Από το ωμό σώμα, στον βωμό, τον ζωμό, τον ψωμό, τον κώμο και την κωμωδία…

Από το ωμό σώμα, στον βωμό,
τον ζωμό, τον ψωμό, τον κώμο
και την κωμωδία…

Του Γιώργου Λεκάκη

Ωμό είναι αυτό που δεν έχει υποστεί μεταβολή, αυτό που διατηρεί / μένει / υπάρχει στην ταυτότητά του, αδέψητο, ανέργαστο, άβραστο, άψητο, αδημιούργητο > Ωμή τροφή = ούτε ηψημένη, ούτε ωπτημένη, άρα σκληρή, ξινή, πικρή…

Ετυμολογείται από το ρήμα ω = υπάρχω (ων = αυτός που υπάρχει). - ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ, ΕΔΩ.

Η ωμοφαγία / ωμοσιτία[1] [«ὠμῶν κρεῶν ἐδεσταὶ» (> εδεστής, έδεσμα), αλλά αναφέρεται και για ιχθύες] αναφέρεται για τους Παδαίους νομαδες Ινδούς[2], Βακτριανούς[3], Υπερβόρειους, Αιγυπτίους, Τρώες, Φρύγες, Αιτωλούς, Ευρυτάνες[4], κ.ά.

Ωμόσιτος (= ανθρωποφάγος, σαρκοφάγος, ωμοφάγος) > «Ωμόσιτοι σκύλακες» κατασπάραξαν τον Ακταίωνα[5] Ωμόσιτη ήταν η Σφίγγα[6]Ωμοφάγα, φυσικά, είναι τα ζώα (αναφέρονται ο λέων, ο λύκος, ο θώας (= τσακάλι), η αλεπού, ο ταύρος, η τιγροπάρδαλις, ο δράκων), αλλά και ωμοφάγοι οι ίπποι του Διομήδη και οι βάκχοι κατά την ιερομανία τους. Ωμοβόειος / ωμοβοεύς / ωμοβόινος, ο εξ ωμού (ακατέργαστου) βοείου δέρματος πεποιημένος > λ.χ. ωμοβοέη δορά.

Λέμε, αυτός είναι «ωμός συκοφάντης», ακόμη και σήμερα, όπως πρώτος το έγραψε ο Ισοκράτης!

Λέμε «αυτός δεν τρώγεται ούτε ωμός, ούτε ψημένος».

Λέμε «ωμή απάντηση» την άρνηση, χωρίς καμμιά προσπάθεια δικαιολόγησης ή μετριασμού της δυσαρέσκειας που μπορεί να προκαλεί. Λέμε «ωμή αλήθεια», «ωμή γλώσσα», την «ξύλινη» περιγραφή, χωρίς καμμιά προσπάθεια εξωραϊσμού, ωραιοποίησης. Λέμε «ωμή παραβίαση» κάτι που γίνεται χωρίς καμμιά έστω και υποκριτική προσπάθεια δικαιολόγησης.

Το σώμα μας είναι ωμό. Το κρέας του σφαγίου ως ωμό, ωμοθετείται[7] στον βωμό. Γνώμη είναι η ωμή γνώση. Το ωμό ζουμί > ζωμός[8]. Ο ψημένος άρτος > ψωμός, ψωμί (ψω + μάζα, βρωμός, βλωμός, φλωμός[9] = κλάσμα άρτου προς βρώση, παρά το βάλλειν στο στόμα). Ο κώμος[10] (> κωμωδία) δίνει ωμό γέλιο. Ο έχων ωμό / ωχρό χρώμα > χλωμός. Η ωμή κατηγορία, μομφή > Μώμος[11]. Χους ωμή > χώμα, κλπ.

Ο ωμός άνθρωπος είναι άκριτος (δεν έχει κρίση), όπως ήταν ο Ακρίσιος.

Ο ωμός άνθρωπος είναι άωρος / ανώριμος > Ωμογέρων[12] αυτός που γέρασε πριν την ώρα του («ωμόν γήρας»). Ωμοφάξ αυτό που τρώγεται άγουρα / άωρα > όμφαξ, άγουρο ξινό σταφύλι. Συνήθιζαν να το τρώνε οι Σικελοί. Γι’ αυτό και η παροιμία «Σικελός ομφακίζεται».  Ωμόδροπος, αυτός (ο καρπός) που κόπηκε, συλλέχτηκε άωρα. Τα «νόμιμα ωμόδροπα» ήταν τα δίκαια / το δίκαιον το διέπον την προ του γάμου διαπαρθένευση, oι νόμοι για την απόσπαση της παρθενίας (την διακόρευση) προ (της ηλικίας) γάμου (προ της ωριμότητος).

Ο ωμός άνθρωπος είναι αγροίκος, άξεστος, σκληρός, απάνθρωπος, κυνικός, ωμοδακής (= εξαγριώνεται εύκολα).

Ο ωμός άνθρωπος χαρακτηρίζεται από παντελή έλλειψη συναισθηματικής ή ηθικής καλλιέργειας, ανθρωπιάς, ευαισθησίας, ευγένειας, ηθικής. Έχει «ωμούς τρόπους», είναι κυνικός.

Ωμηστής (> ωμός + εσθίω) είναι αυτός που τρώγει ωμά («έχιδνα ωμηστής»), ο ωμοβόρος, ο ωμοφάγος. Αλλά και ο ωμός ψεύτης, ο άπιστος, ο άγριος, ο βάρβαρος, ο κτηνώδης, ο θηριώδης. Τάσσεται και για άλογους και για λογικούς. Αλλά και ο οιωνός, που τα λέγει ωμά (επίρρ.)[13]. Ωμοργός (-ές, ωμό + έργο), ο σκληρός > ώμος = μέρος του σώματος που παράγει σκληρό έργο > ωμόθυμος = ο έχων σκληρή καρδιά, σκληρή ψυχή > ωμοκρατής = ο σκληρός, ο κάμνων σκληρά χρήση της δύναμής του.

Το επίθετο ὠμόσιτος (ον)[14], ο σιτιζόμενος με ωμή τροφή, απαντάται ήδη από τον 8ο αιώνα πΧ στην ελληνική γραμματεία, όπου και αναφέρεται 26 φορές!

Την λέξη ωμός επήραν… ωμά, από την ελληνική πολλές ξένες γλώσσες – γεννήματά της: λ.χ.

> om (ιρλ.), ompre (αγγλ-σαξ. ξινολόπαθο), omuz (τουρκ.),

 > of (γαλικ.),

> hum (αρμ.), 

> amarus (λατ. πικρός, οδυνηρός > ιταλ. amaro), amad, amah, amiah, ampra, ambra amrah (σανσκρ. ξινός, ξινόδενδρο), amper (Κάτω Χώρες, παλ.νορβ., παλ.σουηβ. = οξύς, δριμύς, πικρός), Ampfaro (παλ.γερμ.),  κ.ά.

ΠΗΓΗ: TLG. Μέγα Ετυμολογικόν. Φιλόξενος. Λεξ. Σταματάκου, Τριανταφυλλίδη. Γ. Λεκάκης "Ταξείδια με τις λέξεις". ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 5.3.2019.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλ. Στρ.15.2.10.

[2] Βλ. Ηρ. «Ιστ.». {0016.001}

[3] Οι οποίοι για την πέψη τους έτρωγαν μαζί σίλφιο - βλ. Στρ.15.2.10.

[4] Βλ. Θουκ. «Ιστ.» 3.94.5.4.

[5] Βλ. Ευρ. «Βάκχαι», 338.

[6] Βλ. Αισχ. «Επτά επί Θήβας», 541.

[7] ρ. ὠμοθετέω (< ωμός + τίθημι) - Ομ. Α 461, Β 424, γ 458, μ 361, ξ 427. Κατά τις θυσίες ωμοθετούσαν / τοποθετούσαν επί των μηρίων ωμά τεμάχια κρέατος, αποκοπέντα απ’ όλα τα μέρη του θύματος. Κατά τον τρόπο αυτό εθεωρείτο ότι προσφερόταν στον θεό ολόκληρο το θύμα / σφάγιον, ενώ στην πραγματικότητα εψήνοντο επί του βωμού μόνον oι μηροί «κεκαλυμμένοι με δημόν» και τα επ’ αυτών τοποθετούμενα τεμάχια από το υπόλοιπο σώμα του θυσιαζομένου ζώου.

[8] Ζωμός αλφίτων ή άρτυμα από κρέας ζώων. Η ελληνική λέξη για τον ζωμό (> ζουμί) / χυμό έδωσε τις «ξένες λέξεις» jus, jumo, juice, Saft (ζαφτ), quimo, κλπ.

[9] «μας φλώμωσες ψέματα» = μας μπούκωσες, μας γέμισες ψέματα…

[10] Η ελληνική λέξη για τον κώμο έδωσε την «ξένη λέξη»… komo στην Πολυνησία!

[11] Ο Μώμος ήταν ο θεός της μομφής > momerie, momer, mόme, Momus, momear, momo (= μορφασμός), κλπ.

[12] Βλ. Ομ. Ψ, 791.

[13] «οἰωνοί ὠμησταὶ ἐρύουσι», βλ. Ομ. «Ιλ.» {0012.004}.

[14] Βλ. Ομ. Ε 782, Η 256, Ο 592, Λ 479, Π 157.

ωμο σωμα, βωμος, ζωμος ψωμος, κωμος κωμωδια μεταβολη, ταυτοτητα αδεψητο, ανεργαστο, αβραστο, αψητο, αδημιουργητο > Ωμη τροφη ηψημενη, ωπτημενη, σκληρη, ξινη, πικρη, ετυμολογια ρημα ω = υπαρχω ων ωμοφαγια / ωμοσιτια κρεας εδεστης ιχθυες ψαρια Παδαιοι νομαδες Ινδοι Βακτριανοι Υπερβορειοι Αιγυπτιοι Τρωες, Φρυγες, Αιτωλοι, Ευρυτανες Παδαια νομας Ινδια Βακτριανη Υπερβορεια Αιγυπτος Τροι Φρυγια, Αιτωλια, Ευρυτανια Ωμοσιτος (= ανθρωποφαγος, σαρκοφαγος, ωμοφαγος Ωμοσιτοι σκυλακες σκυλοι, Ακταιωνας Ακταιων ωμοσιτη Σφιγγα Σφιγξ ωμοφαγα, ζωα λεων, ο λυκος, ο θωας (= τσακαλι), η αλεπου, ο ταυρος, η τιγροπαρδαλις, ο δρακων, τιγρη παρδαλις, ο δρακος, τιγρις, παρδαλη, ωμοφαγοι οπποι Διομηδης βακχοι βακχος, ιερομανια ωμοβοειος / ωμοβοευς / ωμοβοινος, ακατεργαστο βοειο δερμα ωμοβοεη δορα συκοφαντης Ισοκρατης τροφη ψημενος απαντηση αρνηση, αληθεια γλωσσα ξυλινη περιγραφη, εξωραισμος ωραιοποιηση παραβιαση υποκρισια δικαιολογια σφαγιο ωμοθεεω γνωμη γνωση ζουμι > αρτος > ψωμι ψω + μαζα, βρωμος, βλωμος, φλωμος κλασμα αρτου βρωση, βαλλω στομα γελιο ωχρο χρωμα > χλωμος κατηγορια, μομφη > Μωμος Χους χωμα, ακριτος κριση, Ακρισιος αωρος / ανωριμος > Ωμογερων ωρα ωμον γηρας, γερος γηρατεια, ωμοφαξ αγουρα / αωρα > ομφαξ, σταφυλι ξινοσταφυλο σικελια, Σικελοι παροιμια Σικελος ομφακιζομαι ωμοδροπος, καρπος αωρα νομιμα ωμοδροπα δικαια / δικαιον γαμος διαπαρθενευση, νομοι παρθενια διακορευση βιασμος, ηλικια γαμου ωριμοτητα παιδοφιλια, παιδεραστια, παιδεραστεια, παιδεραστης, παιδεραστες, αγροικος, αξεστος, σκληρος, απανθρωπος, κυνικος, ωμοδακης συναισθηματικη ηθικη καλλιεργεια ανθρωπια, ευαισθησια, ευγενεια, κυνικος ωμηστης εσθιω εχιδνα ωμοβορος, ο ωμοφαγος ψευτης, ψεμα, απιστος, αγριος, ο βαρβαρος, ο κτηνωδης, ο θηριωδης αλογος λογικος οιωνος, ωμα Ωμοργος σκληρος εργο > ωμοθυμος σκληρη καρδια, σκληρη ψυχη > ωμοκρατης δυναμη ωμοσιτος σιτιζομενος 8οε αιωνας πΧ αρχαια ελληνικη γραμματεια, γλωσσες λατινικα πικρος, οδυνηρος > ιταλικα αμαρο, σανσκριτικα ξινος, ξινοδενδρο αμπερ amper Κατω Χωρες, παλαιο νορβηγικα, σουηβικα = οξυς, δριμυς, γερμανικα ομ om ιρλανδικα ομπρε ompre (αγγλικα σαξωνικα ξινολαπαθο, ομουζ omuz τουρκιακ οφ of γαλικιακα χουμ hum αρμενικα, Μεγα Ετυμολογικο Φιλοξενος. Λεξικο Σταματακου, Τριανταφυλλιδη, Στραβων Ηροδοτος πεψη σιλφιο Θουκυδιδης Ευριπιδης Βακχαι Αισχυλος, Επτα Θηβαι θηβα, Ομηρος, θυσιες θυσια, μηρια κρεατα θυμα θεος σφαγιον, μηροι δημος αλφιτα αρτυμα χυμος ψεματα κομο Πολυνησια μορφασμος οιωνοι
Share on Google Plus

About ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

    ΣΧΟΛΙΑ
    ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ Facebook

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ