ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ - της Μ. Βέργου


ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ
ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

“Graecia capta ferum victorem cepit 
et artes Intulit agresti Latio”

“Η Ελλάς, αν και κυριευθείσα, κατέκτησε τον νικητή της και εισήγαγε τις τέχνες στο απολίτιστο Λάτιο”
Οράτιος

υπ. Διδάκτωρ Νομικής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Μεταπτυχιακοί Τίτλοι Σπουδών Νομικής ΕΚΠΑ – Κατευθύνσεις Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου (2018) και Αστικού Δικαίου (1998)
Πτυχίο Νομικής (1996) και Φιλοσοφικής ΕΚΠΑ – Σχολή ΦΠΨ-
Ειδίκευσις Φιλοσοφίας (2015)
Δικαστική Πληρεξουσία Α’ Νομικού Συμβουλίου του Κράτους

Το 5.000 χρόνων βουλευτήριο της Πολιόχνης Λήμνου!
Το αρχαιότερο, έως τώρα, βουλευτήριο του κόσμου!
Φωτ.: Γ. Λεκάκης.

1. Στο πλέον αντιπροσωπευτικό κείμενο του Ρωμαϊκού Δικαίου, στον Πανδέκτη αναφέρεται, ότι ο Δήμος της Ρώμης, κατά τον τρίτο από της κτήσεως αυτής αιώνα, σύστησε μια Επιτροπή από δέκα άνδρες Ρωμαίους, οι οποίοι μελέτησαν τους νόμους των ελληνικών πόλεων – κρατών. Επί τη βάσει των νόμων αυτών καταρτίσθηκε η Ρωμαϊκή Συλλογή των νόμων, η Δωδεκάδελτος[1].

Ειδικότερα στον Πανδέκτη (18,1,1,1) αναφέρεται σύμβαση των Αχαιών για ανταλλαγή οίνου με χαλκό, σίδηρο, σκλάβους. Με ρητή μνεία του Ομήρου, οι Ρωμαίοι μετέφεραν τα περί διακρίσεως φαρμάκων, εκουσίας εξορίας, αιτία θανάτου δωρεάς, τιμήματος πωλήσεως, περιουσίας δούλων. Επίσης από τις αγορεύσεις του Δημοσθένους τα περί αρξαμένου χειρών αδίκων, κλπ, ενώ και από τον μύθο του Αισώπου περί λέοντος διέπλασαν τα περί λεοντείου εταιρείας[3].

Ο τοίχος στον οποίο είναι γραμμένος ο Κώδικας Νόμων (του 6ου αι. π.Χ.)
της Γόρτυνος Κρήτης.
Φωτ.: Γ. Λεκάκης.

2. Σχετικά με το εξαιρετικό επίπεδο εξέλιξης των αρχαίων Ελληνικών Δικαίων, όλως ενδεικτικώς αναφέρονται τα εξής: 
α. Ο Κώδιξ Νόμων της Γόρτυνας, η Μεγάλη Επιγραφή του 6ου αι. π.Χ., είναι ο αρχαιότερος ευρωπαϊκός Αστικός Κώδικας. Η Μεγάλη Επιγραφή, γνωστή επίσης ως «Βασίλισσα των Επιγραφών» και ως «Δωδεκάδελτος της Γόρτυνας», βρίσκεται στο Ωδείο του αρχαιολογικού χώρου της Γόρτυνος, είχε αρχικά χρονολογηθεί στον 6ο αι. π.Χ. και στην συνέχεια στο α’ μισό του 5ου αι. π.Χ. (480-450πΧ), και η καταγραμμένη σε αυτήν νομοθεσία καλύπτει μεγάλο εύρος του ιδιωτικού δικαίου (ενοχικό, εμπορικό, οικογενειακό, κληρονομικό) περιέχει όμως και ποινικές διατάξεις (προστασία κατηγορουμένου κ.ά)[4].

Η περίφημη ΧΙΑΚΗ ΣΤΗΛΗ. Το "Σύνταγμα της Χίου".
L. H. JEFFERY "The Courts of Justice in Archaic Chios",
έκδοση 1956 της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής,
Αθήνα, σελ. 157 επ.
Φωτ.:Γ. Λεκάκης.

β. Στην Χίο, κοντά στο χωριό Θολοποτάμι, στο νότιο μέρος του νησιού, βρέθηκε το 1907, και ενώ η Χίος ήταν υπό οθωμανική κατοχή, εντοιχισμένη μια επιγραφή, γραμμένη βουστροφηδόν, με το αρχαιότερο κείμενο που αναφέρεται στο δημοκρατικό πολίτευμα, η λεγόμενη Χιακή Ρήτρα ή Χιακή Στήλη, το αρχαιότερο Σύνταγμα στον κόσμο, βάσει των μέχρι τώρα ευρημάτων, χρονολογουμένη τον όγδοο ή έκτο αιώνα π.Χ. Ονομάζεται η «Μεγάλη Ρήτρα» και πρόκειται για το καταστατικό του Νομοθετικού συστήματος του Χιακού Πολιτεύματος. Η επιγραφή είναι γενικώς γνωστή ως «το Σύνταγμα της Χίου», δημοσιεύθηκε το 1909 από τους Dr.Jacobsthal και καθηγητή U. Von Wilamowitz-Moellendorff και χαρακτηρίζεται σταθμός στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία[5]. Λέγεται μάλιστα, ότι ο Σόλων, εμπνεύστηκε από την Μεγάλη Χιακή Ρήτρα για να διαμορφώσει τους νόμους οι οποίοι θεμελίωσαν το Δημοκρατικό πολίτευμα των Αθηνών[6]. Δεδομένου ότι η Χίος ήταν την εποχή εκείνη υπό οθωμανική κυριαρχία, η στήλη μεταφέρθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης (αρ. 1907), όπου βρίσκεται έως και σήμερα, και από όπου πρέπει να επαναπατριστεί στην γενέθλια γη της, την Χίο, και να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης από Νομικούς, Συνταγματολόγους, Δημοσιολόγους, Ιστορικούς, Αρχαιολόγους, Επιγραφολόγους, Γλωσσολόγους, Πολιτικούς Επιστήμονες και άλλους.
γ. Στην Χίο, επίσης, έχει βρεθεί επιγραφή που αναφέρεται σε διακρατική συμφωνία με διαμεσολάβηση τρίτου κράτους. Πρόκειται, σύμφωνα με την αναφορά του Αρχαιολογικού Μουσείου Χίου, όπου εκτίθεται η επιγραφή (αρ. 1034), για ψήφισμα που αφορά σε διαιτησία του δήμου των Χίων μεταξύ των γειτονικών πόλεων Λαμψάκου και Παρίου. Η διαιτησία αποσκοπούσε στην επίλυση των διαφορών μετά τη λήξη του μεταξύ τους πολέμου (τέλος 3ουᾱρχές 2ου αι. π.Χ.). Ο Δήμος των Χίων εμφανίζεται, δηλαδή, ως ο αρχαιότερος, μέχρι σήμερα, διακρατικός διαμεσολαβητής της ιστορίας των διεθνών σχέσεων.
δ. Στην Πολιόχνη της Λήμνου ανακαλύφθηκε το αρχαιότερο βουλευτήριο στον κόσμο, που χρονολογείται στην Προϊστορική περίοδο (Πρώιμη Εποχή του Χαλκού), μεταξύ 3000 και 2100 π.Χ.[7]
ε. Στα δε Πάταρα της Λυκίας, μιας από τις 6 μεγαλύτερες πόλεις της Λυκίας, οι οποίες εξέλεγαν αντιπροσώπους, μαζί με άλλες 17 πόλεις, για το Συνέδριο της Διοικήσεως, λειτουργούσε ομοσπονδιακό διοικητικό σύστημα, του οποίου ο ανώτατος άρχων ήταν ο Λυκιάρχης. Το σύστημα αυτό καταργήθηκε το 43 μ.Χ. από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Κλαύδιο.
στ. Η Δημοκρατία γεννήθηκε στην Ελλάδα τον 6ο αι. π.Χ. κατά την εποχή του αποικισμού. Η μετάβαση από το αριστοκρατικό κράτος στην τιμοκρατική «πολιτεία των οπλιτών» και από αυτήν στο δημοκρατικό καθεστώς, όπως π.χ. στην Χίο (λίγο μετά το 600 π.Χ. ή αργότερα) και στην Αθήνα, εμφανίζεται σαν αποτέλεσμα αφ’ ενός κοινωνικών αντιθέσεων στο εσωτερικό και αφ’ ετέρου στρατιωτικών αναγκών, που επέβαλαν την συμμετοχή όλο και περισσοτέρων ανθρώπων στην στρατιωτική υπηρεσία. Και τούτο διότι η πολιτειακή συγκρότηση και η στρατιωτική οργάνωση βρίσκονταν σε άμεση αλληλεξάρτηση[8]. Έτσι οι οπλίτες έγιναν σταδιακά πολίτες. Ένα άλλο ουσιαστικό στοιχείο της βαθμιαίας δημοκρατικοποιήσεως του αριστοκρατικού κράτους ήταν η καταγραφή του ισχύοντος δικαίου[9].
Η πρώτη νομοθετική μεταρρύθμιση που άνοιξε τον δρόμο προς την δημοκρατία ήταν η νομοθεσία του Σόλωνα. Στο τέλος του 7ου αι. ξέσπασε στην Αθήνα κρίση οφειλόμενη σε κοινωνικές ανισότητες. Ο Σόλων που διορίσθηκε το 594/3 π.Χ. αισυμνήτης, επέβαλε την σεισάχθεια, δηλαδή απαλλαγή από τα χρέη, μεταρρύθμισε το νομισματικό σύστημα, συνέταξε νόμους που θα ήταν ίδιοι για όλους και όρισε ότι οι υποχρεώσεις καθ’ ενός απέναντι στην πόλη θα ήταν ανάλογες με την περιουσία του[10]. Επόμενη κρίσιμη καμπή στην πορεία της Αθήνας προς το δημοκρατικό πολίτευμα ήταν οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, ο οποίος ανέλαβε μετά την πτώση του τυράννου Πεισίστρατου. Το 508/507 πΧ με την υποστήριξη του δήμου, μετέβαλε τον αριθμό των φυλών και θέσπισε την βουλή των πεντακοσίων[11]. Η τελική πορεία προς την δημοκρατία χαράχτηκε με τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη, που έδωσε περισσότερες αρμοδιότητες στους πολίτες και άνοιξε τον δρόμο για τον «χρυσό αιώνα του Περικλέους». Είχαν προηγηθεί οι νικηφόροι πόλεμοι των Ελλήνων κατά των Περσών, μετά τους οποίους ενισχύθηκε η θέση των απλών πολιτών, αφού αυτοί πολέμησαν και επικράτησαν κατά του εξ ανατολών εισβολέως. Ο Θουκυδίδης στον «Περικλέους Επιτάφιο»[12], τον ύμνο της Αθηναϊκής δημοκρατίας ορίζει την δημοκρατία ως εξής:
37. Χρώμεθα γὰρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τοὺς τῶν πέλας νόμους, παράδειγμα δὲ μᾶλλον αὐτοὶ ὄντες τισὶν ἢ μιμούμενοι ἑτέρους. καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ' ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται· μέτεστι δὲ κατὰ μὲν τοὺς νόμους πρὸς τὰ ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον, κατὰ δὲ τὴν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπὸ μέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ' ἀρετῆς προτιμᾶται, οὐδ' αὖ κατὰ πενίαν, ἔχων γέ τι ἀγαθὸν δρᾶσαι τὴν πόλιν, ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται. ἐλευθέρως δὲ τά τε πρὸς τὸ κοινὸν πολιτεύομεν καὶ ἐς τὴν πρὸς ἀλλήλους τῶν καθ' ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν, οὐ δι' ὀργῆς τὸν πέλας, εἰ καθ' ἡδονήν τι δρᾷ, ἔχοντες, οὐδὲ ἀζημίους μέν, λυπηρὰς δὲ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι, ἀνεπαχθῶς δὲ τὰ ἴδια προσομιλοῦντες τὰ δημόσια διὰ δέος μάλιστα οὐ παρανομοῦμεν, τῶν τε αἰεὶ ἐν ἀρχῇ ὄντων ἀκροάσει καὶ τῶν νόμων, καὶ μάλιστα αὐτῶν ὅσοι τε ἐπ' ὠφελίᾳ τῶν ἀδικουμένων κεῖνται καὶ ὅσοι ἄγραφοι ὄντες αἰσχύνην ὁμολογουμένην φέρουσιν.
«37. Τὸ πολίτευμα ποὺ ἔχομε σὲ τίποτε δὲν ἀντιγράφει τὰ ξένα πολιτεύματα. Ἀντίθετα, εἴμαστε πολὺ περισσότερο ἐμεῖς παράδειγμα γιὰ τοὺς ἄλλους παρὰ μιμητὲς τους. Τὸ πολίτευμά μας λέγεται Δημοκρατία, ἐπειδὴ τὴν ἐξουσία δὲν τὴν ἀσκοῦν λίγοι πολίτες, ἀλλὰ ὅλος ὁ λαός. Ὅλοι οἱ πολίτες εἶναι ἴσοι μπροστὰ στὸν νόμο γιὰ τὶς ἰδιωτικές τους διαφορές. Γιὰ τὰ δημόσια ἀξιώματα προτιμῶνται ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἱκανοὶ καὶ τὰ ἀξίζουν καὶ ὄχι ἐκεῖνοι ποὺ ἀνήκουν σὲ μιὰ ὁρισμένη τάξη. Κανείς, ἄν τύχη καὶ δὲν ἔχει κοινωνικὴ θέση ἤ ἄν εἶναι φτωχός, δὲν ἒμποδίζεται γι' αυτὸ νὰ ὑπηρετήση τὴν πολιτεία, ἄν ἔχη κάτι ἄξιο νὰ προσφέρη. Στὴ δημόσια ζωὴ μας εἴμαστε ἐλεύθεροι, ἀλλὰ καὶ στὶς καθημερινὲς μας σχέσεις δὲν ὑποβλέπομε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, δὲν θυμώνομε μὲ τὸν γείτονά μας ἄν διασκεδάζη καὶ δὲν τοῦ δείχνομε ὄψη πειραγμένου πού, ἄν ἴσως δὲν τὸν βλάφτη, ὅμως τὸν στενοχωρεί. Ἄν, ὡστόσο, ἡ αυστηρότητα λείπη ἀπὸ τὴν καθημερινή μας ζωή, στὰ δημόσια πράγματα, ἀπὸ ἐσωτερικὸ σεβασμό, δὲν παρανομοῦμε. Σεβόμαστε τοὺς ἄρχοντες, πειθαρχοῦμε στοὺς νόμους, καί, μάλιστα, σὲ ὅσους ἔχουν γίνει γιὰ νὰ προστατεύουν τοὺς ἀδυνάτους καὶ ὅσους πού, ἄν καὶ ἄγραφοι, εἶναι ντροπὴ νὰ τοὺς παραβαίνει κανείς.»[13]


3. Η Ρώμη εξακολούθησε να εμπνέεται και να επωφελείται από τους θεσμούς και την φιλοσοφία της Ελλάδος, όχι μόνον κατά τον βραχύ μετά τον Σόλωνα, βίο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, αλλά και μετέπειτα, όταν η Ελλάδα έγινε Ρωμαϊκή αποικία, αφού η Ελλάς, αν και κυριευθείσα, είχε κατακτήσει τον νικητή της και εισήγαγε τις τέχνες στο απολίτιστο Λάτιο, κατά την γνωστή ρήση του Οράτιου:
“Graecia capta ferum victorem cepit et artes Intulit agresti Latio” (Quintus Horatius Flaccus, Epistolae, II, 1,156). Ο Ουλπιανός, ο Μαρκιανός, ο Παπινιανός και άλλοι υπήρξαν μαθητές του Ζήνωνος και του Χρυσίππου, οι επιφανέστεροι νομομαθείς υπήρξαν Έλληνες, οι δε διοικήσαντες τις ανατολικές επαρχίες της Ρώμης δίδασκαν, ότι «το εν πάσι πράον και προστατευτικόν δίκαιον των Ελλήνων αντεπεκρίνετο περισσότερον από το Ρωμαϊκόν δίκαιον εις την δικαιοσύνην και την ισότητα»[14]. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι στον Πανδέκτη εκτίθενται οι ορισμοί του Νόμου στην ελληνική γλώσσα[15], του ρήτορα Δημοσθένη:
«Τούτο εστίν Νόμος, ω πάντας ανθρώπους προσήκει πείθεσθαι διά πολλά, και μάλιστα ότι πας εστίν νόμος εύρημα μεν και δώρον Θεού, δόγμα δε ανθρώπων φρονίμων, επανόρθωμα δε των εκουσίων και ακουσίων αμαρτημάτων, πόλεως δε συνθήκη κοινή, καθ’ ην άπασι προσήκει ζην τοις εν τη πόλει».

Και του στωικού φιλοσόφου Χρυσίππου:
«Ο Νόμος πάντων εστί βασιλεύς θείων τε και ανθρωπίνων πραγμάτων. Δει δε αυτόν προστάτην τε είναι των καλών και των αισχρών και άρχοντα και ηγεμόνα, και κατά τούτο κανόνα τε είναι δικαίων και αδίκων και των φύσει πολιτικών ζώων προστακτικόν μεν ων ποιητέον, απαγορετικόν δε ως ου ποιητέον».


4. Κατά την Βυζαντινή περίοδο, αργά και σταδιακά, το ελληνικό δίκαιο, χάρις στα νομοθετήματα των Ισαύρων, που περιείχαν κυρίως ελληνικό δίκαιο δημώδους προελεύσεως και χάρις στα επιμόνως κρατούντα έθιμα του λαού, αποβάλλει τα ρωμαϊκά στοιχεία, μέχρις ότου στην εποχή των Κομνηνών και των διαδόχων τους, εμφανίζεται σχεδόν απολύτως ελληνικό, «του Corpus Iuris Civilis καταστάντος πλέον απλής σκιάς»[16].
Σημειώνεται ότι κατά την μακρά ζωή και εξέλιξή του, το ελληνικό δίκαιο εμφανίζει αξιοθαύμαστη συνοχή[17], το δε συναλλακτικό δίκαιο έτυχε ιδιαίτερης προσοχής εκ μέρους των Ελλήνων, οι οποίοι, έμποροι από ιδιοσυγκρασία, προώθησαν την ανάπτυξη του κλάδου αυτού του δικαίου, κατά τρόπον που εξασφάλιζε όχι μόνον την πίστη αλλά και την ασφάλεια στις συναλλαγές, παρακολουθώντας τις ανάγκες του εμπορίου και μεταβαλλόμενο αναλόγως[18].
Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κατοχής, το Βυζαντινό Δίκαιο εξακολουθεί να ισχύει στον υπόδουλο ελληνισμό, όπως περιείχετο στα εγχειρίδια του βυζαντινού δικαίου τα αναγόμενα στην τελευταία περίοδο της ζωής του Βυζαντίου, τα οποία, λόγω αυτού ακριβώς του γεγονότος περιείχαν τις ακραιφνέστερες ελληνικές διατάξεις[19]. Ο Μωάμεθ Β’ είχε απονείμει προνόμιο στην Ορθόδοξη Εκκλησία για αναγνώριση δικαιοδοσίας επί των Ορθοδόξων που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ιδίως επί ιδιωτικών διαφορών (γάμος, διαζύγιο κλπ)[20]. Η Εκκλησία χρησιμοποιούσε για το Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο κατά κύριο λόγο την Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου[21]. Εξ άλλου δεν πρέπει να αγνοείται η γνώση του ιουστινιάνειου Ρωμαϊκού Δικαίου στην Ελλάδα κατά την διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, που οφειλόταν στην αδιάκοπη επαφή του ελληνικού χώρου με την Ιταλία, εξ αιτίας των στενών δεσμών του με την Βενετία, ενώ πολλοί Έλληνες πήγαιναν για σπουδές στην Ιταλία κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας[22].


5. Στην Δύση η κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους από τον Οδόακρο το 476 μ.Χ. και η εγκατάσταση των γερμανικών λαών στην Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία δεν επέφεραν το τέλος εφαρμογής του Ρωμαϊκού Δικαίου, αφού αναβίωσε η αρχή της προσωπικότητος του δικαίου και οι Ρωμαίοι κάτοικοι των κατακτημένων περιοχών εξακολουθούσαν να διέπονται από το ρωμαϊκό δίκαιο (leges romanae), ενώ όσοι ανήκαν σε γερμανικές φυλές υπάγονταν στους δικούς τους ο καθ’ ένας νόμους (leges barbarorum)[23].
Τον 15ο αι. το ανθρωπιστικό κίνημα στρέφει τη νομική σκέψη προς την κατεύθυνση της κλασικής αρχαιότητας, ελληνικής και ρωμαϊκής[24], ενώ τον 16ο αι. συντελείται στη Γερμανία η καλούμενη «υποδοχή» («Rezeption») του ρωμαϊκού δικαίου, το οποίον είχε καταστεί ius commune του μεγαλύτερου μέρους της Ευρώπης[25]. Στην Γερμανία το βάρος δόθηκε στην καλλιέργεια του Ρωμαϊκού Δικαίου από την πρακτική του πλευρά, κατεύθυνση που απέβλεπε στην προσαρμογή του Ρωμαϊκού Δικαίου στις τρέχουσες ανάγκες του τότε νομικού βίου της Γερμανίας[26].

6. Κατά τον 18ο αιώνα εμφανίζεται το κίνημα του διαφωτισμού, υπό την επίδραση του Montesquieu, ο οποίος σφράγισε την εποχή του με το έργο του «Το πνεύμα των νόμων» (“De lesprit des lois, 1748”)[27]. Την εποχή αυτή κρατεί η θεωρία του φυσικού δικαίου, η οποία διαπνέεται από την ατομιστική αντίληψη. Το δίκαιο θεωρείται, ότι έχει ταχθεί για να εξυπηρετήσει ατομικά συμφέροντα, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα την κοινωνική αποστολή των ατομικών δικαιωμάτων, ενώ η σύμβαση θεωρείται το θεμέλιο του δικαίου, και η δεσμευτικότητά της ανυπέρβλητη[28]. Η Σχολή του Φυσικού Δικαίου με την ορθολογική επεξεργασία των αρχών που συνάγονται από το Ρωμαϊκό Δίκαιο, προετοίμασε το έδαφος για τις μεγάλες ευρωπαϊκές κωδικοποιήσεις του αστικού δικαίου του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αι., ιδίως δε του ναπολεόντειου αστικού κώδικα της Γαλλίας του 1804[29]. Το ρωμαϊκό δίκαιο περιορίζεται στον χώρο της ιστορίας του δικαίου[30]. Μάλιστα το πνεύμα της ελευθερίας των συναλλαγών και της απόλυτης επικράτησης της ατομικής ελευθερίας έναντι του κοινωνικού χαρακτήρα των δικαιωμάτων διατυπώθηκε στον Γαλλικό Αστικό Κώδικα του 1804, στο άρ. 1134 του οποίου ορίστηκε, ότι οι νομίμως καταρτισθείσες συμβάσεις ισχύουν ως νόμοι[31], ενώ εκφράστηκε με τον πιο γλαφυρό τρόπο στη γνωστή φράση που αποτέλεσε δόγμα των φυσιοκρατών «laisser faire ή laisser passer», το οποίο για το δίκαιο σημαίνει απόλυτη ελευθερία του ατόμου και περιορισμό στο ελάχιστο της κρατικής παρέμβασης. Το άτομο κρίνεται ως σκοπός καθ’ εαυτό και παραγνωρίζεται τελείως η σχέση του προς την κοινωνία[32].

7. Τέλος κατά τον 19ο αιώνα το ρωμαϊκό δίκαιο απετέλεσε τη βάση από τους γερμανούς Πανδεκτιστές κυρίως για την υιοθέτηση των θεωρητικών αρχών του δικαίου, ενώ το έργο τους επηρέασε τους συντάκτες του γερμανικού αστικού κώδικα (BGB του 1900) και «ο Πανδέκτης αποτέλεσε το ιστορικοπολιτικό υπόβαθρο επάνω στο οποίο θεμελιώθηκε το οικοδόμημα του νεότερου αστικού δικαίου»[33]. Το Ρωμαϊκό Δίκαιο επέδρασε στις μεταγενέστερές του και σύγχρονες έννομες τάξεις, τόσον κατά τρόπον άμεσο, με την ενσωμάτωση ρωμαϊκής προέλευσης διατάξεων, όσο και εμμέσως με την υιοθέτηση αρχών του ρωμαϊκού δικαίου στη νομική σκέψη και πράξη των διακατεχομένων από ατομιστικές αντιλήψεις κοινωνιών του 19ου και 20ου αι.

8. Στην Ελλάδα, η εφαρμογή του Ρωμαϊκού Δικαίου με την βυζαντινή μορφή του στον ελληνικό χώρο κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας και ο καθολικός και ομοιόμορφος χαρακτήρας εξηγεί και δικαιολογεί γιατί οι επαναστατικές Εθνοσυνελεύσεις εισήγαγαν το Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο στην Ελλάδα[34]. Εξ άλλου, σύμφωνα με τον Γεώργιο Πετρόπουλο[35] «Δεν πρέπει να λησμονήται, ότι και αυτό το Corpus Iuris Civilis του Ιουστινιανού, το οποίον κατέστη ο κώδιξ του δικαίου της Ευρώπης, δεν είναι έργον των Ρωμαίων. Είναι έργον των Ελλήνων νομοδιδασκάλων της Βηρυτού και των άλλων ελληνικών νομικών σχολών της Ανατολής, οίτινες εκωδικοποίησαν το ρωμαϊκόν δίκαιον ως είχε ριζικώς τροποποιηθή και μεταβληθή εκ της μακράς επαφής του με το ελληνικόν δίκαιον εν τη Ανατολή, υποστάν και νέας τροποποιήσεις κατά την κωδικοποίησιν, ίνα προσαρμοσθή προς το πνεύμα και τας απαιτήσεις της εποχής του και του ελληνικού προ παντός, αλλά και του ανατολικού εν μέρει περιβάλλοντος, διά τον οποίον προωρίζετο».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Πανδέκτης 1,2,2,4 βλ. και Ζέπο Ι. Δ., Αστικός Κώδιξ σελ. 3.

[2] Βλ. Πανδέκτης 18,1,1,1., όπου αναφέρεται σύμβαση των Αχαιών για ανταλλαγή οίνου με χαλκό, σίδηρο, σκλάβους. Βλ. επίσης Ζέπος. Ι. Δ., Αστικός Κώδιξ καθά εν Ελλάδι πολιτεύεται, Αθήναι 1930, σελ. 4: με ρητή μνεία του Ομήρου μετέφεραν τα περί διακρίσεως φαρμάκων, εκουσίας εξορίας, αιτία θανάτου δωρεάς, τιμήματος πωλήσεως, περιουσίας δούλων. Επίσης από τις αγορεύσεις του Δημοσθένους τα περί αρξαμένου χειρών αδίκων, κλπ, ενώ και από τον μύθο του Αισώπου περί λέοντος διέπλασαν τα περί λεοντείου εταιρείας.

[3] Βλ. Ζέπος. Ι. Δ., Αστικός Κώδιξ καθά εν Ελλάδι πολιτεύεται, Αθήναι 1930, σελ. 4.

[4] βλ. αντί άλλων Α. Βασιλάκης, Η μεγάλη επιγραφή με τον κώδικα νόμων στην Γόρτυνα, όπου και περαιτέρω βιβλιογραφία.

[5] LH. JEFFERY, The Courts of Justice in Archaic Chios έκδοση 1956 Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθήνα σελ. 157 επ., από όπου και οι φωτογραφίες με αναφορά του συγγραφέα ότι του παρασχέθηκαν από το Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινουπόλεως.

[8] Χέρμαν Μπένγκτσον, Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος, εκδ. Μέλισσα σελ. 104.

[9] Χέρμαν Μπένγκτσον, Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος, εκδ. Μέλισσα σελ. 107.

[10] Χέρμαν Μπένγκτσον, Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος, εκδ. Μέλισσα σελ. 113 επ.
Claude Mosse Annie Schnapp-Gourbeillon Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος εκδ. Παπαδήμα σελ. 217, 218.

[11] Claude Mosse Annie Schnapp-Gourbeillon Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος εκδ. Παπαδήμα σελ. 228, 229.

[12] βλ. Θουκυδίδου Ιστορία, βιβλίο Β’ κεφ. 37.

[14] Ζέπος. Ι. Δ., Αστικός Κώδιξ καθά εν Ελλάδι πολιτεύεται, Αθήναι 1930, σελ. 5.

[15] Πανδ. 1,3,2.

[16] Γ. Πετρόπουλος, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’ έκδ. παρ. 2Β3 σελ. 12-13.

[17] Δ. Παππούλιας σε Γ. Πετρόπουλος, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’ έκδ. παρ. 2Β4 σελ. 13, υποσ. 5.

[18] Γ. Πετρόπουλος, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’ έκδ. παρ. 2Β4 σελ. 13.

[19] Γ. Πετρόπουλος, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’ έκδ. παρ. 2Β3 σελ. 13.

[20] Δ. Γκόφας, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, παρ. 33 σελ. 232.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία επεδίωξε συστηματικά να επεκτείνει την δικαιοδοσία της και επί των αστικών εν γένει διαφορών που αφορούσαν τους Ορθοδόξους, επικαλούμενη το τεκμήριο της αρμοδιότητός της [Δ. Γκόφας, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, παρ. 33 σελ. 233]. Οι κοινότητες όμως αντέταξαν ισχυρή αντίδραση στην τάση αυτή (έτσι η Σμύρνη, η Νάξος, η Θήρα), που δεν μπόρεσε να επικρατήσει [Δ. Γκόφας, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, παρ. 33 σελ. 235].

[21] Χρησιμοποιήθηκε επί πλέον ο Νομοκάνονας του Εμμανουήλ Μαλαξού (που συντάχθηκε στην Θήβα το 1561), ο Νομοκάνονας του Ιερομόναχου Ιάκωβου (που συντάχθηκε το 1645), ενώ αμφίβολο είναι αν χρησιμοποιήθηκε το Νομικόν του Επισκόπου Καμπανίας Θοεφίλου του εξ Ιωαννίνων (που συντάχθηκε το 1788), σε Δ. Γκόφας, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, παρ. 33 σελ. 233-234.

[22] Το κυριότερο κέντρο των σπουδών αυτών βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας σε Ενετικό έδαφος.Για όλα τα παραπάνω Δ. Γκόφας, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, παρ. 33 σελ. 236.

[23] Δ. Γκόφας, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, παρ. 35 σελ. 244.

[24] Σ. Τρωιάνος - Ι.Βελισσαροπούλου-Καράκωστα, Ιστορία Δικαίου παρ. 162 σελ. 176-177, βλ. και Δ. Γκόφας, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, παρ. 35 σελ. 249-250.

[25] Σ. Τρωιάνος - Ι.Βελισσαροπούλου-Καράκωστα, Ιστορία Δικαίου παρ. 162 σελ. 176-177.

[26] Δ. Γκόφας, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, παρ. 35 σελ. 251.

[27] Σύμφωνα με τον Montesquieu, οι νόμοι, αν και προϊόν του ορθού λόγου, δεν είναι παγκόσμιοι, αλλά συνδέονται με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κοινωνίας, κλίμα, οικονομία, παραδόσεις, θρησκεία, που συνθέτουν αυτό που ονομάζει «το πνεύμα των νόμων» Σ. Τρωιάνος - Ι.Βελισσαροπούλου-Καράκωστα, Ιστορία Δικαίου παρ. 163 σελ. 180.

[28] Π. Ζέπος, «Η κρίσις του δόγματος της ελευθερίας της συμβάσεως εν τω συγχρόνω Αστικώ Δικαίω», ΑΙΔ 1940 σελ. 142.

[29] Δ. Γκόφας, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, παρ. 35 σελ. 252.

[30] Σ. Τρωιάνος - Ι. Βελισσαροπούλου - Καράκωστα, Ιστορία Δικαίου παρ. 163 σελ. 180.
[31] Π. Ζέπος, «Η κρίσις του δόγματος της ελευθερίας της συμβάσεως εν τω συγχρόνω Αστικώ Δικαίω», ΑΙΔ 1940 σελ. 137 επ. ιδίως σελ. 142-143.

[32] Κ. Σούρλας, Αι ατομιστικαί και κοινωνιστικαί αντιλήψεις εν τω Αστικώ Δικαίω, Δ/νη1934 σελ. 97-98.

[33] σε Σ. Τρωιάνος - Ι. Βελισσαροπούλου - Καράκωστα, Ιστορία Δικαίου παρ. 163 σελ. 182.

[34] Δ. Γκόφας, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, παρ. 33 σελ. 240.

[35] Από τον πρόλογο της πρώτης εκδόσεως του Γ. Πετρόπουλου «Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου. Η παρατεθείσα αναφορά έχει ληφθεί από τον πρόλογο του Σπ. Τρωιάνου στην Βέκδοση 2008.


ΛΕΞΕΙΣ-ΚΛΕΙΔΙΑ: Δικαιο, δικαιοσυνη, συνταγμα, δωδεκαδελτος, νομικη, νομικα, Βεργου, πανδεκτης, ρωμαικο δικαιο, αρχαια ελληνικα δικαια, βυζαντινο δικαιο, ιουστινιανος, διαφωτισμος, σολωνας, κλεισθένης, εφιαλτης, δημοκρατια, περικλεους επιταφιος, χιακη ρητρα, χιακη στηλη, λυκια, πολιοχνη, λημνος, ορατιος, corpus iuris civilis, digestum, Quintus Horatius Flaccus, Περικλης, επιταφιος Περικλη, Χιος, Παταρα, γορτυς, γορτυνα, κωδιξ νομων, κωδικας νομων, νομος
Share on Google Plus

About ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

    ΣΧΟΛΙΑ
    ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ Facebook

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ