή.

 Εκεί θα μάθω και τά όσα υπέφεραν οι έμπιστοι συμμαχοί μας από τους «Αληπα-σαλήδες», για την βοήθεια πού μάς έδωσαν -τότε- στο Σέλτσο και δεν έμεινε κρυφή από τούς σπιούνους τού Αλή πασά.

 Τό σπίτι τους λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε στα 1806, οι ίδιοι, επί χρόνια έζησαν διωκόμενοι σε ορεινά χωριά τής Ευρυτανίας και στην Λειβαδιά, ενώ ο Πάνο Κοσσυ-βάκης σκοτώθηκε σε μάχη με Τούρκους, στα μέρη τής Λαμίας.)

 --------------------------------------------------------------

 [Σ.Σ. Στα γεγονότα τών επαναστατικών δράσεων τού Λάμπρου Κατσώνη και τού Ανδρίτσου Βερούση, πρέπει να επισημανθεί και η περίφημη «νεώτερη άνοδος τών Μυρίων»!!! (Κατ’ αντιστοιχία τής φοβερής πορείας τών αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών, πού διέσχισαν πολεμώντας την πρόσω Ασία, στα 499 π.Χ., όπως την διέσωσε και την πε-ριγράφει ο στρατηγός τους και ιστορικός, Ξενοφών ο Αθηναίος.)

 Οπου, οι -πεντακόσιοι περίπου- «πεζοναύτες» τού καπετάν Ανδρίτσου, χωρίζο-ντας από τον καπετάν Λάμπρο στο Πόρτο-Κάγιο τής Μάνης, διέσχισαν απ’ άκρη- σ’ άκρη τον «Μωριά» μαχόμενοι -επί δεκαπέντε ημερόνυχτα συνεχώς- με Τούρκους και Τουρκαλβανούς, μέχρι την Βοστίτσα (!!!), δηλαδή το σημερινό Αίγιο.

 Στην αιματοβαμμένη εκείνη διαδρομή, ο καπετάν Ανδρίτσος και οι άνδρες του, εί-χαν ένθερμη και πολύτιμη συνδρομή από τόν φημισμένο «Μωραϊτη» οπλαρχηγό καπετάν Ζαχαριά, οπότε οι περισσότεροι διασώθηκαν και διεκπεραιώθηκαν στην Ρούμελη και εν συνεχεία στα πάτρια εδάφη τους.

 Στους πολεμιστές τού καπετάν Ζαχαριά, εκείνες τις ημέρες, είχε ενταχθεί και συ-μπολεμούσε ο πρωτότοκος γυιός τού παλαιού του συναρχηγού Κωνσταντή Κολοκο-τρώνη, ο δεκαπεντάχρονος Θοδωρής, ο μετέπειτα κορυφαίος στρατηγός τής Επα-ναστάσεως τού 1821.

 Ο ίδιος μάλιστα, περιέγραψε εκείνα τά φοβερά πολεμικά συμβάντα, στα «Απομνη-μονεύματά» του, πού υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη.

 Δυστυχώς, ο σπουδαίος Τουρκομάχος καπετάν Ανδρίτσος, λίγο αργότερα -στα 1792- συνελήφθη αιχμάλωτος από τούς Βενετούς, οι οποίοι -άνανδρα- τον παρέδω-σαν στους Τούρκους και μετά από πέντε χρόνια, βρήκε τραγικό θάνατο στα μπου-ντρούμια τής Κωνσταντινουπόλεως.]

 ---------------------------------------------------------------------------------------

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ’ - Ενας απρόοπτος αρραβώνας

- Η σωτηρία μας

 «Στο Σύντεκνο είμαστε όλοι εξουθενωμένοι και παραμένουμε για λίγες ημέρες, έγκλειστοι στα φιλόξενα σπίτια, «για τον φόβο τών Ιουδαίων»...

 Εδώ όμως, ο καπετάν-Σωτήρης «κεραυνοβολημένος» από την ομο-ρφιά τής αδελφής μου Μάρως, την ζητά σε γάμο από τον πατέρα μου και γονατίζοντας τού φιλεί «σεβαστικά» το χέρι.

 Ο Κίτσο Μπότσαρης, πολύ συγκινημένος, δέχεται με χαρά την αιφνίδια πρόταση, πολύ περισσότερο πού δεν γνωρίζουμε τι μπορεί να μάς περι-μένει στην συνέχεια τής ριψοκίνδυνης διαφυγής μας.

 Ετσι, την ίδια ημέρα, ένας τοπικός ιερέας τελεί το απρόοπτο, βιαστικό και σιωπηρό -για λόγους προφύλαξης- μυστήριο τού αρραβώνα.

 Επί τέλους και μιά ώρα χαράς για ‘μάς, μετά από τόσες συμφορές και σκοτωμούς, αλλά και με την αδελφή μου Μάρω ασφαλή, στην προστα-σία τού καπετάν Σωτήρη.

 Ωστόσο, πρέπει να εξηγήσω ότι, η συνήθεια σ’ εμάς, ν’ αρραβωνιάζο-νται και να παντρεύονται τά κορίτσια από πολύ μικρά -ακόμη και στην εφηβεία- είναι πατροπαράδοτη.

 Επιβάλλεται όμως, τόσο από την σκοπιμότητα τής συνάψεως συμμαχι-ών ανάμεσα στις φάρες, όσο και από την ανάγκη τής γρήγορης απόκτη-σης πολλών παιδιών, γιατί οι πόλεμοι και οι κακουχίες «τρώνε πολλά κορμιά», πού πρέπει ν’ αναπληρωθούν.»

 ---------------------------------------------------------------

 [Σ.Σ. Στον πρώτο χρόνο τής Επαναστάσεως τού 1821, ο -πάλλευκος στα ήθη του- Μάρκο Μπότσαρης, δίνοντας τόπο στην δίκαιη οργή του, συγχώρεσε δημοσί-ως και χάριν τής ενότητος τών επαναστατών, τον ηθικό αυτουργό τής δολοφονίας τού πατέρα του Κίτσου Μπότσαρη, τον περιώνυμο Ραδοβυζινό οπλαρχηγό Γώγο Μπακόλα.

 Μάλιστα, προκειμένου να «επικυρωθεί» η μεταξύ τους ειρήνευση, ο Μάρκος δε-χτηκε ν’ αρραβωνιάσει την μεγαλύτερη κόρη του Βασιλική, πού ήταν -τότε- μόλις εν-νέα (9) ετών (!!!), με τον γυιό τού Μπακόλα, τον 20χρονο «Ντούλα» Γώγο.

 Ευτυχώς, στην περίπτωση εκείνη, δεν επακολούθησε γάμος, γιατί -εκτός άλλων αιτιών- ο Ντούλα Γώγος έπαιξε ύποπτο ρόλο στα γεγονότα τής Επαναστάσεως και ειδικότερα στην καταστροφική μάχη και ήττα στο χωριό Πέτα, τον Ιούλιο 1822.

 Αλλά και μετά το τέλος τής Επαναστάσεως, όταν η περιοχή τής Αρτας παρέμεινε στην Τουρκική επικράτεια, εκείνος έγινε «αρματωλός» στην υπηρεσία τών Τούρκων στα Ραδοβύζια, με μισθό εκατό «φλουριά» τον χρόνο, γι’ αυτό και οι Ραδοβυζινοί τού είχαν δώσει το σκωπτικό προσωνύμιο «ο εκατόνταρχος»!!!

 Δίκαια λοιπόν, εκείνον τον φανερό Τουρκολάτρη, τον σκότωσαν σε καρτέρι, για τίς πολλές αυθαιρεσίες του, κάποιοι τολμηροί Ραδοβυζινοί οπλαρχηγοί…]

 --------------------------------------------------------------------------------------

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ’. ΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ

 «Στις επόμενες ημέρες, ο γαμπρός μας -πλέον- καπετάν Σωτήρης, διο-ργανώνει την διαφυγή μας, πού ξεκινά με νυκτερινή πορεία πρός το χω-ριό «Κρίκελλο» και -στη συνεχεία- σέ κάποια απόμερη παραλία τού Αμ-βρακικού κόλπου, στο μικρό χωριό «Μπούκα».

 Ο καπετάν Σωτήρης έχει εδώ έμπιστους φίλους και κάποιοι από τούς συγγενείς μας Μποτσαραίους, πού έχουν ακόμη ανοιχτά τραύματα από τίς μάχες στο Σέλτσο και δυσκολεύονται να συνεχίσουν την περιπέτεια τής διαφυγής μας, ζητούν από τον Κίτσο Μπότσαρη να παραμείνουν στο φιλόξενο παραλιακό ψαροχώρι.

 Οι υπόλοιποι, μόλις νυχτώνει, επιβιβαζόμαστε σε ψαροκάϊκο πού ναύ-λωσε ο καπετάν Σωτήρης, τον οποίο αποχαιρετούμε με συγκίνηση και πολλές ευχές για τον γάμο, πού θα επακολουθήσει όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

 Στη συνέχεια, πλέουμε νύχτα στην Βόνιτσα, όπου ο πατέρας μου έχει παλαιούς γνώριμους και εκείνοι πρόθυμα μάς συνοδεύουν στην Λευκά-δα, όπου «απαγγειάζουμε» λίγες ημέρες.»

 (Σημειώνω εδώ, ότι με τον γαμπρό μου Σωτήρη Συντεκνιώτη θα ανταμώσουμε το Φθινόπωρο τού 1821, επίσης στο στρατόπεδο τού Πέτα, όπου είναι από τά πιό ση-μαντικά πρωτοπαλλήκαρα τού Γιώργη Καραϊσκάκη, μαζί με τον συγχωριανό του Αντώνη Ζαραλή.

 Με πληροφορεί ότι, με την αδελφή μου Μάρω -με την οποία παντρεύτηκαν δύο χρόνια μετά την διαφυγή μας- έχουν αποκτήσει ένα γυιό με το όνομα Ανδρέας και μιά κόρη πού την έχουν βαπτίσει Ελένη, για θύμηση τής αδελφής μας Λένως, πού χάθηκε στά νερά τού Αχελώου, αλλά και τής εξαδέλφης μας, τής «καπετάνισσας» Λένης, πού έπεσε μαχόμενη στο Μοναστήρι τού Σέλτσου.

 Ομως, στά 1806, υπέστησαν και αυτοί την τύχη τών Κοσσυβακαίων, αφού συγχω-ριανοί τους από ανταγωνιστική οικογένεια, πού επιδίωκαν την εύνοια τού Αλή πασά, πρόδωσαν το μυστικό τής διαφυγής μας και οι Τουρκαλβανοί πού κατέφθασαν «τι-μωρητικά» στο Σύντεκνο με επικεφαλής τον αιμοβόρο Γιουσούφ Αράπη, πυρπόλη-σαν και λεηλάτησαν τά σπίτια τους, καθώς και εκείνα τών Κοντονικαίων.

 Οι φάρες τους μόλις διασώθηκαν στα γύρω χωριά, ενώ ο ίδιος ο καπετάν Σωτήρης με την Μάρω και τά παιδιά τους κατέφυγαν εν τέλει στο Μεσολόγγι, όπου από την έναρξη της Επαναστάσεως έμειναν πολλά Τουρκόσπιτα άδεια και έτσι κατοικούν εκεί έκτοτε.

 Θα ανταμώσω -δύο μήνες αργότερα και πολύ συγκινημένος- με την αδελφή μου Μάρω και τ’ ανήψια μου στο Μεσολόγγι, όταν κλειστήκαμε με την πολιορκία τού Ομέρ πασά. Μετά την νίκη μας, την Πρωτοχρονιά 1822, θα συνεχίσω να μένω στο σπίτι της…)

 «…Τέλος, στην Λευκάδα, βρίσκουμε πλεούμενο πού μάς μεταφέρει -ταξιδεύοντας πάντα νύχτα- στην Πάργα.

 Εκεί, θά ανταμώθουμε με τους λοιπούς Σουλιώτες, οι οποίοι -με αρχη-γό τον Φώτο Τζαβέλλα- είχαν γλυτώσει από τον Δεκέμβρη τού 1803.

 Εμείς, οι ελάχιστοι Μποτσαραίοι πού γλυτώσαμε μόλις «από τού χά-ρου το δρεπάνι», είμαστε σκιές τού εαυτού μας, μετά τις απίστευτες τα-λαιπωρίες πού βιώσαμε.

 Οι συμπατριώτες μάς θεωρούσαν όλους σκοτωμένους και κάποιοι συγγενείς μας, είχαν κάνει «τρισάγιο» γιά τις ψυχές μας!!!

 Εκεί στην Πάργα, ο πατέρας μου -επί τέλους- συμφιλιώνεται με τον Φώτο Τζαβέλλα.

 Αργότερα, στην Κέρκυρα, όπου μάς μεταφέρουν Ρωσικά πλοία, εγώ, ο Μάρκος τού Κίτσου Μπότσαρη, θα γίνω «κουμπάρος» με τον εγκάρδιο φίλο μου Ζυγούρη Τζαβέλλα -τρίτο στην σειρά γυιό τού αείμνηστου Λά-μπρου Τζαβέλλα- βαφτίζοντας την μικρή κόρη του με το όνομα -τι άλλο-Ελένη.

 Εδώ στην Κέρκυρα, θα βρώ -ανάμεσα στούς άλλους- και τον πολύ αγαπητό παιδικό μου φίλο Γιωργάκη Δράκο, αλλά και τον πολύξερο συ-μπατριώτη Χριστόφορο Περραιβό, από τον οποίο καθημερινά μαθαί-νουμε όλοι μας σοφά πράγματα, για τους αρχαίους Ελληνες προγόνους μας, για την σημασία τής Πατρίδας και για την αξία τής Ελευθερίας.

 Μιά νέα ελπίδα φαίνεται να γεννιέται για τους βασανισμένους, αλλά α-δάμαστους Σουλιώτες.

 Ετσι, στά δειλινά, όταν ο ήλιος -δύοντας στο Ιόνιο πέλαγος- φωτίζει απέναντι τά αγέρωχα βουνά τού Σουλίου, μαζευόμαστε στήν παραλία τής Λευκίμμης και τ’ αγναντεύουμε, ονειροπολώντας την επιστροφή μας, εκεί...»

 ΕΠΙΛΟΓΟΣ Α’

 Ο «επτάψυχος» Νότη Μπότσαρης, μετά την ανάρρωσή του από τίς βαριές πλη-γές πού υπέστη στον Σέλτσο, θα δραπετεύσει με απίστευτο τρόπο από την φυλακή-κάστρο, όπου τον είχε κλείσει σιδεροδέσμιο ο Αλή πασάς.

 Επί χρόνια θα πολεμήσει τούς Τούρκους σέ όλη την χέρσο Ελλάδα, αλλά και στην θάλασσα ως «κουρσάρος», μέ επιδρομικά πλοία πού είχαν ορμητήρια στα νη-σιά «Σποράδες».

 Οι Μποτσαραίοι τον είχαν για σκοτωμένο και έκαναν μνημόσυνα για την ψυχή του, ενώ, όταν εμφανίσθηκε -από το «πουθενά»- στην Κέρκυρα, όλοι οι Σουλιώτες πανη-γύρισαν και τού αναγνώρισαν ηγετική πρωτοκαθεδρία.

 Θα είναι ο ηγέτης τών μαχομένων Σουλιωτών, σ’ όλο τον ενάμισυ χρόνο πού -χά-ρη στην ευφυή συμφωνία τού ανηψιού του Μάρκου με τον Αλή πασά- ξαναπήραν το Σούλι (12.12.1820), αλλά και στην συνέχεια τής επαναστάσεως τού 1821, θα είναι δίπλα στον πολέμαρχο ανηψιό του Μάρκο, ως δεύτερος πατέρας και πολύτιμος σύμβουλός του.

 Τέλος, ο γέρο-Νότης θα είναι ο ηγέτης τής ηρωϊκής φρουράς στην 2η πολιορκία τού Μεσολογγίου και επικεφαλής τής μίας από τις τρείς «φάλαγγες» τών πολιο-ρκημένων, κατά την μεγάλη Εξοδό τους, στις 10 Απριλίου 1826.

 Οπου -παρά την προχωρημένη ηλικία του, τών 72 ετών- θα διασωθεί με τά κου-μπούρια στα χέρια και θα συνεχίσει να είναι μάχιμος μέχρι το τέλος τής Επαναστα-σεως.

 Ωστόσο, υπήρξαν κι άλλοι -ελάχιστοι- Σουλιώτες πού διασώθηκαν μόλις από τον τρομερό αποδεκατισμό στον «Σέλτσο».

 Πράγματι, γνωρίζουμε ότι γλύτωσαν κάποιοι από τήν «φάρα» τών «Λαλαίων», οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο χωριό «Καταβόθρα» -νύν Αστροχώρι- τού Ανω Ρα-δοβυζίου και σήμερα υπάρχουν εκεί απόγονοί τους.

 Ακόμη, διασώθηκαν κάποιοι από τίς Σουλιώτικες «φάρες» τών «Τσιωλαίων» και τών «Τσιναίων» πού βρέθηκαν στην απέναντι όχθη τού Αχελώου και «ρίζωσαν» στά πλησίον «Βραγγιανά», τόσο στά «μεγάλα» τής Ευρυτανίας, όσο και στα «μι-κρά» τής Καρδίτσας.

 Βασίμως θεωρούμε, ότι ήσαν από εκείνους πού γλύτωσαν στην περίφημη «Σπηλιά τού Κίτσου Μπότσαρη» και κατόπιν ακολούθησαν τους Αντωνακαίους, οι οποίοι τους διευκόλυναν να διαβούν τον Αχελώο.

 Οι απόγονοί τους υπάρχουν μέχρι σήμερα εκεί, αλλά και στην Κατερίνη, όπως οι δικηγόροι Στέφανος και Γιώργος Τσιώλης. (Οπου, ο 2ος είναι φίλος και «κουμπάρος» τού γράφοντος, επιβεβαιώνοντας την πεποίθησή μου ότι, τά …«γονίδια» όχι μόνο κλη-ρονομούνται, αλλά αναγνωρίζονται και επανασυνδέονται μεταξύ τους, πολλές γενεές μετά…)

 Τέλος, επιβεβαιώθηκαν (από τον Αρτινό δημοσιογράφο Κώστα Μπεκατώρο), οι πλη-ροφορίες μας, ότι στο παραλιακό χωριό «Μπούκα» τού Αμβρακικού κόλπου, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αμφιλοχία, κατοικούν στις ημέρες μας οικογένειες Μπο-τσαραίων, εμφανώς απογόνων εκείνων τών μαχητών τού Σέλτσου, πού διασώ-θηκαν αρχικά στην Μπότση και εν συνεχεία στο Σύντεκνο. (Μάλιστα, οι σημερινοί απόγονοί τους δεν γνωρίζουν το «πώς» βρέθηκαν εκεί οι πρόγονοί τους Μποτσαραίοι…)

 ΕΠΙΛΟΓΟΣ Β’

 Τί απέγινε -όμως- η «τυχερή» Μάρω Μπότσαρη, πού το ένστικτο τής αυτοσυντη-ρήσεως την καθοδήγησε, αφ’ ενός να ξεφύγει -μόλις- από την φοβερή σφαγή στο Μοναστήρι τού Σέλτσου και αφ’ ετέρου να βρεθεί στην σωτήρια σπηλιά, όπου -λίγη ώρα αργότερα- την βρήκαν αναπάντεχα εκεί, ο πατέρας της Κίτσο Μπότσαρης και ο αδελφός της Μάρκος.

 «Είδαμε» την δραματική διαφυγή τους και την βασανιστική πορεία τους πρός την Μπότση, όπου οι στοργικές περιποιήσεις τής Αυγής -«Γιώργαινας»- Κοσσυβάκη την συνέφεραν από την σωματική κατάρρευση.

 «Αναπλάσαμε» επίσης -σύμφωνα και με τά γεωγραφικά και τοπογραφικά δεδο-μένα τής περιοχής- την πορεία τών Μποτσαραίων από την Μπότση πρός το Σύντε-κνο τού Βάλτου, όπου η όμορφη Μάρω έμελλε να «κατακτήσει» τον οικοδεσπότη τους καπετάν Σωτήρη και ο Κίτσο Μπότσαρης «ευλόγησε» τον αρραβώνα τους, πρίν την αναχώρηση τών Μποτσαραίων από ‘κεί.

 Βεβαίως, είναι γνωστό ότι ο Κίτσο Μπότσαρης δολοφονήθηκε στην Αρτα στά 1813 (με ηθικό αυτουργό τής δολοφονίας, τον εκδικητικό Αλή πασά, αλλά και τον περιβό-ητο Γώγο Μπακόλα πού την διοργάνωσε), και μάλλον δεν ξανασυναντήθηκε με την θυ-γατέρα του.

 Ωστόσο, κατά την Επανάσταση τού 1821, είναι βέβαιο ότι, ο ήδη φημισμένος αδελφός της, ο Μάρκο Μπότσαρης, ανταμώθηκε μαζί της, στο σπίτι της στο Μεσο-λόγγι και «αναπλάθουμε» συγγραφικά, όσο πιό πειστικά μπορούμε, το συγκινητικό αντάμωμά τους.

 Πράγματι, από τά υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία προκύπτει, ότι μετά τον αδόκητο θάνατό του, στο Καρπενήσι την 9η Αυγούστου 1823, εκεί, στο σπίτι τής Μάρως, εναποτέθηκε το «σκήνωμα» τού Μάρκου, πού το έφερε στις πλάτες του από το Καρπενήσι, ο «ηράκλειος» εξάδελφός τους, ο «κοιλάρφανος» Τούσια Μπότσαρης.

 Ενώ, από εκεί ξεκίνησε και η νεκρική πομπή τού Μάρκου, αρχικά για το Επαρχείο, την εκκλησία και -εν τέλει- για το νεκροταφείο τού Μεσολογγίου.

 Με την «χαροκαμμένη» Μάρω να συνοδεύει από δίπλα τον νεκρό αδελφό της, ενώ έχει καταγραφεί και η τραγική δήλωσή της ότι, όσο θυμόταν τον εαυτό της, εκείνο πού είχε στη μνήμη της, ήσαν οι αμέτρητοι σκοτωμοί και τά «ξόδια» τών συγγενών της.

 Επομένως -είναι προφανές- ότι και πρίν την μοιραία εκστρατεία του ο Μάρκος (ίσως και ο αγαπητός και αχώριστος εξάδελφός του, ο Τούσιας), φιλοξενήθηκαν στο σπίτι τής Μάρως, σ’ όλο το χρονικό διάστημα τής 1ης πολιορκίας τού Μεσολογγίου, πού έληξε την 31.12.1822, αλλά και στίς μετέπειτα δράσεις του εκεί, πού τον ανέδειξαν σε εξέχουσα προσωπικότητα με πανελλήνια, αλλά και παγκόσμια αναγνώριση.

 Ισως -μάλιστα- εκεί, στο σπίτι τής Μάρως, στο Μεσολόγγι, να εγκατέστησε για λί-γο καιρό ο Μάρκος και την -μόλις απελευθερωμένη από την αιχμαλωσία οικογένειά του- πρίν την στείλει στήν Ιταλική πόλη Αγκώνα, για να είναι απερίσπαστος στά πολεμικά του έργα. Οπότε, κάποιες λίγες ευτυχείς ημέρες, οι Μποτσαραίοι -αναπά-ντεχα- βρέθηκαν μαζί.

 Αλλά και μετά τον θάνατο του Μάρκου, όταν στις 4 Ιανουαρίου 1824, καταφθάνει στο Μεσολόγγι ο περίφημος Λόρδος Βύρων, βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Μάρω συνατήθηκε μαζί του.

 Είναι ιστορικά γνωστό, ότι ο Μάρκο Μπότσαρης είχε καθιερώσει αλληλογραφία με τον Λόρδο Βύρωνα και -μάλιστα- η τελευταία επιστολή του, με ημερομηνία τήν πα-ραμονή πρίν αναχωρήσει για την μοιραία εκστρατεία του στο Καρπενήσι, είχε απο-δέκτη τον μεγάλο Βρεταννό φιλέλληνα.

 Όταν δε, ο Βύρων αποβιβάστηκε στο Μεσολόγγι, αμέσως μετά τις πρώτες ημέρες τής εγκαταστάσεώς του εκεί, ζήτησε να επισκεφθεί το μνήμα τού Μάρκου Μπότσα-ρη και -όπως ιστορικά παραδίδεται- ενδεδυμένος με Σουλιώτικη φορεσιά και εμφα-νώς συγκινημένος, έδωσε όρκο ν’ αφιερώσει την ζωή του στην Ελευθερία τής Ελλά-δος.

 Θεωρούμε, λοιπόν, απίθανο να μην πληροφορήθηκε ο Βύρων την ύπαρξη -εκεί στο Μεσολόγγι- τής αδελφής τού αγαπημένου του Σουλιώτη ήρωα και να μην επε-δίωξε συνάντησή του μαζί της, στους τέσσερις (τελευταίους) μήνες της ζωής του.

 Υπενθυμίζουμε, ότι ο Βύρων πέθανε στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου 1824, μετά από προσβολή βαρειάς πνευμονίας, βυθίζοντας στο πένθος την επαναστατημένη Ελλάδα.

 Ωστόσο, τά επαναστατικά γεγονότα «ρέουν» καταιγιστικά και στην έρευνά μας για την Μάρω Μπότσαρη-Συντεκνιώτη, προέκυψε ένα σπάνιο ιστορικό στοιχείο.

 Πρόκειται για έγγραφο υπογεγραμμένο από την «Σωτήραινα, αδελφή τού Μάρκου Μπότσαρη» και φέρει ημερομηνία 1η Σεπτεμβρίου 1825.

 -------------------------------------------------------------------------------------------

 [Σ.Σ. Εδώ να επεξηγήσουμε ότι, στην ευρύτερη χέρσο Ελλάδα, από αμνημόνευτα χρόνια και μέχρι πρόσφατα, η γυναίκα πού παντρεύεται, «ξεχνάει» το βαπτιστικό της όνομα και αποκαλείται με παράθεση τού ονόματος τού συζύγου της, λ.χ. «Γιώργαινα», «Γιάνναινα», «Νίκαινα», «Δημήτραινα» και -στην προκειμένη περίπτωση- «Σωτήραινα»…]

 --------------------------------------------------------------------------------------------

 Η εν λόγω επιστολή είχε γραφεί στο Μέγα Σπήλαιο τών Καλαβρύτων (προφανώς από επαγγελματία γραφέα, γιατί είναι εντελώς απίθανο η «Σωτήραινα» να είχε μάθει έστω και ελάχιστα γράμματα), απευθύνεται πρός το επαναστατικό «Εκτελεστικό Σώμα», πού είχε έδρα στο Ναύπλιο και σ’ αυτήν διαβάζουμε τά εξής συγκλονιστικά:

 «…Η ταπεινώς υποφαινομένη διά της παρούσης μου γνωστοποιώ στην Σ. (εβα-στήν) Διοίκησιν ότι είναι ήδη περίπου δύο έτη, αφότου και άκουσα μετέβην εις την Πελοπόννησον παροικήσασα κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων, και δια τάς περι-στάσεις περιφερομένη ένθεν κακείθεν, υστέρως πρό τεσσάρων μηνών κατήντησα και εις την ιεράν ταύτην μονήν, έχουσα υπό την επίσκεψιν και πρόνοιάν μου σχεδόν είκοσι πέντε ψυχάς, και διότι ένδον του σπηλαίου κατάλυμα δεν εύρον, (έμπλεον όν εξ άλλων καταφυγόντων εις αυτό, ως εις άσυλον) έχω κατοικίαν μίαν σκηνήν, και πλέον εκ τούτου οποίαν κακουχίαν δοκιμάζω, αποσιωπώ.»

 «Σπεύδω δε μόνον να εκθέσω, ότι ήδη, ότι επειδή εγγίζει το Φθινόπωρον, αμη-χανώ, πού απερχομένη δύναμαι να εύρω οπωσούν ανάπαυσιν απαιτουμένην αφεύ-κτως από την μεταβολήν του ενιαυτού, πάσχουσα προσέτι και από αχρηματίαν, εξ ής και μόνης τά πάντα εύκολον να οικονομηθώσιν.»

 «Η Διοίκησις εντελώς είναι πληροφορημένη τάς λαμπράς προς την Πατρίδα εκδου-λεύσεις των πατριωτών μου ευγενέστ. (;) και μερικωτέρου εκείνας του μακαρίτου αδελφού μου Μάρκου Μπότσαρη -όστις μαχόμενος ηρωϊκώς υπέρ πίστεως και πα-τρίδος εφονεύθη ενδόξως παρά των εχθρών- δεν αμφιβάλλω, ότι δι’ αυτούς (τους λόγους) θέλει δείξη σπλάχνα ελέους και οικτιρμών, και προς εμέ, ήτις μετά θεόν, τας ελπίδας μου έχω εναποτεθειμένας εις την ευθυδικίαν της.»

 «Το βάρος το οποίον είμαι επιφορτισμένη τοσούτων ψυχών είρηται ανωτέρω, των οποίων τα αναγκαία κατά χρέος δια την συγγενικήν σχέσιν είμαι υποχρεωμένη δια να προβλέπω εγώ.»

 «Οθεν προστρέχουσα εις την κοινήν του έθνους μητέρα Σ.(εβαστήν) Διοίκηση επι-καλούμαι θερμώς το έλεός της, εξαιτουμένη παρ’ αυτής πόρους, δι’ ών θέλει τρέφω ψυχάς αφιερωμένας εις την ευσπλαχνίαν της, και ανάλογον με την ποσότητά των.»

 «Η παρούσα μου θέλει σας εγχειρισθή διά του ταπεινού μου […] όστις παραστα-θείς ενώπιον της Διοικήσεως, θέλει εκθέσει και προφορικώς, όσα διά την παρούσαν ηλικίαν δυνηθή. Ας δώση λοιπόν ώτα ακοής εις τους λόγους του παρακαλώ, και εις τά γεγραμμένα, και άς διατάξη όσα ο εθνικός χαρακτήρ μιάς διοικήσεως την υπαγο-ρεύει προς μίαν γυναίκα άπορον, και υστερηθείσαν υπέρ πατρίδος ενός τοιούτου εναρέτου πατριώτου, οίος ο αδελφός μου Μάρκος.»

 «Υπενθυμίζω εις την Διοίκησιν, ότι η διαταγή την οποίαν μοί έχετε δώσει κατά το παρελθόν έτος προς τον έπαρχον Καλαβρύτων (τής οποίας εγκλείεται αντίγραφον επικυρωμένον από το επαρχείον) δια να μοί δίδεται καθ’ εκάστην ημέραν ανά 15 οκάδες ψωμί προς ζωοτροφίαν μου, μοί εδόθη μόλις διά τρείς μήνας.

 Ας διατάξη λοιπόν παρακαλώ να μοί δοθή αυτό έκτοτε έως σήμερον προσθέτουσα εις βοήθειαν μου δια τάς τοσούτας παρακλήσεις, και οποίαν άλλην εγκρίνει επικου-ρίαν, και πλέον ούσα εύελπις, ότι θέλει εισακουσθώ δεν επεκτείνομαι περαιτέρω, αλλ’ ευχομένη υπέρ της ακλονήτου στερεώσεώς της ειμί με βαθύτατον σέβας. /τη α’ Σεπτεμβρίου 1825 / Μ.Σπήλαιον / η πατριώτης Σωτήραινα».

 Στις 12 Σεπτεμβρίου 1825 ο υπουργός τής Οικονομίας, Νικόλαος Πονηρόπουλος, απαντώντας στο Εκτελεστικό Σώμα, ανέφερε τά εξής:

 «…Ελήφθη η αναφορά τής κυρίας Σωτήραινας Μπότσαρη, διευθυνθείσα είς το υπουργείον διά να φανερώση εις ποίον ήτο διδομένη διαταγή, διά να δίδη προς την αναφερομένην, ψωμί οκάδες δεκαπέντε την ημέραν, και διά τίνος τρόπου ευκολύ-νεται η δόσις αύτη. Το υπουργείον αγνοεί διόλου αν τοιαύτη διαταγή εξεδόθη.

 Περί δε τής διευκολύνσεώς του να δίδεται προς την ειρημένην το άνω ψωμί γνω-μοδοτεί, επειδή αύτη είς την επαρχίαν Καλαβρύτων κατοικεί, και επειδή οι ενοικια-στές τής επαρχίας αυτής οφείλουσιν εις το εθνικόν ταμείον, να διαταχθώσι να δίδωσι προς την διαληφθείσαν 12 οκάδες σιτάρι, είτε τριακοσίας εξήκοντα καθ’ έκαστον μήνα.

 Αλλά τούτο μένει υπό την ανωτάτην απόφασιν./ τη 12η 7βρίου 1825 / Εν Ναυπλίω/ ο υπουργός τής Οικονομίας Νικ. Πονηρόπουλος [;]

 Μάλιστα, σε σημείωση στην πίσω σελίδα τού εγγράφου αναφέρεται ότι, εγκρίνεται η γνώμη τού υπουργείου να δίδονται 360 οκάδες (ψωμί) κατά μήνα και διατάσσεται ο έπαρχος να ερευνήσει πόσον καιρό δ ε ν τής εδίδετο το προσδιορισμένο αυτό ψωμί, ώστε πρέπει (αναδρομικά) να της δοθεί… (Πηγή:Γενικά Αρχεία τού Κράτους)

 Πώς λοιπόν βρέθηκε η Μάρω Μπότσαρη -η «Σωτήραινα» τού καπετάν Σω-τήρη Συντεκνιώτη- από το σπίτι της στο Μεσολόγγι, τόσο μακρυά, στο Μέγα Σπήλαιο Επαρχίας Καλαβρύτων τής Πελοποννήσου, τον Σεπτέμβριο 1825;;;

 Και μάλιστα -όπως αναφέρεται- βρίσκεται εκεί σχεδόν δύο (2) έτη, δηλαδή τουλάχιστον από την άνοιξη 1824 και δή «άκουσα», παρά την επιθυμία ή την θέλησή της.

 Eπί πλέον -όμως- και «έχουσα υπό την …πρόνοιά της» είκοσι πέντε (25) άτομα, «εκ συγγενικής υποχρεώσεως»!!!

 Είμαστε υποχρεωμένοι να «αποκρυπτογραφήσουμε» το «ΤΙ» συνέβη και η «τυ-χερή» αυτή ηρωϊδα αναγκάσθηκε να υποστεί τον περιγραφόμενο «Γολγοθά» της.

 Θεωρούμε, ότι η «πηγή» τών βασάνων της, υπήρξε η επιλογή τού συζύγου της καπετάν Σωτήρη Συντεκνιώτη, ν’ αναδειχθεί ως ένας από τά πλέον ονομαστά πρω-τοπαλλήκαρα τού Γιώργη Καραϊσκάκη στην περιοχή Βάλτου-Αγράφων.

 Όπως μάς καταθέτει ο Καρδιτσιώτης διδάσκαλος και πολυγραφότατος συγγραφέ-ας (τ. Πρόεδρος τού Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου), ο σεβαστός Λάμπρος Γριβέλλας, οι κυριώτεροι οπλαρχηγοί-στηρίγματα τού Γιώργη Καραϊσκάκη, στις προσπάθειές του ν’ ανακηρυχθή Αρματωλός τών Αγράφων, ήσαν:

 «…Οι Σωτήρης Συντεκνιώτης, Αντώνης Ζαραλής και Γιάννης Φραγκίστας… Υπήρχαν κι άλλοι δευτερώτεροι, αλλά αυτοί ήσαν οι πρώτοι…»

 Όμως, ο Γιώργης Καραϊσκάκης, παρ’ ότι έχει αποδείξει, από τις πρώτες ημέ-ρες τής Επαναστάσεως τού 1821, τόσο τον προσωπικό ηρωϊσμό του (στις μάχες τής «Λαγκάδας», τού «Σταυρού Θεοδωριάνων» και στις δύο τού Κομποτίου στις 30 Μαϊου και στις 6 Ιουνίου 1821, όπου και τραυματίστηκε στην «φύση» του…), όσο και την στρατηγική ιδιοφυϊα του (μάχη «Σοβολάκου», την 15η Ιανουαρίου 1823), άργησε πολύ να ενστερνισθεί την ευρύτερη απελευθερωτική έννοια τής Επαναστάσε-ως.

 Η προσωπική -«διακαής»- επιδίωξη τού Γιώργη Καραϊσκάκη είναι το … αρματωλίκι τών Αγράφων, το οποίο διεκδικούσε ανέκαθεν, από τις ημέρες τής κυριαρχίας τού Αλή πασά και -ήδη- στά 1822, το έχει καταλάβει δυναμικά, παραμερίζοντας τούς Μπουκουβαλαίους, πού το κατείχαν επί γενεές «κλη-ρονομικά».

 Ωστόσο, θ’ αναγκασθεί να το εγκαταλείψει, μετά και την αποτυχία τών επαναστα-τών στη μάχη τής «Οξυάς» Ασπροποτάμου, την 10η Ιουνίου 1823, η οποία είχε διε-ξαχθεί υπό την ηγεσία του. (…)

 Παράλληλα, η κακή υγεία του («φθίση» σε προχωρημένο στάδιο), πού επιδει-νώνεται στις τραγικές συνθήκες πού διαβιώνουν οι Ελληνες πολεμιστές τού ’21, τον παρεμποδίζει να συμμετάσχει σε κρίσιμες μάχες, όπου η παρουσία του, πιθανότατα, θα ήταν καταλυτική.

 Λ.χ. Οταν ο Μάρκο Μπότσαρης -τον οποίο ο Καραϊσκάκης εκτιμά και σέβεται απε-ριόριστα- εκστρατεύει στις αρχές Αυγούστου 1823, εναντίον τού Μουσταή πασά τής Σκόδρας στο Καρπενήσι, ο Καραϊσκάκης «γιατροπορεύεται» στο Μοναστήρι τού Προυσσού και είναι ανήμπορος να τον συνδράμει.

 (Εκεί στον Προυσσό, συναντήθηκαν για τελευταία φορά εν ζωή, οι δύο κορυφαίοι πολέ-μαρχοι τής επαναστατημένης χέρσου Ελλάδος, αλλά και τρείς ημέρες αργότερα ο Καραϊ-σκάκης θα κλάψει και θα μοιρολογήσει απαρηγόρητος επάνω στο νεκρό κορμί τού μεγάλου Σουλιώτη ήρωα...)

 Μάλιστα, λίγο αργότερα, ο Καραϊσκάκης θα αναγκασθεί ν’ αποσυρθεί για κάποι-ους μήνες στην Ιθάκη και την Κεφαλλονιά για θεραπεία, γιατί οι κρίσεις από την αρ-ρώστεια του, ήσαν πλέον απελπιστικές.

 Επί πλέον, στα τέλη τού 1823 με αρχές 1824, ο Καραϊσκάκης -άσκεφτα- συμμετέχει στον 1ο εμφύλιο πόλεμο τών Ελλήνων επαναστατών και θα επι-δράμει στην Πελοπόννησο, όπου οι συμπεριφορές του και τών ανδρών του, θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν -όλως επιεικώς- κατακριτέες, ιδιαίτερα στην Κερπινή τών Καλαβρύτων, όπου η λεηλασία τού αρχοντικού τού Ανδρέα Ζαϊμη, έχει καταγραφεί ως «μελανή» σελίδα γι’ αυτόν.

 Προφανώς «επηρμένος» από τις δράσεις του εκείνες, επιστρέφει στο Μεσολόγγι και απαιτεί (διόλου διπλωματικά…) από τον ήδη Επαρχο Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, να τον διορίσει επισήμως Αρματωλό τών Αγράφων.

 Όμως, ο Μαυροκορδάτος -ο οποίος είχε γνωριμία με τον Λόρδο Βύρωνα ήδη από τις προεπαναστατικές σπουδές του στην Ιταλία και τώρα τον έχει φιλοξενούμενο στο Μεσολόγγι- αισθάνεται ότι το κύρος του έχει «εκτοξευτεί» από την υψηλή αυτή γνωριμία και συνεργασία, οπότε έχει ήδη αποφασίσει να δημιουργήσει δικό του «Πριγκηπάτο»!!!

 Πρός τούτο δημιουργεί «κύκλο» οπλαρχηγών, απόλυτα αφοσιωμένων σ’ αυτόν και σαν «Φαναριώτης» πού είναι, αποδεικνύεται και «μαέστρος» στις δολοπλοκίες, οπότε ο απρόβλεπτος, ανυπότακτος και με «κοφτερή γλώσσα» Καραϊσκάκης, τού είναι αντιπαθής και απορριπτέος για τά σχέδιά του.

 Η ρήξη τους -την οποία επιτείνει ο Καραϊσκάκης με αυθαίρετες ενέργειές του εντός τής πόλεως τού Μεσολογγίου, σε βάρος τοπικών προεστών- συνασπίζει εναντίον του πλειάδα σημαντικών οπλαρχηγών, πού τους συντονίζει ο Μαυροκορδάτος.

 Ο οποίος, ήδη έχει σκευωρήσει κατά αισχρό τρόπο και εις βάρος τού Γεωργίου Βαρνακιώτη, επιφανούς Οπλαρχηγού τού Ξηρομέρου, τον οποίο (εγγράφως!!!) προέτρεψε να σπεύσει πρός τον Ομέρ Βρυώνη, δήθεν για να συνάψει συμφωνη-μένα «καπάκια» και κατόπιν -χωρίς ντροπή- τον κήρυξε «προδότη τής Πατρίδος».

 Μεταξύ -λοιπόν- αυτών τών δολοπλοκιών τού Μαυροκορδάτου, είναι και η εξύφανση σκευωρίας κατά τού Γιώργη Καραϊσκάκη, με όμοιες κατηγορίες για προδοσία!!!

 Τον κατηγορεί ότι -δήθεν- είναι σε συννενόηση με τον Τουρκαλβανό πασά Ομέρ Βρυώνη, με σκοπό να τού παραδώσει το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι, με αντάλλαγμα την συνδρομή του, ώστε να καταλάβει και πάλι το αρματωλίκι τών Αγράφων.

 Η δίκη κατά τού Καραϊσκάκη διεξάγεται στην 1η Απριλίου 1824, στήν εκ-κλησία τής Παναγίας στο Αιτωλικό και η περιγραφή της είναι καταγεγραμμένη από πολλούς συγγραφείς, οπότε δεν θα εκθέσουμε τις λεπτομέρειές της.

 Όμως, παρ’ όλο πού ο Καραϊσκάκης καταδικάζεται -κατά πλειοψηφία- για προδο-σία και αποστερείται τού βαθμού και τών προνομίων του, η καταδίκη του δεν είναι «εις θάνατον», όπως ήλπιζε ο Μαυροκορδάτος…

 Σ’ αυτό τον γλώτωσε, αφ’ ενός η παρουσία τών πιστών οπλαρχηγών και παλλη-καριών του, πού απειλούσαν με ανοιχτή σύγκρουση και αφ’ ετέρου η θερμή συμπα-ράσταση τού Κίτσου Τζαβέλλα και τών λοιπών Τζαβελαίων, πού ήσαν επίσης δυ-σαρεστημένοι με τον Μαυροκορδάτο.

 Ωστόσο, από την σύνθεση τού Δικαστηρίου -όπου προεδρεύει ο Νότης Μπότσα-ρης, με δεύτερο δικαστή-ανακριτή τον Κώστα Μπότσαρη, αλλά και αξιωματικούς προσκείμενους στούς Μποτσαραίους, όπως λ.χ. ο Γιαννάκης Σουλτάνης- προκύ-πτει ότι σύσσωμη η φάρα τών Μποτσαραίων είχε συνταχθεί με τον Μαυροκορδάτο.

 (Η παλαιά αντιπαλότητα τών Σουλιωτών -για την εξάλειψη τής οποίας αγω-νίστηκε ο αείμνηστος Μάρκος και πρόσκαιρα την είχε επιτύχει- δυστυχώς έχει αναβιώσει και ο Μαυροκορδάτος «ρίχνει λάδι στη φωτιά», εφ’ όσον η διχόνοια αυτή εξυπηρετεί τά φαύλα σχέδιά του.)

 Οπότε, σε εκτέλεση εκείνης τής -απίστευτα διχαστικής- αποφάσεως, διατάσσεται η άμεση -εντός 48 ωρών- απομάκρυνση τού «εχθρού τής Πατρίδος» Καραϊσκάκη και όλων τών παλληκαριών του, τόσο από το Αιτωλικό, όσο και από το Μεσολόγγι!!!

 Δεν φθάνει όμως η άμεση απομάκρυνσή του και μάλιστα ξαπλωμένου σε ξυ-λοκρέββατο, γιατί από την αρρώστεια του δεν μπορούσε κάν να βαδίζει…

 Ο Μαυροκορδάτος οργανώνει στράτευμα καταδίωξής του και τό εξαπολύει ενα-ντίον του με απώτερο σκοπό την φυσική εξόντωσή του, πού δεν την κατάφερε δι-καστικά, ορίζει δε ως επικεφαλής τών «πραιτωριανών» του, ένα πρόσωπο «κλειδί» στην αντιπαλότητά του με τον Καραϊσκάκη!!!

 Πρόκειται για τον Γιάννη Ράγκο, γόνο σημαντικής οικογένειας από το Σύ-ντεκνο τού Βάλτου, δηλαδή, ανταγωνιστικής εκείνης τού Σωτήρη Συντεκνιώ-τη, ως συνήθως συμβαίνει στα χωριά, όταν κυριαρχούν δύο μεγάλες φάρες.

 ( Αλλά και με προεπαναστατική θητεία στην «αυλή» τού Αλή πασά, όπου ο Γιαν-νάκης Ράγκος ήταν ένας εκ τών ευνοουμένων του, με βλέψεις -από τότε- στο Αρμα-τωλίκι τών Αγράφων, οπότε είναι σφοδρός ανταγωνιστής και προσωπικός πολέμιος τού Καραϊσκάκη.

 Ο οποίος -από ευάριθμους ιστορικούς- παρουσιάζεται ως «λίαν προσαρμοστικός στις καταστάσεις» και «ευπειθής στην εκάστοτε κρατούσα εξουσία», ενώ ένας νεώτε-ρος Ελλην συγγραφεύς δεν διστάζει να τον αποκαλέσει ως …«ζιζανιοσπορέα»!!!

 Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, άνθρωπο με προσωπικότητα και χαρακτήρα εντε-λώς αντίθετα τού αγέρωχου και ανυπότακτου Γιώργη Καραϊσκάκη.)

 Οπότε, ενώ στο Μεσολόγγι ο Λόρδος Βύρων πεθαίνει και ο θάνατός του βυ-θίζει στο πένθος τους Ελληνες, ο αδίστακτος Μαυροκορδάτος ασχολείται με την διοργάνωση τής καταδιώξεως τού Καραϊσκάκη και τών παλληκαριών του στα βουνά τών Αγράφων και τού Βάλτου, ενώ εξαπολύει και «πογκρόμ» κατά τών οικογενειών τους, πού κατοικούν στο Μεσολόγγι και το Αιτωλικό.

 Ετσι λοιπόν, στρατεύματα πιστά στόν Μαυροκορδάτου και με αρχηγό τον άσπονδο εχθρό του Γιαννάκη Ράγκο -πού ορίζεται και επίσημα αρματωλός τών Αγράφων- καταδιώκουν τον «γυιό της Καλογριάς» στα βουνά και στα λαγκάδια τής Ρούμελης, η δε καταδίωξή του διεξάγεται με φοβερές αγριότη-τες και σκοτωμούς εκατέρωθεν.

 Οπου, σέ σφοδρή εμφύλια μάχη στο Μοναστήρι τής «Βράχας» (Μεταμορφώ-σεως τού Σωτήρος, στα Ανατολικά Αγραφα), στις 16 Μαϊου 1824, παρ’ ολίγο να συλληφθεί και να σκοτωθεί ο Καραϊσκάκης!!!

 Ο οποίος μόλις διασώθηκε την τελευταία στιγμή (λέγεται, μέσω κρυφής υπό-γειας σήραγγας τού Μοναστηριού…), αλλά εκεί σκοτώθηκε υπερασπίζοντάς τον ένα από τά προαναφερόμενα πρωτοπαλλήκαρά του, ο γενναίος Αντώνης Ζα-ραλής από το Σύντεκνο.

 Ωστόσο, εκείνο το απίστευτο εμφύλιο «πογκρόμ» πού εξαπέλυσε ο δόλιος Μαυροκορδάτος εναντίον τού Γιώργη Καραϊσκάκη και τών οπαδών του, από τον μήνα Απρίλιο 1824 και εκείθεν, συμπίπτει απολύτως -χρονολογικά- με τά περιγραφόμενα στην παραπάνω δραματική επιστολή τής «Σωτήραινας» τού Συντεκνιώτη, η οποία -βεβαίως- είναι η «γνωστή μας» Μάρω, η αδελφή τού Μάρκου Μπότσαρη.

 Η οποία και καταγράφει -την 1η Σεπτεμβρίου 1825- ότι είναι σχεδόν δύο (2) έτη πού άρχισε η ακούσια περιπλάνησή της (αφού προφανώς εκδιώχθηκε από το σπίτι της στο Μεσολόγγι όπου κατοικούσε) στην Πελοπόννησο, μαζί με τά εικοσιπέντε (25) συγγενικά της πρόσωπα από την φάρα τού καπετάν Σωτή-ρη και τών οποίων η ίδια -ως «καπετάνισσα»- έχει επωμισθεί την φροντίδα και επιμέλειά τους.

 (Αλλωστε, όπως προκύπτει από τά ιστορικά αρχεία, πολλά από τά σπίτια τού Με-σολογγίου, εν έτει 1824-25, «απαλλοτριώθηκαν» και τά υλικά τους χρησιμοποιή-θηκαν από τον αρχιμηχανικό Κοκκίνη για την ενίσχυση τού εξωτερικού τείχους τής πόλεως, εν όψει αναμενομένης πολιορκίας, μετά το τραγικό τέλος τής οποίας, το Μεσολόγγι απέμεινε σωρός ερειπίων και επί έτη -μέχρι Μαϊου 1829- ακατοίκητο…)

 Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι, η 12χρονη Μάρω τού 1804, εν έτει 1825, διάγει το 33ο έτος τής ηλικίας της και βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι, ο «αγγελιοφόρος» τής επιστολής της, από τά Καλάβρυτα στο Ναύπλιο (πού σπεύδει να τον δικαιολογήσει εκ τών προτέρων ότι: «…θέλει εκθέσει και προφορικώς, όσα διά την παρούσα ηλικίαν του δυνηθή»…), πρέπει να είναι ο (πε-ρίπου) 17χρονος γυιός της.

 Ο οποίος -όπως φαίνεται- επαξίως επιτελεί την αποστολή του, εφ’ όσον μόλις μετά από 12 ημέρες καταγράφεται η «απαντητική» -θετική- επιστολή τού Υπουργού τής Οικονομίας, πού εδρεύει στο Ναύπλιο.

 Εκτοτε, δεν βρήκαμε έγγραφα στοιχεία, σχετικά μέ την συνέχεια τών περι-πετειών τής «Σωτήραινας» και τού «ασκεριού» πού έχει στην ευθύνη της, αλλά ούτε και για την τύχη τού μαχομένου στο πλευρό τού Γιώργη Καραϊ-σκάκη -στά βουνά τών Αγράφων και τού Βάλτου- συζύγου της, τού καπετάν Σωτήρη Συντεκνιώτη. (Αν και προσωπική μας άποψη είναι, ότι ο λεβέντης εκείνος, ήδη έχει χάσει την ζωή του στις εμφύλιες μάχες, για την υπεράσπιση τού διωκό-μενου αρχηγού του…)

 Βεβαίως γνωρίζουμε, ότι από τον Ιούλιο 1826 ο Γιώργης Καραϊσκάκης ορί-ζεται στο Ναύπλιο, αρχιστράτηγος τών Ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων τής Ρούμελης και κατά την διάρκεια τής πασίγνωστης στρατιωτικής του επο-ποιίας (πού τελειώνει με τον ηρωϊκό του θάνατο, την 26η Απριλίου 1827), ασφαλώς οι -υπό την επιμέλεια τής «Σωτήραινας»- Συντεκνιώτες, ως οπαδοί τού Καραϊ-σκάκη, ίσως να είχαν καλλίτερη μεταχείριση και τύχη, απ’ ότι μέχρι τότε.

 Ωστόσο, η επιστροφή εκείνων τών καταταλαιπωρημένων ανθρώπων στο χωριό τους, στο Σύντεκνο τού Βάλτου, δεν μπορεί να συνέβη παρά μόνον με-τά τό 1831.

 Πράγματι, με την Συνθήκη τής Κωνστ/πόλεως τού ιδίου έτους, η αρχική συ-νοριακή γραμμή τού ελεύθερου Ελληνικού κράτους, η οποία ορίζονταν «από τον Αχελώο έως τον Σπερχειό», βελτιώνεται πρός βορράν, οπότε τά σύνορά του με την Οθωμανική αυτοκρατορία, ορίζονται «από τον Αμβρακικό κόλπο, στον Παγασητικό».

 Στα εδάφη πού ενσωματώθηκαν -από το 1832- στην Ελληνική επικράτεια, περιλαμβάνεται πλέον και ο κάτω Βάλτος τής Αιτωλοακαρνανίας, μαζί με το χωριό Σύντεκνο και με σύνορο την γνωστή γέφυρα τής «Τατάρνας», επί τού ποταμού «Ινάχου», παραποτάμου του Αχελώου-Ασπροποτάμου.

 (Ενώ, αντιθέτως, τά ανυπότακτα Ραδοβύζια και η Μπότση τών Κοσσυβακαίων παραμένουν εκτός τών Ελληνικών συνόρων, παρ’ ότι απέχουν μόλις λίγα χιλιόμε-τρα από την συνοριακή γραμμή…)

 Τότε λοιπόν πρέπει να επέστρεψε στο Σύντεκνο και η περιπλανώμενη φά-ρα τού καπετάν Σωτήρη, με την δυναμική «Σωτήραινα» νά προσπαθεί να στη-σει από την αρχή τά εγκαταλελειμένα και καθημαγμένα νοικοκυριά και υπο-στατικά τους και -έκτοτε- η οικογένειά της -κατά την συνήθεια τής εποχής- αποκτά το επίθετο «Σωτήρη».

 (Επίσης τότε, πρέπει να επέστρεψε στο Σύντεκνο και η φίλια φάρα τών Κοντονι-καίων, πού -πιθανότατα- τά «γυναικόπαιδά» της νά συναριθμούνταν στα ως άνω (25) άτομα, πού ήσαν υπό την επίβλεψη τής «Σωτήραινας»-Μάρως Μπότσαρη.)

 Ωστόσο, εκτός από τον γυιό της, η Σωτήραινα έχει μαζί της και την κόρη της Ελένη, η οποία στα 1832, πρέπει να είναι 18χρονη και η τοπική παράδοση μάς διέσωσε την «Μποτσαρέϊκη» καλλονή της.

 Οπότε, τά προξενιά αρχίζουν να έρχονται απανωτά γι’ αυτήν πού, γιά μεγά-λη της «προίκα» έχει, το ότι είναι «ανηψιά απ’ αδελφή τού Μάρκου Μπότσα-ρη»!!!

 Αλλά, ανάμεσα στα πολλά προξενιά, υπάρχει και ένα ξεχωριστό!!!  

 Είναι από τον καπετάν Γιώργη Κοσσυβάκη από την «Μπότση», πού την ζητά για τον πρωτότοκο γυιό του Γιάννη και η «Σωτήραινα» προφανώς δεν έχει λησμονήσει σε ποιούς ώφειλε την σωτηρία της (καθώς τού πατέρα της Κίτσου Μπότσαρη και τού αγαπημένου της αδελφού Μάρκου), από την «κόλαση» τού Σέλτσου στα 1804.

 ( Ισως -μάλιστα- να είχε ακόμη στον λαιμό της το όμορφο «χαϊμαλί» πού τής χάρισε τότε, η φιλόξενη κυρά-Αυγή, η «Γιώργαινα» τού Κοσσυβάκη…)

 Η οικογενειακή μας παράδοση διέσωσε ότι, το προξενιό εκείνο ευδοκίμησε άμεσα και έτσι (μετά από χίλιες-μύριες περιπέτειες και ύστερα από τριάντα (30) ολόκληρα χρόνια!!!) η -κάποτε μικρή Μάρω Μπότσαρη και από καιρό «Σωτή-ραινα»- συμπεθερεύει με την κυρά Αυγή ή «Γιώργαινα» Κοσσυβάκη, δίνοντας για γυναίκα την όμορφη κόρη της Ελένη Σωτήρη, στόν καπετάν Γιάννη Κοσσυβάκη.

 Τον ήδη «μπαρουτοκαπνισμένο» αγωνιστή τών μαχών τού 1821, πού μόλις διασώθηκε μαχόμενος στην Εξοδο τού Μεσολογγίου στά 1827, αλλά και τιμη-μένο «Χιλίαρχο», από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, στά 1831.

 ΕΠΙΛΟΓΟΣ Γ’

 Στην λεβεντογέννα Κρήτη έχουν ένα ρητό πού λέγει:

 «…O άντρας κάνει τη γενιά και όχι η γενιά τον άντρα.»

 Θα συμφωνήσουμε με τους «συντέκνους» Κρητικούς μόνο κατά το μισό τού ρητού τους. (…)

 Εμείς πιστεύουμε ακράδαντα ότι, η οικογενειακή πατριωτική παράδοση, πού δι-ατηρείται και ανανεώνεται από γενιά σε γενιά, οι διδασκόμενες -από πατέρα σε γυιό και από παππού σε εγγονό- πατριωτικές αρχές και αξίες, θεμελιωμένες στίς προ-γονικές αναμνήσεις, αλλά και στην καταγεγραμμένη αναφορά αγώνων και θυσιών τών ανιόντων, εάν δεν γεννά «γονιδιακώς» τούς ήρωες πρωταγωνιστές πού χρειά-ζεται διαχρονικά η Πατρίδα, ασφαλώς και γεννά «αητογυιούς»!!!

 (Οπως -άλλωστε- το αποδεικνύουν, λ.χ. οι αλλεπάλληλες -ένδεκα (11)- γενιές τών Κολο-κοτρωναίων, οι αντίστοιχες τών Μποτσαραίων, τών Τζαβελαίων, αλλά και τόσων άλλων λεβεντογενιών, σε όλο τον Ελληνικό κόσμο και διαχρονικά…)

 Εκθέτουμε παραπάνω τό πώς προέκυψε η (και κατά την οικογενειακή μας παρά-δοση) συγγένεια τών Κοσσυβακαίων με τους Μποτσαραίους, η οποία συνέδεσε εγκάρδια και επόμενες γενιές μας, σε κοινούς πατριωτικούς αγώνες, όπως και από την παρατιθέμενη Βιβλιογραφία και τά λοιπά στοιχεία τών Γ.Α.Κ. αδιαμφισβήτητα προκύπτει.

 Όπως λοιπόν προαναφέραμε, ο καπετάν Σωτήρης από το Σύντεκνο τού Βάλτου, ο οποίος στην Επανάσταση τού 1821 έδρασε ως ένα από τά πρωτοπαλλήκαρα τού Γιώργη Καραϊσκάκη, απέκτησε με την γυναίκα του Μάρω (κόρη τού Κίτσου Μπότσαρη και αδελφή τού Μάρκου), ένα γυιό και μία θυγατέρα, πού την βάπτισαν Ελένη.

 Παράλληλα, ο γενάρχης τών Κοσσυβακαίων, ο καπετάν Γιώργης Κοσσυ-βάκης, ο οποίος, σε -σωζόμενη στα Γενικά Αρχεία τού Κράτους- επιστολή τού Αλέ-ξανδρου Μαυροκορδάτου, με ημεροχρονολογία 23.06.1824, αποκαλείται «Γενναίος Κοσσυβάκης», γίνεται δε ενδεικτική αναφορά στην μέχρι τότε πολεμική του δράση, μετά το τέλος τής Επαναστάσεως και επί διακυβερνήσεως Ιωάννου Καποδί-στρια, τιμήθηκε από τον Πρώτο Κυβερνήτη τής Ελλάδος με τον στρατιωτικό βαθμό τού «Χιλιάρχου» 1ης τάξεως.

 Με τον ίδιο -όμως- βαθμό τού «Χιλιάρχου», τιμήθηκε και ο συμπολεμιστής και πρωτογυιός του, ο Ιωάννης Γεωργ. Κοσσυβάκης (πρεσβύτερος τών λοιπών αδελφών του Χρήστου, Κωνσταντή και Ανδρέα), ο οποίος ήταν «σχεδόν νήπιο στά 1804», εφ’ όσον -όντως- είχε γεννηθεί στα 1800.

 Και οι δύο μαζί, πέρα από την συμμετοχή τους -με δική τους ομάδα Ραδο-βυζινών πολεμιστών- σε δεκάδες μάχες τού 1821, ήσαν και στην Φρουρά τού Μεσολογγίου κατά την τελευταία πολιορκία του, όπου αμφότεροι -ευτυχώς- διασώθηκαν μαχόμενοι, κατά την δραματική έξοδο τής 10ης Απριλίου 1826.

 Όπως είδαμε παραπάνω, οι κοινοί πατριωτικοί αγώνες και η μακρόχρονη φιλία τους, έφεραν -μετά την λήξη τής Επαναστάσεως και συγκεκριμένα μετά το 1832- την δυναμική «Σωτήραινα» (αδελφή τού αοίδημου Μάρκου Μπότσαρη και χήρα τού Σωτήρη Συντεκνιώτη) και τον παλαίμαχο αγωνιστή Γιώργη Κοσσυβάκη, να συγγενεύουν, παντρεύοντας τά παιδιά τους, τον 30χρονο Γιάννη Κοσσυ-βάκη και την 18χρονη «Μποτσαροπούλα» Ελένη Σωτήρη.

 (Με το ζευγάρι να εγκαθίσταται στην «Μπότση» και ν’ αποκτά -συνολικά- επτά παιδιά, τρείς (3) γυιούς και τέσσερις (4) κόρες.)

 Ωστόσο, στη συνέχεια εκείνων τών ταραγμένων χρόνων, ο Ιωάννης Γεωργ. Κοσσυβάκης, είναι εκείνος πού, η πολύχρονη πολεμική εμπειρία του στους επαναστατικούς αγώνες τού 1821, θα τον επιβάλλει και ως ηγέτη τής 1ης Επα-ναστάσεως τών Ραδοβυζίων στα 1854.

 (Εφ’ όσον -όπως προείπαμε- και μετά την Συνθήκη τής Κωνσταντινουπόλεως τού 1832, η «ανταρτομάνα» περιοχή τών Ραδοβυζίων, παρέμεινε εκτός τών ορίων τής Ελληνικής Επικρατείας.)

 Η σημαντική εκείνη Επανάσταση -αφού προετοιμάστηκε επί μήνες από τον Ιωάννη Κοσσυβάκη και τούς λοιπούς Ραδοβυζινούς οπλαρχηγούς- κηρύχθη-κε στις 15 Γενάρη 1854, στο Μοναστήρι τής Παναγίας στην Μπότση, όπου υπήρξε ενθουσιώδης συγκέντρωση περίπου 500 ενόπλων Ραδοβυζινών.

 Ο Ιωάννης Γεωργ. Κοσσυβάκης -αυτονόητα- υπογράφει πρώτος την μνη-μειώδη Επαναστατική προκήρυξη, πού υπογράφεται και από τους αρχηγούς απ’ όλες τις σημαντικές φάρες τών Ραδοβυζίων και οπλαρχηγούς, διακή-ρυσσε τά εξής:

 «…Οι υποφαινόμενοι κάτοικοι Ραδοβυζίου τής επαρχίας Αρτης, βεβαρυμένοι από τάς καταπιέσεις και τούς υπέρογκους φόρους, προς δε και τά ατιμώσεις τών παρθέ-νων μας από αγρίους και ανεπιδέκτους διορθώσεως κατακτητάς Οσμανλίδας, επα-ναλαμβάνομεν τον κοινόν αγώνα τού 1821, ομνύοντες εις το όνομα τού Υψίστου και τής ιεράς ημών Πατρίδος, ότι δεν θέλομεν ρίψει τά όπλα εν ουδεμιά περιπτώσει και περιστάσει, εάν δεν ανακτήσωμεν την ελευθερίαν μας.

 Αρχομένου ήδη τού αγώνος, ελπίζομεν ότι θέλομεν εγείρει υπέρ ημών την συ-μπάθειαν όλων τών συναδέλφων μας ελευθέρων Ελλήνων και τών υπό τον ζυγόν τού Οσμάνου στεναζόντων αδελφών μας χριστιανών και ότι θέλομεν λάβει τά όπλα προς εξακολούθησιν τού κοινού αγώνος τού 1821 μαχόμενοι υπέρ πίστεως και Πατρίδος και ανάκτησιν τών αναλλοιώτων δικαιωμάτων μας.

 Ο αγών μας είναι ιερός, είναι δίκαιος και κανείς αναλογιζόμενος το μέγεθος τών καταπιέσεων και αισθανόμενος το δίκαιον τών Εθνών δεν θέλει ουδέ κάν λέξιν κατ’ αυτού και υπέρ τού αγρίου τυράννου και τής εστημένης εις τούς ιερούς Ναούς μας ημισελήνου.

 Σπεύσατε λοιπόν αδελφοί εις τον κοινόν αγώνα, αποτινάξατε τον επαχθή ζυγόν τής τυραννίας και κηρύξατε με ημάς ενώπιον τού Θεού και όλου τού κόσμου ότι μαχό-μεθα υπέρ Πατρίδος…

 Τη 15η Ιανουαρίου 1854

 Οι Πρόκριτοι Ραδοβυζίου:

 Ιωάννης Κοσσυβάκης, Δημήτριος Κόκκας, Κώστας Κοσμάς, Βασίλειος Νάκος, Ντούλας Βάσος, Κολιός Μαυρομμάτης, Κώστας Στούμπος, Δημήτριος Σκαλτσο-γιάννης, Γεώργιος Κατσικογιάννης, Κώστας Ντερέκος, Καραγιάννης Κοτζίλας, Κων-σταντίνος Τσιγαρίδας.»

 Ακολούθησαν άμεσα σφοδρές μάχες με τους σπεύδοντες Τουρκαλβανούς, τόσο στην κοντινή «Καταβόθρα», αλλά και σε λοιπά σημεία τών Ραδοβυζίων, όπου οι επαναστάτες επικράτησαν θριαμβευτικά, τρέποντας σε φυγή τους Οθωμανούς εισβολείς.

 Η είδηση τής επαναστάσεως και τών μαχών πού επακολούθησαν, επεκτά-θηκαν «σάν πυρκαγιά» σέ όλους τούς ακόμη υπόδουλους Ελληνικούς πληθυ-σμούς, αρχικά σε Αγραφα και Τζουμέρκα και εν συνεχεία σε όλη την Θεσσα-λία, στη Μακεδονία, στο Σούλι και την λοιπή Ηπειρο και θεωρήθηκε -ορθά- ως συνέχεια τού 1821.

 Και βεβαίως, ο εμπειροπόλεμος Ιωάννης Κοσσυβάκης, είναι ο αδιαμφισβή-τητος στρατιωτικός ηγέτης τών επαναστατών στις πρώτες νικηφόρες μάχες τους κατά τών Τούρκων και τών Τουρκαλβανών μισθοφόρων τους στα βουνά και τά περάσματα τού ορεινού Ραδοβυζίου.

 Συνεργάτης του άμεσος αλλά και επαναστατικός σύνδεσμος τής Επαναστά-σεως με τό Ελληνικό κράτος, είναι ο φλογερός πατριώτης Φώτης Κοντονίκας, από το Σύντεκνο τού Βάλτου, γόνος τής επίσης πολεμικής οικογένειας τών Κοντονικαίων, πού τους «βρήκαμε» να συνδράμουν -μαζί με τον καπετάν Σω-τήρη- στην επικίνδυνη απόκρυψη και την δραματική διαφυγή τών Μποτσα-ραίων, στα 1804.

 Παράλληλα, η επανάσταση τών Ραδοβυζίων είναι έναυσμα τής άμεσης εξεγέρσε-ως από τούς ομόρους Θεσσαλούς -Αγραφιώτες τής Καρδίτσας και τών Τρικάλων- πού συγκεντρώνονται δέκα (10) ημέρες μετά -την 25η Ιανουαρίου 1854- στην εκ-κλησία τής Παναγίας «Σπηλιώτισσας» τών Βραγγιανών και διακηρύσσουν την συμ-μετοχή τους στην Επανάσταση, με οπλαρχηγούς τούς Αλεξανδρή, Ποζιό και Καραούλη.

 ( Είναι χαρακτηριστικό τής εγκάρδιας σύμπνοιας τών εκατέρωθεν τού Αχελώου πρωτοπόρων επαναστατών και τής πρόθυμης διάθεσής τους να συσφίξουν τίς συμ-μαχικές τους σχέσεις, το γεγονός, ότι όλοι οι ανωτέρω επαναστατικοί ηγέτες, ο Φώτης Κοντονίκας, ο Αθαν. Αλεξανδρής, ο Ποζιός και ο Καραούλης, ζητούν σέ γά-μο και παντρεύονται ανά μία από τίς τέσσερις νεαρές κόρες τού Ιωάννη Κοσσυ-βάκη!!!

 Οι οποίες -βεβαίως- είναι και κόρες τής «Μποτσαροπούλας» Ελένης Σωτήρη, τής «ανηψιάς απ’ αδελφή τού Μάρκου Μπότσαρη», γι’ αυτό και όλες παντρεύονται χω-ρίς να ζητηθεί (πρωτοφανές το γεγονός), από τούς Οπλαρχηγούς-γαμβρούς, οποια-δήποτε «προίκα»!!!)

 Ωστόσο, από τους πρώτους μήνες τού 1854, είχαν προσέλθει και συμμετείχαν στις μάχες πού δόθηκαν με τούς Τούρκους, στις κρίσιμες περιοχές τής Αρτας, ο Σουλιώτης πολέμαρχος τού 1821 Κίτσο Τζαβέλας, αλλά και αξιωματικοί τού Ελ-ληνικού στρατού, από τις Σουλιώτικες φάρες τών Μποτσαραίων και τών Ζερβαίων.

 Επίσης, είχε σπεύσει -τότε- και ο γυιός τού Στρατάρχη τής Ρούμελης, ο Σπύ-ρος Καραϊσκάκης, ο οποίος, σε διασωθείσα επιστολή του, επαινεί την γενναι-ότητα και την στρατηγική σκέψη τού Γιάννη Κοσσυβάκη.

 Και ήταν αυτός, ο Ιωάννης Γ. Κοσσυβάκης, ο πατέρας τού προπάππου μου.

 Σημειώνουμε ότι, η μη ευόδωση τής συγκεκριμένης επαναστάσεως, παρά τίς αρχικές εντυπωσιακές επιτυχίες της, οφείλεται -κυρίως- στην εχθρική στάση τών Ευ-ρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες έφτασαν στο σημείο ν’ αποκλείσουν με τους στο-λους τους τά Ελληνικά λιμάνια, εκβιάζοντας την μη ενίσχυση τών επαναστατών, εκ μέρους τής Ελληνικής Κυβερνήσεως.

 Αλλά, ως πρώτη -μετά το 1821- επανάσταση τών -ακόμη- υποδούλων Ελλήνων τής Θεσσαλίας, τής Μακεδονίας και τής λοιπής Ηπείρου, είχε την σημαντική θετική διάσταση ότι, έθεσε ενώπιον τών Ευρωπαϊκών εθνών τήν αναγκαιότητα τής απελευ-θερώσεως και τών λοιπών Τουρκοκρατούμενων Ελληνικών εδαφών, κινητοποιώ-ντας και πάλι τις φιλελληνικές διαθέσεις τών λαών τους.

 Ωστόσο, στις «βραχυπρόθεσμες» τραγικές συνέπειες της επαναστάσεως, περι-λαμβάνονταν και η 3η -εν σειρά, μετά το 1771 και το 1806- πυρπόληση τής προγο-νικής κατοικίας τών Κοσσυβακαίων στην Μπότση και η πολλοστή λεηλασία τών πε-ριουσιών τους, όταν -μετά την οριστική ήττα των επαναστατών τον Μάϊο 1854- οι μαινόμενοι Τούρκοι και οι μισθοφόροι τους Τουρκαλβανοί, κατακλύζουν τα χωριά τού Ραδοβυζίου τά οποία λεηλατούν και πυρπολούν.

 Ομως, η πατριωτική δράση τών ανιόντων μου Κοσσυβακαίων συνεχίστηκε αδιάλειπτη και περαιτέρω.

 Ο πρωτογυιός τού Ιωάννη Γεωργ. Κοσσυβάκη και τής «Μποτσαροπούλας» Ελένης, δηλαδή, ο Σωτήρης Ιωάν. Κοσσυβάκης, πού γεννήθηκε στα 1843, θα είναι ο αδιαμφισβήτητος στρατιωτικός ηγέτης τών επομένων επαναστάσεων τών Ραδοβυζίων, στα 1866 και 1878.

 (Επισημαίνουμε ότι, ο Ιωάννης Κοσσυβάκης, είχε δώσει στον πρωτότοκο γυιό του το όνο-μα «Σωτήρης», πρός τιμήν τού αείμνηστου πεθερού του, καπετάν Σωτήρη Συντεκνιώτη, ενώ βάπτισε τον 2ο γυιό του «Γρηγόρη», διότι -κατά την οικογενειακή μας παράδοση- οι Κοσσυβακαίοι στην τελευταία Πολιορκία τού Μεσολογγίου είχαν συμπολεμήσει με τον γεν-ναίο Αγραφιώτη οπλαρχηγό Γρηγόρη Λιακατά, πού έπεσε ηρωϊκά μαχόμενος στην νησίδα τού «Ντολμά» και συνηθίζονταν η ονοματοδοσία σε ένδειξη τιμής στους ηρωϊκούς νεκρούς αρχηγούς…)

 Στην 2η Επανάσταση στά 1866, όταν οι επαναστάτες τών Ραδοβυζίων και τών Αγράφων θα καταλάβουν ενωμένοι την ιστορική γέφυρα «Κοράκου», επιτυγχάνο-ντας συντριπτική νίκη κατά τών Τούρκων, ο Σωτήρης Ιωάν. Κοσσυβάκης είναι αυτός πού θα αντιφωνήσει τον Γάλλο Πρόξενο Ηπείρου, τόν Κάρολο Σαμπουϊζώ -πού έσπευσε εκεί προκειμένου να τους …«νουθετήσει»- με τους εξής μνημειώδεις λό-γους:

 «Ημείς βαρυνθέντες τα πολλά βάσανα, τά οποία επί τοσούτον υποφέρομεν, απεφα-σίσαμεν ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν, ως διά τής προκηρύξεώς μας εγνω-στοποιήσαμεν και εις τάς Δυνάμεις, ότι είμεθα όλοι πένητες και ραγιάδες τού Άνω Ραδοβυζίου, και ότι διατηρούμεθα από τά βοηθήματα τών ομογενών μας

 Και επειδή ο Σαμπουϊζώ επέμενε στίς «πυροσβεστικές» παραινέσεις του, επισείο-ντας την αντίθεση τών Ευρωπαϊκών Δυνάμεων στα απελευθερωτικά κινήματα κατά τής Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ότι, εάν τον εμπιστευθούν θα «μεσίτευε» εκείνος για να τους παραχωρηθούν «προνόμια», ο Σωτήρης Κοσσυβάκης προσέθεσε:

 «…Εάν μέχρι τούδε εμείναμε μεμονωμένοι, τούτο δεν μας φοβίζει καθόλου, διότι ημείς απεφασίσαμεν να αποθάνωμεν παρά να καταθέσωμεν πάλιν τά όπλα εις τους Τυράννους μας, ως μας συμβουλεύετε. Και ότι αι υποσχέσεις και τά προνόμια τής Πύλης και αι επεμβάσεις των Δυνάμεων δεν μάς απατώσι πλέον, πρόσφατον έχοντες παράδειγμα το 1854, ότι και ο Φουάτ Πασάς και οι Πρόξενοι, μάς υπεσχέθησαν πολλά και ουδέν εξετέλεσεν η Τουρκία

 (Αξίζει εδώ να επισημανθεί ότι, ο εν λόγω Γάλλος διπλωμάτης, έχοντας μακρο-χρόνια υπηρεσία σε διάφορους τόπους τής Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατ’ επα-νάληψη «εφωράθη» να δρά πυροσβεστικά υπέρ τών Τούρκων σε πολλά επανα-στατικά γεγονότα.

 Και βέβαια ο ίδιος δεν έμεινε χωρίς αμοιβή για τις καλές υπηρεσίες πού -με ύπο-πτη προθυμία- προσέφερε στους Τούρκους...

 Εχει αποδειχθεί, ότι είναι εκείνος πού μεθόδευσε -με την ανοχή τών Οθωμανικών Αρχών- την αρπαγή και μεταφορά -κατά το έτος 1863- στην Γαλλία, ενός εκ τών κο-ρυφαίων αριστουργημάτων τής αρχαίας πολιτισμικής μας κληρονομιάς, τού εμβλη-ματικού αγάλματος τής «Νίκης τής Σαμοθράκης», πού έκτοτε «κρατείται αιχμάλωτο» στο Μουσείο «Λούβρο» τών Παρισίων. Αξιος ο μισθός του!!!)

 Ωστόσο, ο ηγετικός ρόλος τού Σωτήρη Ιωάν. Κοσσυβάκη, θα επαναληφθεί και στην Επανάσταση τού 1878, όπου θα είναι ο στρατιωτικός ηγέτης τών Ραδοβυζινών επαναστατών, ενώ στην Τριμελή Επαναστατική Επιτροπή θα συμμετέχουν ο Αναγνώστης Ντ. Μαυρογιάννης, ο Γεώργιος Χρ. Κοσσυβάκης και ο Κολιός Οικονόμου.

 Η σημαίνουσα ηγετική δράση του θα «επικυρωθεί» επισήμως στα 1889, όταν -όντας και εκλεγμένος Δήμαρχος «Τετραφυλίας»- (δηλαδή τού Δήμου τών χωριών τού Ανω Ραδοβυζίου), θα τιμηθεί, για τους πατριωτικούς αγώνες του, από τον Βασιλέα Γεώργιο Α’, με τον «Αργυρό Σταυρό τών Ιπποτών, τού Βα-σιλικού Τάγματος τού Σωτήρος».

 Και ήταν αυτός, ο Σωτήρης Ι. Κοσσυβάκης, ο αείμνηστος προπάππος μου.

 Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί και το γεγονός, ότι -εξ αιτίας αυτής τής 3ης Επαναστάσεως τών Ραδοβυζίων- τό Ευρωπαϊκό Συνέδριο τού Βερολίνου, τού ιδίου έτους 1878, απεφάσισε -επί τέλους- νά παραχωρήσει στην Ελλάδα, τόσο τήν Θεσσαλία, όσο και τά ανυπότακτα Ραδοβύζια (καθώς και τά Τζουμέ-ρκα μέχρι τον Αραχθο ποταμό), απόφαση πού υλοποιήθηκε μόλις το έτος 1881.

 Το πόσο πολύτιμη για την Ελλάδα υπήρξε η «παραχώρηση» τών εν λόγω εδαφών, αναδείχθηκε κατά τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913, εφ’ όσον η αφετηρία εξορμήσεως τών Ελληνικών στρατευμάτων έγινε από πλέον προ-ωθημένες -κατά δεκάδες χιλιόμετρα- θέσεις.

 Σ αυτό ακριβώς το γεγονός, οφείλει η Ελλάδα το ότι ο στρατός μας επέτυχε -τότε- την έγκαιρη κατάληψη τής Θεσσαλονίκης την 26η Οκτωβρίου 1912 (εφ’ όσον μόλις «προλάβαμε» -για ώρες- την κατάληψή της από τά σπεύδοντα Βουλγα-ρικά στρατεύματα), αλλά και την έγκαιρη κατάληψη τών Ιωαννίνων, την 21η Φε-βρουαρίου 1913!!!

 (Εν τώ μεταξύ, το έτος 1878, συνέβη και η 4η -εν σειρά- πυρπόληση τής προγο-νικής οικίας τών Κοσσυβακαίων στην Μπότση, ενώ το ίδιο το χωριό μας μεταβλή-θηκε σε στάχτες…)

 Θα αναφερθύμε -όμως- και στην τραγική τύχη τού θείου τού προπάππου μου, τού Ανδρέα Γεωργ. Κοσσυβάκη, ο οποίος συνελήφθη από τους Του-ρκους τής Αρτας αντί τού αρχηγού και ανηψιού του Σωτήρη Κοσσυβάκη, με-ταφέρθηκε σιδεροδέσμιος στις φυλακές τών Ιωαννίνων, όπου υπέστη φρικώ-δη βασανιστήρια και -εν τέλει- «κτίστηκε» ζωντανός από τους βαρβάρους εκείνους.

 Ωστόσο, ο Σωτήρης Ιωάν. Κοσσυβάκης, στο μεσοδιάστημα τών παραπάνω επαναστάσεων τού 1866 και τού 1878, είχε νυμφευθεί με την Ευσταθία Γρανίτσα (κόρη επίσης πολεμικής οικογενείας, από το ομόνυμο χωριό τής Ευρυτανίας) και απέκτησε μαζί της επτά (7) τέκνα, ήτοι τρείς γυιούς και τέσσερις κόρες.

 Πρώτος γυιός τους θα είναι ο Γρηγόρης Σωτ. Κοσσυβάκης, πού γεννήθηκε στα 1874 και υπήρξε ένας αρειμάνιος ηγέτης με χαρισματική προσωπικότητα και παρουσία, όχι μόνο για τα Ραδοβυζινά, αλλά και τα ευρύτερα Ηπειρωτικά πολεμικά δρώμενα.

 Υπήρξε κατ’ αρχήν εθελοντής στο Σώμα τών «Γαριβαλδινών» στα 1897 αλ-λά και Δήμαρχος Τετραφυλίας από τά 1904 έως τά 1908.

 Εν συνεχεία, ως Οπλαρχηγός με δικό του ανταρτικό σώμα από Ραδοβυζι-νούς εθελοντές, θα συμμετάσχει στον Α’ Βαλκανικό πόλεμο 1912 (στα πλαίσια τού «Μικτού Ηπειρωτικού Στρατεύματος», γνωστού και ως «Εθελοντικού Σώματος Μπότσαρη», εφ’ όσον ηγέτης του ήταν ο εξάδελφός του Υπολοχαγός Δημήτριος Τιμολέοντος Νότη Μπότσαρης) και το σώμα αυτό θα είναι το πρώτο στην Απε-λευθέρωση τών Ιωαννίνων την 21η Φεβρουαρίου 1913, πρίν από την είσοδο τού Ελληνικού στρατού.

 Συναγωνιστές του στους αγώνες εκείνους, υπήρξαν ο αδελφός του Ιωάννης Σωτ. Κοσσυβάκης και ο εξάδελφός του Οπλαρχηγός Δημήτριος -«Τσάρας»- Γρ. Κοσσυβάκης, αλλά -βεβαίως- και δεκάδες Ραδοβυζινά παλληκάρια πού τόν ακολουθούσαν πιστά, ενώ είχαν συνθέσει και τραγούδι αφιερωμένο σ’ αυτόν και την πανθομολογούμενη λεβεντιά του.

 Ωστόσο, ο Ιωάννης Σωτ. Κοσσυβάκης -ο οποίος έχει προαχθεί σε Υπολ/γό- τον Φεβρουάριο 1914 διορίζεται από την Επαναστατική Κυβέρνηση τής Βο-ρείου Ηπείρου ως Διοικητής τής πόλεως και τής περιοχής Πρεμετής.

 Οπότε -τόσο ο αδελφός του Γρηγόρης Σωτ. Κοσσυβάκης, όσο και εξάδε-λφός του Δημήτριος «Τσάρας» Γρ. Κοσσυβάκης, με δύο Σώματα από 120 Ρα-δοβυζινούς εθελοντές- θα σπεύσουν να πάρουν μέρος σε πολλές μάχες τού Βορειοηπειρωτικού Αγώνα τού 1914, απ’ όπου -σύμφωνα με την Εκθεση τού Γενικού Επιτελείου Στρατού- εξήλθαν αήττητοι!!!

 (Παραλλήλως, ο Γρηγόρης Σωτ. Κοσσυβάκης, υπήρξε και υποψήφιος Βουλευ-τής τών «Φιλελευθέρων» στό Νομό Αρτας στις εκλογές τού 1920, όπου, στην ιδι-αίτερη περιφέρειά του, τον Δήμο Τετραφυλίας, επί 606 ψήφων, έλαβε τους 595 !!!)

 Και ήταν αυτός, ο αείμνηστος παππούς μου.

 Ο οποίος, στα 70 χρόνια του, υπήρξε ο καθοριστικός παράγων για την ένα-ρξη τής Εθνικής Αντίστασης κατά τών ΙταλοΓερμανών στά Ραδοβύζια τής Αρτας, εφ’ όσον υπήρξε συνιδρυτής τού στρατιωτικού ΕΔΕΣ στά 1942, ενώ τόσον εκείνος, όσο και ο πατέρας μου Νικηφόρος Γρηγ. Κοσσυβάκης -τότε Οπλαρχηγός ΕΔΕΣ- είχαν επικηρυχθεί από τους Ιταλούς κατακτητές με τερά-στια χρηματικά ποσά, μόνοι αυτοί σε όλη την Ηπειρο, εκείνους τους πρώ-τους -κρίσιμους για την Εθνική Αντίσταση- μήνες του Φθινοπώρου 1942.

 [Αφού -όμως- είχαν βιώσει αμφότεροι την πυρπόληση (για 5η φορά, μέσα σε 150 χρόνια !!!) τής προγονικής μας οικίας στην Μπότση/Μεγαλόχαρη -ως Αρχηγείου τών ανταρτών- από τους Ιταλούς φασίστες, τον Οκτώβριο 1942.]

 Εστω λοιπόν αφιερωμένο, εις μνήμην όλων εκείνων τών ηρωϊκών ανιόντων μας, το παρόν συγγραφικό μου πόνημα, εν όψει και τής συμπληρώσεως τών 200 ετών από την έναρξη τής Επαναστάσεως τού 1821.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 4ος (ΕΣΧΑΤΟΣ)

 Η συγγραφική ενασχόλησή μου με την έρευνα τής Ιστορίας, με έχει πείσει ότι, η ορθή και πλήρης προσέγγιση στά ιστορούμενα δρώμενα, πρέπει απαραιτήτως να περιλαμβάνει και την σαφή αντίληψη τού συγγραφέως περί τών γεωγραφικών και λοιπών δεδομένων, τών τόπων, όπου αυτά διαδραματίστηκαν.

 Και βεβαίως -πολλές φορές- η αμεσότητα αυτής τής γνώσεως δεν είναι εφικτή, είτε λόγω τών αποστάσεων πού χρειάζεται να διανυθούν και τής αδυναμίας καλύψεώς των, είτε λόγω τής χρονικής παρόδου δεκαετιών, αιώνων ή και χιλιετιών.

 Δηλαδή, χρονικών διαστημάτων κατά την διάρκεια τών οποίων -ενδεχομένως- έ-χουν αλλοιωθεί τά συγκεκριμένα «πεδία» λ.χ. εξ αιτίας φυσικών καταστροφών, αν-θρωπίνων δραστηριοτήτων και λοιπών αιτιών.

 Οπότε, η εναπομένουσα υποχρέωση τού συγγραφέως, ασφαλώς και επιβάλλει την εκτενή ιχνηλάτηση λοιπών χρησίμων στοιχείων, όπως λ.χ. η αναδρομή σε πα-λαιότερα βιβλία, γεωφυσικούς χάρτες, παλαιές εικόνες ή αναπαραστάσεις, διασω-θείσες προφορικές παραδόσεις και μαρτυρίες αιωνοβίων εντοπίων.

 Επίσης και έρευνα περί τών τοπικών κλιματικών συνθηκών, τών τοπικών διατρο-φικών δεδομένων, τών ενδυματολογικών ιδιαιτεροτήτων κ.λπ., εφ’ όσον όλα αυτά εί-ναι απαραίτητα για την αξιόπιστη προσέγγιση τών ιστορουμένων γεγονότων και την -κατά το δυνατόν- ακριβή περιγραφή τους.

 Ετσι μόνον προκύπτουν επαγωγικώς και τά αναγκαία ιστορικά συμπεράσματα, άν όχι ως αδιάσειστες αποδείξεις, τουλάχιστον όμως ως καλόπιστες αποχρώσες ενδεί-ξεις, περί τής όλης αληθείας τών συγγραφομένων.

 Ειδ’ άλλως, θα επρόκειτο περί συγγραφικής έρευνας «από το γραφείο», δηλαδή ελλειπώς αξιόπιστης ως -πράγματι- ιστορικής.

 Η ανωτέρω θεωρητική και ερευνητική προσέγγισή μας, εν όψει τού συγκεκριμένου συγγραφικού θέματος -δηλαδή, τού τραγικού αποδεκατισμού τής ιστορικής «φά-ρας» τών Μποτσαραίων στο Μοναστήρι τού Σέλτσου, την Ανοιξη τού 1804- επιβε-βαιώνει πλήρως την ορθότητα αυτών τών συλλογισμών μου.

 Διότι, ερευνώντας την υπάρχουσα βιβλιογραφία, διαπίστωσα με έκπληξή μου, αλλ’ ενίοτε και με αγανάκτηση- ασύγγνωστες παραλείψεις, αλλά και κατάφωρες παραποιήσεις, εκ μέρους κάποιων συγγραφέων και «συγγραφέων».

 Οι πρώτοι, επιχειρώντας την «εκ τού μακρόθεν» εξιστόρηση τών εν λόγω ιστορι-κών γεγονότων, στοιχειωδώς δέν ενδιαφέρθηκαν να επιβεβαιώσουν τά υπ’ αυτών περιγραφόμενα, έστω «με μιά ματιά στον χάρτη» τής περιοχής όπου αυτά διαδρα-ματίστηκαν και να εξιχνιάσουν σημαντικά επί μέρους περιστατικά, τά οποία αντιπα-ρήλθαν εντελώς …«επί τροχάδην».

 Λ.χ. ένας εξ αυτών (εκ τών προβεβλημένων πανελληνίως), περιγράφει τά εν λόγω πολεμικά γεγονότα, ως εάν η όλη συγκλονιστική πολιορκία τών Σουλιωτών στήν ευρύτατη «αποκλείστρα» τού Σέλτσου, συνέβη αποκλειστικά και μόνον (!!!) στο κτι-ριακό συγκρότημα τού εκεί Μοναστηριού, όπου -δήθεν- η εκ προδοσίας παραβίαση τής …θύρας του, προκάλεσε την ανελέητη σφαγή τών εκεί Σουλιωτών κ.λπ.

 Δηλαδή, αποκαλύπτεται ότι, ο περί ού ο λόγος «επώνυμος» ιστορικός, είχε πλήρη άγνοια περί τών γεωγραφικών και τοπογραφικών δεδομένων, όπου συνέβησαν οι εν λόγω «Ομηρικές» συγκρούσεις, παρ’ ότι, το ίδιο το γεωγραφικό «ανάγλυφό» τους, όπως και τά λοιπά στοιχεία -πού ο γράφων λεπτομερώς επισημαίνω- είναι εξόχως αποκαλυπτικά και επιβεβαιώνουν ότι, τά γεγονότα «έγιναν έτσι», όπως «ο ίδιος, ο Μάρκο Μπότσαρης» -διά χειρός μου- «αφηγείται», διότι -απλώς- δεν θα ή-ταν δυνατό να έχουν συμβεί άλλως, πλήν ασημάντων παραλλαγών.

 Περαιτέρω, τόσο ο ανωτέρω, όσο και οι πλείτστοι τών συγγραφόντων, δείχνουν ν’ αγνοούν πλήρως τά περί τής απίστευτης διασώσεως τών λίγων Σουλιωτών, αρχι-κώς στην περίφημη «σπηλιά τού Κίτσου Μπότσαρη» και -εν συνεχεία- τά τής «μυ-θιστορικής» διαφυγής τών ελαχίστων Μποτσαραίων, η οποία επακολούθησε.

 Γιά όλα αυτά, τά τόσο σημαντικά γεγονότα, επαναλαμβάνεται «μονότονα», η νεφε-λώδης και αόριστη καταγραφή, ότι εκείνοι, οι λίγοι διασωθέντες Μποτσαραίοι: «… μετά από πολλές περιπέτειες, έφθασαν στην Κέρκυρα, όπου συναντήθηκαν με τους υπολοίπους Σουλιώτες».

 Και η εν λόγω περιγραφή διεκδικεί -άν είναι δυνατόν- «συγγραφική εγκυρότητα» και αξιοπιστία...

 Περαιτέρω, έτερος «συγγραφεύς» (τού διαδικτύου αυτός, αλλά και τοπικός συμπατρι-ώτης), προφανώς ελαυνόμενος και από …στοργικά συναισθήματα περί τής «ανα-γκαιότητος» αναδρομικής εξυψώσεως τών ανιόντων του (οι οποίοι -όμως- «ουδαμού» έχουν καταγραφεί ότι έδρασαν στο πλευρό τών πολιορκημένων Σουλιωτών), επιχειρεί να τους εμφανίσει ως …«ενθέρμους συμμαχητές και συμπαραστάτες τους», στον Σέλ-τσο!!!

 Το επιχειρεί δε, αντιπαρερχόμενος τά αδιάσειστα στοιχεία τού σεβαστού συγγρα-φέως Δημητρίου Φ. Καρατζένη -με τόν οποίο συντάσσεται και ο εμβριθείς Αρτινός συγγραφεύς Χρυσόστομος Μποκογιάννης- οι οποίοι ρητώς αναφέρουν ότι:

 «…Συμπαράσταση στο Σέλτσο οι Μποτσαραίοι είχαν μ ό ν ο ν από τίς οικογέ-νειες τών Κοσσυβακαίων τής Μπότσης και τών Αντωνακαίων τής Βρεστενίτσας».

 Εμφανίζεται, δηλαδή, στο συγκεκριμένο σημαντικό ιστορικό ζήτημα μία απαρά-δεκτη προσπάθεια παραποίησης αλλά και απόκρυψης σημαντικών στοιχείων, συ-μβάντων και προσώπων, διά τής γνωστής μεθόδου: «ψηλώνω κονταίνοντας τούς άλλους»…

 Οπου, γίνεται λόγος περί -δήθεν- «θερμής συμπαραστάσεως στούς Μποτσαραί-ους τών κατοίκων τών χωριών Μηλιανών, Γρέβιας και Πηγών», διότι -προδήλως- οι μηδέποτε συμπαρασταθέντες εις αυτούς, ανιόντες και συγγενείς του, ήσαν από τά εν λόγω χωριά. (…)

 Επί πλέον δε ο ίδιος, «εμπνεόμενος» και από …«αναδρομική» πολεμοχαρή διά-θεση, «εφευρίσκει» και την (παντελώς ανύπαρκτη) «έ ν ο π λ η συμπαράσταση στους Μποτσαραίους», όχι 20, όχι 50, όχι 100, αλλά 200 (διακοσίων!!!) «συμμα-χητών» τους, δήθεν κατοίκων εκ τών ιδίων -ως άνω- χωριών.

 Και -βεβαίως- αυτήν την συγγραφική «έμπνευσή» του την προβάλλει, όχι με ανα-φορά σε συγκεκριμένα στοιχεία (λ.χ. ονόματα ή οικογένειες), αλλά «ανωνύμως» και «συλλήβδην», ώστε να «χωρούν» ακόμη κι εκείνοι πού ασχολούνταν μόνο με την «διά δοκάνων συλλογή λυκοτόμαρων»!!! (Και ο νοών, νοείτω…)

 Είναι δε τέτοια η συγγραφική …«αντικειμενικότητα» τού ιδίου, ώστε αναφερόμε-νος -επεκτατικώς- και στις μεταγενέστερες τρείς (3) Επαναστάσεις τών Ραδοβυζί-ων, στα 1854, στα 1866 και στα 1878, όπου η Οικογένεια τών Κοσσυβακαίων είχε και πάλι πρωταγωνιστική συμμετοχή και συμβολή -βεβαίως καταγεγραμμένη σε πλείστα συγγραφικά πονήματα, αλλά και στά επίσημα αρχεία και στοιχεία τού Ελ-ληνικού Κράτους- και πάλι παραλείπει ακόμη και την απλή αναφορά στο …«κατα-ραμένο» αυτό επώνυμο!!!

 Διότι -ως φαίνεται- η αδιάλειπτη δράση τών διαδοχικών γενεών μας στους εθνι-κούς πατριωτικούς αγώνες, έχει κυριολεκτικά «κομπλεξάρει» τους τοπικούς απογό-νους τών «ανωνύμων»…

 Τους οποίους «βολεύει» η αόριστη αναφορά στον «λαό τών Ραδοβυζίων», όπου όλοι -οι τότε αμέτοχοι- «χωρούν» και οι νεόκοποι στην ιστοριογρφία επίγονοί τους μπορούν να «κομπορρημονούν» αζημίως και ασυστόλως. (...)

 Και -βεβαίως- η πλειοψηφία τού λαού τών Ραδοβυζίων ασφαλώς και συμμετείχε στίς περιγραφόμενες επαναστατικές διεργασίες και -αντιστοίχως- υπέστη τίς δραμα-τικές συνέπειες πού είχαν οι διαδοχικές «αποκοτιές» του.

 Όμως, η εξύψωση και η αποτίμηση τής αξίας αυτών τών συμμετοχών και τών πα-θημάτων, δεν μπορεί να προβάλλεται όλως αορίστως και -μάλιστα- παράλληλα με την -προφανώς εμπαθή- αποσιώπηση τών έργων εκείνων πού είχαν τίς ηγετικές πρωτοβουλίες, τις καίριες εμπνεύσεις και έμπαιναν μπροστάρηδες σ’ εκείνες τίς «απόκοτες» επαναστατικές ενέργειες.

 Γι’ αυτό και υπέφεραν αγόγγυστα τις αλλεπάλληλες διώξεις, συλλήψεις, βασανι-στήρια, απώλειες ζωών και περιουσιών, σε όλα ανεξαιρέτως τά ως άνω περιγραφό-μενα διαδοχικά ιστορικά δρώμενα τής ιδιαίτερης Πατρίδος μας, τού σημερινού Δή-μου «Γεωργίου Καραϊσκάκη».

 Συνεπώς, άς το καταλάβουν επί τέλους «κάποιοι», ότι η ιστορική προγονική κλη-ρονομιά είναι έννοια ανεκτίμητη και δεν πωλείται, δεν δανείζεται, δεν μοιράζεται και -ασφαλώς- δεν θα επιτρέψουμε σε κανένα να την υπεξαιρεί.

 Διότι, όλα τά πουλιά μπορούν να πετούν, όμως εκεί όπου πετούν οι αετοί, τ’ άλλα δεν φθάνουν, γι’ αυτό και όλοι αυτούς ξεχωρίζουν και καμαρώνουν!!!

 (Πώς να το κάνουμε;;; Δεν είμαστε όλοι, «ίσα και όμοια»…).

ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 28.1.2022.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

 Αγραφιώτη Κ. (2007). Αικατερίνη-Ρόζα Μπότσαρη: στη Σκιά του Ονόματος. Αθήνα: Πάπυρος Εκδοτικός Οργανισμός.

 Ανωνύμου τού Ελληνος (1806) Ελληνική Νομαρχία - Ητοι λόγος περί Ελευθερίας - Αθήνα: Εκδ. βιβλ. Ε.Γ. Βαγιονάκη 1948.

 Ασημακόπουλος Ν. (2021). Η Συμβολή των Σουλιωτών στην Επανάσταση του 1821. Αθήνα: Εκδ. Βεργίνα.

 Βλαχογιάννης Ι. (1907) (επιμ.). Απομνημονεύματα του Στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη. Αθήνα: Εκδ. Ιστορική Έρευνα.

 Βράκας Φ. Ο Ξεσηκωμός τών Ελλήνων στην Ήπειρο το 1854.

 Γενικά Αρχεία του Κράτους (1971). Τα Ιστορικά Έγγραφα του Αγώνος του 1821. Κατάλογος Α’.

 Γενικά Αρχεία του Κράτους (1972). Τα Περιεχόμενα των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Κατάλογος Β’.

 Γκόνιας Ν.-Ραπτοπούλου Σ. (1998) Τό Μεγάλο ’21. Αθήνα: Εκδ. Πατάκη.

 Δεσύλλας Ν. (1998). Ήπειρος. Αισθητική Περιπλάνηση στο Χώρο. Αθήνα: Εκδ. Σύνολο.

 Διαμάντης Κ. (1963). Οι Κοσσυβάκηδες και η πατριωτική δράσις αυτών εις την περιοχήν τών Ραδοβυζίων κατά τούς απελευθερωτικούς αγώνας. Εκδ. Ηπειρωτική Εστία.

 Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ). Ο ΒορειοΗπειρωτικός Αγώνας.

 Εκπαιδευτήρια ΔΟΥΚΑ (2021). Η Γένεση ενός Εθνικού Κράτους. 200 Χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση 1821-2021.

 Καλπούζος Γ. (2015). Ιμαρέτ. Στη σκιά του Ρολογιού, Αθήνα: Εκδ. Ψυχογιός.

 Καρατζένης Δ. (1973). Η Επανάστασις της Άρτης του 1854. Αθήνα: Ιδιωτική Έκδοση.

 Καρατζένης Δ. (1974). Αι Επαναστάσεις της Άρτης του 1866 και 1878. Αθήνα: Ιδιωτική Έκδοση.

 Καρατζένης Δ. (1978). Η Άρτα εις την Επανάστασιν του 1821. Θυσίαι και Αγωνισταί. Αθήνα: Ιδιωτική Έκδοση.

 Καργάκος Σ. (2020). Η Ελληνική Ιστορική Συνέχεια και η Υπονόμευσή της. Αθήνα: Εκδ. Gutenberg.

 Καργάκος Σ. (2021). Η Ελληνική Επανάσταση τού 1821 (Τόμοι Α’, Β’ και Γ’). Αθήνα: Εκδ. Gutenberg.

 Κοσσυβάκης Γρ. (2009). Ο Διαχρονικός Ηπειρωτικός Ελληνισμός. Αθήνα: Εκδ. Κάδμος.

 Κοσσυβάκης Γρ. Μάρκος Μπότσαρης - Ενας ιδανικός ήρωας.

 Κοσσυβάκης Νικηφ. (2001). Η Τρίτη Αλήθεια. Αθήνα: Εκδ. Άγκυρα.

 Κουτσούκαλης, Α. (1983). Η Εθνική Αντίσταση τού Νομού Αρτας 1940-1945 (Τόμος Α’ και Β’). Αθήνα: Εκδ. Ιωλκός.

 Κραψίτης Β. (1980). Μνήμη Σουλίου. Αθήνα: Εκδόσεις Οι Φίλοι του Σουλίου.

 Λάππας Τ. (1978). Η Κλεφτουριά τής Ρούμελης. Αθήνα: Eκδ. Ατλαντίς.

Λαμπρόπουλος Β. Α. (2003). Μεσολόγγι. Η Ιερή Πόλη. Μήτρα τής Ελλάδος. Αθήνα: Εκδ. Βασδέκης.

 Μποκογιάννης Χ. (2013). Οι Κοσσυβάκηδες. Δύο αιώνες πρωτοπόροι στους εθνικούς αγώνες. Άρτα: Εκδ. Άπειρος Χώρα.

 National Geografic (2010). Ο Ξεσηκωμός του Γένους, 1821. Η Ελληνική Επανάσταση και η Αποτίναξη του Οθωμανικού Ζυγού.

 Περάνθης Μ. (1971). Το Εικοσιένα. Από την Σταύρωση στην Ανάσταση. Αθήνα: Εκδ. Βιβλιοπωλείον τής Εστίας.

 Ροςς Λ. (1976). Αναμνήσεις και ανταποκρίσεις από την Ελλάδα (1832-1833). Αθήνα: Εκδ. Αφοί Τολίδη.

 Σάθας Κ. (1869). Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. Ιστορικόν Δοκίμιον περί τών πρός αποτίναξιν τού Οθωμανικού ζυγού επαναστάσεων τού Ελληνικού Εθνους 1453-1821. Αθήνα: Εκ τής τυπογραφίας τών τέκνων Ανδρέου Κορομηλά.

 Σάθας Κ. (1986). Ελληνες στρατιώτες εν τη Δύσει. Αθήνα: Καραβία, Δ. Ν. - Επαναστατικές Εκδόσεις.

 Σάνδρης Β. (2001). Σούλι. Οδοιπορικό στον Τόπο και στην Ιστορία. Αθήνα: Εκδ. Ελληνικά Γράμματα.

 Σεϊζάνης Μ. (1878). Η πολιτική τής Ελλάδος και η Επανάστασις τού 1878. Αθήνα: Εκδ. Ελίκρανον.

 Σπυρομήλιου Σ. Στρατηγού Απομνημονεύματα για την δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου. Αθήνα: Εκδ. Βεργίνα.

 Στεργιόπουλος Κ. (1968). Το Μικτόν Ηπειρωτικόν Στράτευμα κατά την Ελευθέρωσιν τής Ηπείρου. Αθήνα: Ιδιωτική Έκδοση.

 Συλλογικό Έργο (2011). Ελληνικά Υπομνήματα. Επιστολαί και Διάφορα Έγγραφα αφορώντα τήν Ελληνικήν Επανάστασιν από 1821 μέχρι 1827. Συλλεγέντα υπό τού Υποστρατήγου Ιωάννου Θεοδ. Κολοκοτρώνη. (Εκδοθέντα υπό του Χ. Νικολαΐδη Φιλαδελφέως, Αθήνησι, 1856).

 Σχισμένος Α. Το Ολοκαύτωμα τών Σουλιωτών στη Μονή Σέλτσου. (Δια-δικτυακή Ομιλία 2013).

 Τερτσέτης Γ. (1846). Ἀπομνημονεύματα Θεοδώρου Κολοκοτρώνη: Διήγησις Συμβάντων τής Ελληνικής Φυλής. Αθήνα: Πάπυρος Εκδοτικός Οργανισμός.

 Τράιμπερ Ε. (1960 και 2020). Αναμνήσεις από την Επανάσταση του 1821. Αθήνα: Εκδ. Κουλτούρα.

 Τσατσάνης Γ. (2005). Δυτικορουμελιώτες Αγωνιστές του 1821. Αθήνα: Εκδ. Βεργίνα (Τόμοι Α’, Β’ και Γ’).


ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ Ιστορiα Παραδοση Κοσσυβακης, Σουλι, Ραδοβυζι, Ραδοβυζιου Αρτας, σελτσο, μονη σελτσου σουλιωτες τζαβελλας Αρτα
Share on Google Plus

About ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

    ΣΧΟΛΙΑ
    ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ Facebook

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ