Αποκριάτικα, ανίερα ιερά, άσεμνα, αδιάντροπα δημοτικά τραγούδια του ελληνικού λαού

 Αποκριάτικα, ανίερα ιερά,
άσεμνα, αδιάντροπα
δημοτικά τραγούδια
του ελληνικού λαού

Γενικά:

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΜΠΑΤΕ ΣΤΟΝ ΧΟΡΟ

Κορίτσια μπάτε στόν χορό

τώρα ο πο’ ‘χετε καιρό

γιατ’ αύριο παντρεύεστε,

σπιτονοικοκυρεύεστε.

 

Δέν σάς αφήνουν οι άνδρες σας,

νά πάτε στίς μαννάδες σας.

Δέν σάς αφήνουν οι πεθεροί,

νά βγείτε όξω στην αυλή.

Δέν σας αφήν’ η πεθερά,

νά βγείτ’ όξω στήν γειτονιά.

 

Τούς άνδρες σας μεθύζομε

καί τούς αποκοιμίζομε.

Καί τόν καλό πεθερό

τού στρώνομε στόν ηβορό.

 

Τού βάνομε προσκέφαλο

ένα γομαροκέφαλο.

Καί τήν καλή τήν πεθερά

τήν βάνομε στήν πυροστιά.

Α. Κυκλάδων - Νάξου:

ΤΟΥΤΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟ ‘ΧΟΥΝΕ

Τραγούδι που τραγουδιέται με παραλλαγές σε όλες σχεδόν τις Κυκλάδες.

Τούτες οι μέρες το ‘χουνε, τούτες οι εβδομάδες,

για να χορεύουν τά παιδιά, να χαίροντ’ οι μαννάδες.

 

Δώστε του χορού να πάει,

τούτ’ η γής θα μας εφάει.

Τούτ’ η γής πού την πατούμε,

όλοι μέσα θέ να μπούμε.

 

Χορέψετε, χορέψετε, τά νειάτα να χαρείτε,

γιατί σε τούτο τον ντουνιά δεν θα τά ξαναβρείτε.

 

Τούτ’ η γής με τά χορτάρια

τρώει νιές και παλληκάρια.

Τούτ’ η γής με τά λουλούδια

τρώει νιούς και κοπελούδια.

 

Χαρείτε νιοί, χαρείτε νιές, χαρείτε παλληκάρια,

κι εγώ του Χάρου του ‘βαλα σίδερα στα ποδάρια.

 

Χορέψετε, χορέψετε, παπούτσια μη λυπάστε,

εκείνα ξεκουράζονται τη νύκτα πού κοιμάστε.

 

Βάρτε την με το ποδάρι,

τούτ’ η γής θα μας εφάει.

Β. Μικράς Ασίας - Αλατσάτων:

ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΚΟΝΤΥΛΩ

Παρά την παντελή απουσία αισχρών λέξεων, το τραγούδι είναι εξαιρετικά τολμηρό, αφού, όχι απλώς θίγει αλλά εύθυμα, ανατρέπει το ακραίο ταμπού της αιμομιξίας.

Το θέμα δεν είναι σπάνιο στα δημοτικά τραγούδια, παντού όμως η θεία ή η κοινωνική δίκη επιφέρει την κάθαρση. Το ανατρεπτικό πνεύμα της Αποκριάς και ο αποκαλυπτικός κωμικός λόγος ξεσκεπάζουν αλήθειες απέναντι στις οποίες η καθημερική ηθική εθελοτυφλεί. Η εύκολη παραπλάνηση του μπάρμπα, ίσως, υπονοεί αυτήν την κοινωνική υποκρισία. 

Με την θειά μου την Κοντύλω

επηγαίναμε στον μύλο,

Μπιγιρνέ-μπιγιρνέ-μπίγι-μπίγι-μπιγιρνέ.

Κούντα[1] ‘γώ και κούντα ‘κείνη,

δίν’ ο Θιός και πέφτ’ εκείνη.

Πάνω ‘γώ, ‘πό κάτω εκείνη!

 

«Άχου, θειά, και να ‘σουν ξένη,

και το τι ‘θελε να γένει!».

 «Κάμε, γιέ μου, την δουλειά σου,

κι εγώ είμαι πάλι θειά σου!».

 

Να κι ο μπάρμπας από πέρα,

τράκα τρούκα την μαχαίρα:

«Βρ΄ ανιψιέ, καταραμένε,

κι ίντα πολεμάς, καημένε;»

 

«Μπάρμπα, θερμασιά[2] την πιάνει

και την πλάκωσα να γειάνει!».

«Πλάκωσ’ την καλά, παιδί μου,

όπου να ’χεις την ευχή μου!» 

Γ. Θεσσαλίας:

ΟΛΗ ΤΟΥΤΗ ΤΗ ΒΔΟΜΑΔΑ

Όλη τούτη την βδομάδα η κακή μου η συνυφάδα,

η κακή, η καρδοκαμένη, τσ’ όπου πάει μέ κακοκρένει[3].

Λέει δέν ξέρω η μαύρη ρόκα, κι έχω τά παιδιά μου ζόρκα.

Ξέρω παραξέρω η μαύρη, πέντε μήνες έν’ αδράχτι

Πού νά τό γιαστώ η μαύρη; Πού νά ρίξω τό ποστάβι;

Α, στής γάτας τό ποδάρι καί στού ποντικού τό δόντι.

 

Κι η καταραμένη η γάτα, τ’ οργισμένο τό ποντίκι,

μού μπερδέψανε τό γνέμα καί μού τό γεμίσαν κόμπους.

Μαζευτείτε ανυφαντάδες καί μού τό γεμίσαν κόμπους.

Νά γεμίσει ο αργαλειός σας, νά ντυθούνε τά παιδιά μου. 


ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ ΤΟ ΠΕΤΡΩΤΟ

Στό βουνό τό πετρωτό ροβολάει ένας πασάς,

φέρνει κι έναν ορισμό νά παντρέψουν τίς γρηές.

Οι γρηές σάν το ακούσαν, λούζονται, χτενίζονται.

Λούζονται, χτενίζονται, στραβοφακιολίζονται.

 

Στόν χορό σάν μπήκανε, όλες τές ρωτήσανε:

«Μπάμπες[4], πού ‘ν’ τά δόντια σας, πού ‘ν’ τά δωδεκάρια σας;».

«Φάγαμε τυρόπιττα π’ είχε πηδουλότυρα

κι έπεσαν τά δόντια μας και τά δωδεκάρια μας».

 

Μιά γρηά, μπαμπόγρηα, ήθελε νά πάρει δυό!

Έναν γέρο κι έναν νηό!

Μα ο νηός από τόν φόβο του κι από τήν τρομάρα του

Πάει στό δέντρο, κόλλησε!

Κι η γρηά από κοντά, μέ τό παληοτσέκουρο,

Για[5] τόν νηό θά πάρω ‘γώ, για τό δέντρο πελεκώ.

 

Ο νηός από τόν φόβο του κι από τήν τρομάρα του,

Πάει στα βάτα, χώθηκε!

Κι η γρηά από κοντά μέ τό παληοκάσσαρο.

Για τόν νηό θά πάρω εγώ, γιά τόν βάτο καθαιρώ.

 

Ο νηός από τόν φόβο του πάει στόν φούρνο χώθηκε!

Κι η γρηά από κοντά μέ την θράκα στήν ποδιά

Γιά τόν νηό θά πάρω εγώ γιά τόν φούρνο τόν πυρώ. 

 

ΜΕΓΑΝ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ’ ΔΩΚΕΣ

Μέγαν άντρα μού ‘δωκες, μάννα μου-μαννούλα μου,

ίσια μ’ ένα… ρεβύθι, μαννούλα μου γραμμένη.

Είν’ όμορφος και γνωμικός, είναι και παλληκάρι:

Στά πρόβατα πού πάεισε, εσκιάχκε[6] από τα λάγια!

Στά γίδια πού επάεισε, τόν έσκιαξαν τά νιάγκρα!

Στόν μύλο πού τόν έστειλα, έχασε την γομάρα!

Γιά ξύλα πού επάεισε, έχασε την τσεκούρα!

Στην τσέργα πού τόν έβαλα σκιάζετ’ από τά κλόσια!

Στήν ρίγανη πού κόλλησε αλέτρι γιά νά κόψει

η ρίγανη τσακίστηκε καί σπάζει τό κεφάλι!

Στήν φτέρη πού εκόλλησε ζυγό θέλει νά κόψει,

η φτέρην ετσακίστηκε καί σπάνει τό ποδάρι!

 

Τώρα, μάννα μου, πάρε τον, πάρ’ τον κουνάρησέ τον.

Μέ τό ποδάρι κούνα τον καί μέ την ρόκα γνέθε.

Μέ τό μικρό σου δάκτυλο, μάννα μου-μαννούλα μου,

Βγάλ’ του τά δυό του μάτια - Χωριό τί θά μού πείτε; 

 

ΚΑΝΕΙ Ο ΤΣΙΤΟΣ ΤΗΝ ΧΑΡΑ

Ο Τσίτος θέλει να κάνει την χαρά, για να χαρεί, αλλά όλοι τον περιγελούν διότι είναι τσίπης, δηλ. τσιγκούνης. Και εάν κάποιος είναι στην χαρά τσιγκούνης, τις υπόλοιπες ημέρες, που είναι και περισσότερες, θα είναι τρισχειρότερος.

Κάνει ο Τσίτος τήν χαρά[7],

μ’ ένα σαγάν’[8] τραχανά,

με μιά κλούρα[9] μισιρένια

καί μέ άδεια τά μπουτένια.

Ρίξου-ρίξου κάλτσα μου…

 

ΤΙΣ ΜΕΓΑΛ’Σ ΑΠΟΥΚΡΙΕΣ[10]

Τυρνάβου

Τις Μιγάλ’ς Απουκριές,

πού ανάβουν οι φωτιές,

και ζητούν να βρούν ψωλές,

για να σβήσουν τις φωτιές,

 

άναψε και η Χριστίνα,

που ‘χ’ να γαμηθεί έναν μήνα,

άναψε και η Μαρία

κι έχει μιάν ανησυχία,

 

άναψε κι η Παναγιώτα,

κακκαρίζει σαν την κότα

κι ανιβαίνει-κατιβαίνει

και την πούτσα δεν χουρταίνει.

 

Μπρέ-μπρέ-μπρέ το μπουρρανί[11]

και της Χαλάτσαινας το μνι[12].

"Σύνθημα" στον Τύρναβο...

Επίσης, στο μπουρρανί τραγουδούν και το εξής: 

Τις Μεγάλ’ς Αποκρηές

σηκώνονται οι ψωλές ορθές

Και την Καθαρή Δευτέρα

σκώνουν[13] τά μουνιά παντιέρα

Και την καθαρή Τρίτη

πέφτει ο πούτσος σπάει την μύτη.

Την καθάρια την Τετάρτη

πιάσ’ ετούτη, ‘κείνη πάρ’ τη,

και την καθαρή την Πέφτη[14]

σκώνετ’ ο πούτσος και δεν πέφτει.

 

Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή

χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή!

 

Αι, άι, το μπουρρανί και της κυρά μαμής μας το μνι.

Μέσα κοιλιά-όξω κοιλιά, με υγεία και χαρά!

 

ΕΝΑ ΜΟΥΝΙ ΠΑΙΝΕΥΤΗΚΕ[15]

Τυρνάβου 

Ένα μουνί παινεύτηκε σ’ Ανατολή και Δύση

πώς δεν ευρέθη πούτσαρος να πάει να το γαμήσει.

Κι ο πούτσος μου που τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη,

βάζει στ’ αρχίδια του φτερά και τρέχει και το φτάνει.

«Εσύ, βρέ ‘σύ παλιόμουνο, τι έχεις και παινιέσαι;

Στον κόσμο πού γεννήθηκες, πρέπει για να γαμιέσαι».


ΨΑΛΜΟΣ

Το τραγούδι αυτό έχει και αναπαραστατικό δρώμενο. Οι άνδρες τραγουδούν και οι γυναίκες δείχνουν το σημείο του σώματος ή την στάση που αναφέρεται στον στίχο τους, ο οποίος πολλές φορές είναι και αυτοσχεδιαστικός, ανάλογα με τις περιπτώσεις:

Σώσον Κύριε τον λαόν σου

Δείξε μας, κυρά μου, τον αφαλόν σου.

 

Και ευλόγησον την κληρονομίαν σου

Δείξε μας και την κοιλίαν σου.

 

Και το σόν φυλάττον

με τά πόδια ανω-κάτω.

 

Διά του σταυρού σου πολίτευμα

Δείξε μας το καβαλλίκευμα.

 

Νίκας τοίς βασιλεύσι

Ποίος πρώτος θα σε καβαλλικεύσει;

 

Κατά βαρβάρων δωρούμενος

Ο βαρβάτος ηγούμενος.

 

ΤΟ ΜΟΥΝΙ ΤΟ ΛΕΝΕ ΓΙΩΤΑ[16]

Δρυμού Ελασσόνος

Τα γεννητικά όργανα αυτονομούνται και, προσωποποιούνται. Υπερτάτη υποχρέωση των ανθρώπων, η ηδονή και η χαρά. Ερωτικές συμβουλές δια μέσου των δημοτικών τραγουδιών: 

Το μουνί, το λένε Γιώτα,

και τον πούτσο Παναγιώτα.

 

Και τον πούτσο Παναγιώτα

κι όποιον θέλεις σύρε ρώτα.

 

Κι όποιον θέλεις σύρε ρώτα,

το κεφάλι μπαίνει πρώτα.

 

Το κεφάλι μπαίνει πρώτα

κατ τ’ αρχίδια κλείν’ την πόρτα.

 

ΕΝΑ ΜΟΥΝΙ ΣΤΗΝ ΚΕΡΑΣΙΑ[17]

Δρυμού Ελασσόνος

΄Ένα μουνί στην κερασιά, κι ο πούτσος από κάτω,

πέντε μετάνοιες έκανε: «Μουνί, κατέβα κάτω».

«Δεν κατεβαίνω, πούτσκαρε, γιατί ‘σαι κορδωμένος,

μπαίνεις πολύ-πολύ βαθειά και βγαίνεις μαραμένος».

 

ΤΗΝ ΤΡΑΝΗ ΑΠΟΚΡΙΑ

Δρυμού Ελασσόνος

Την Τρανή Αποκριά, π’ αποκρεύουν τά φαϊά,

π’ αποκρεύουν τά φαϊά, αποκρεύουν κι από μνιά,

π’ αποκρεύουν το τυρί, κι από πούτσο κι από μνι.

Τσιλιγκάδες ψέν’ αρνιά, τσιλιγκούσις ξουν[18] τά μνιά.

Και την Καθαρή Δευτέρα δίνουν τά μουνιά αέρα.

Δ. Στερεάς Ελλάδος:

ΝΑ ‘ΜΟΥΝ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΓΥΑΛΟ

Κρυπτογραφικός στίχος. Η επανάληψις των πρώτων συλλαβών κάποιων στροφών, δίνει τα νοήματα που θέλει να βγάλει το τραγούδι (να-μουν-νύ > να μουνί, ν’ α-να-ψω-λύ > να ψωλή, θειά-μου-Νι > θειά μουνί, που-τ’ α-να > πουτάνα, στ’ αρ-χι-διά > στ’ αρχίδια, κλπ), γι’ αυτό και η απλή ανάγνωσή του δεν βγάζει ιδιαίτερο νόημα και περιεχόμενο...

Να ‘μουν νύχτα στον γιαλό,

ν’ ανάψω λύχνο για να δω.

Θειά μου Νικολάκαινα,

να μην πάς για λάχανα.

 

Πού τ’ ανάβουν τσί φωτιές

και πηδάνε οι μικρές;

Στ’ αρχιδιάκου την αυλή

μαζευτήκανε πολλοί.

Γάμος εγινότανε,

κάποιος παντρευότανε. 

 

ΓΕΡΑΣΑ, ΜΩΡΕ ΠΑΙΔΙΑ 

«Γέρασα, μωρέ παιδιά, γέρασα και δεν μπορώ,

γέρασα και δεν μπορώ τά τραγούδια μου να πω.

Βλέπω νιούς κι είμαι ζηλιάρης, γέρος και παραπονιάρης.

Σαν βλέπω νιές τσ’ Αποκριές, κάλλιο σαράντα μαχαιριές»!

 

«Σώπα, μπάρμπα, και μην κλαις, θα γεράσουνε κι αυτές.

Σώπα, μπάρμπα, και μη σκάς, ταχιά θα δείς και θα γελάς.

Θα δείς κάτασπρα μαλλιά, και ματάκια με γυαλιά,

θα δείς μύτες και σαγόνια, σαγονιές με δίχως δόντια,

και στην πλάτη τους καμπούρα και στο χέρι την μαγκούρα».

 

ΠΕΘΑΝ’ Ο ΚΡΕΑΣ

Με μια «μαγική» δύναμη το δημοτικό μας τραγούδι προσωποποιεί τα πάντα: 

Πέθαν’ ο Κρέας, πέθανε, ψυχομαχάει κι ο Τύρος.

Σηκώνει ο Πράσος την ουρά κι ο Κρέμμυδας τα γένια,

κι η Βρούβα, η παλιόβρουβα, στέκεται στην καβάλλα

να πέση στην τσουκάλα.

 

ΘΕΙΑ ΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΚΑΙΝΑ

Καρύστου Ευβοίας

Τραγούδι το οποίο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι «επίτηδες, η λαϊκή κοινωνία τά επινόησε και τά κυκλοφορεί, για να μυήσει τους νεωτέρους στο μυστικό της ανθρώπινης γονιμότητας» (Λουκάτος).

Θεία μου Νικολάκαινα,

‘σύ δεν το ‘πραξες καλά,

τέτοια κόρη πού χεις, σκύλα,

και την έστειλες για ξύλα!

 

Το κοπέλι στο καρτέρι

τηνε πιάνει από το χέρι,

τράβα ‘γώ και τράβα ‘κείνη,

δίνει ο Θιός και πέφτ’ εκείνη,

πάνω ‘γώ, ‘πό κάτω εκείνη.

 

Την φιλώ στο κούτελο,

«Α, στο διάολο, κούτσουρο!»

Την φιλώ και στον λαιμό,

«Α, στο διάολο από ‘δώ!».

 

«Κόρη μ’, πόσο σ’ αγαπώ,

που ‘χεις τον λαιμό χυτό,

πού ‘χεις τά μαλλιά μετάξι

και πλεγμένα με την τάξη!».

 

Την χαϊδεύω, την φιλώ,

«Μά ‘γώ τέτοια τ’ αγαπώ».

Και μού λέει: «Παρακάτω,

από το λαιμό πιο κάτω!».

 

Και της πιάνω τά βυζά[19],

λέει: «Μου ‘ρθ’ αραθυμιά».

Και μού λέει: «Παρακάτω,

από τά βυζά πιο κάτω».

 

Τηνε πιάνω απ’ τ’ αφαλό

«Παρακάτω, βρέ τρελλό!

Και μού λέει: «Παρακάτω,

απ’ τον αφαλό πιο κάτω».

 

Και την πιάνω από το γόνα

«Ατζαμής, μού λέει, είσ’ ακόμα».

Πιάνω της τά γόνατα

«Κάνεις και καμώματα».

 

Και της τά σηκώνω απάνω,

την ρωτάω τι να κάνω.

Και μού λέει: «Παραπάνω,

απ’ τά γόνατα πιο πάνω».

 

Και την πιάνω απ’ το μερί

«Να, κοντεύει να το βρει!».

Και μού λέει: «Παραπάνω,

από το μερί πιο πάνω».

 

Ανάμεσ’ από το μερί,

βλέπω τούρκικο τζαμί,

μπαίνει ο χότζας μέσ’ στην μέση

με το κόκκινό του φέσι,

 

Μια κοιλιά χτυπάει την άλλη,

γίνεται χαρά μεγάλη.

Τα βωμολοχικά τραγούδια της Αγίας Άννας Ευβοίας!

Πως το τρίβουν το πιπέρι

Ψηλέ, λιγνέ μου κάβουρα, πώς το τρίβουν το πιπέρι.

Πώς το τρίβουν το πιπέρι, του διαβόλ' οι καλόγεροι.

Με την φτέρνα τρίβανε σκορδοκοπανίζανε.

Σηκωθήτε παλληκάρια με σπαθιά και με κοντάρια.

 

Ψηλέ, λιγνέ μου κάβουρα, πώς το τρίβουν το πιπέρι;

Πώς το τρίβουν το πιπέρι καλονιές[43] και καλογέροι;

Με το γόνα τρίβανε σκορδοκοπανίζανε.

 

Με το χέρι[44] τρίβανε σκορδοκοπανίζανε.

Με τον αγκώνα τρίβανε σκορδοκοπανίζανε.

Με την μύτη τρίβανε σκορδοκοπανίζανε.

Με το γκώλο τρίβανε σκορδοκοπανίζανε.

Με το μπούτρο[45] τρίβανε σκορδοκοπανίζανε.

 

Κάτω στης Αξιάς τον κάμπο

Κάτω στης Αξιάς τον κάμπο καλόγεροι κάναν γάμο.

Καλόγεροι και παππάδες που ’σαν κάνα δυο χιλιάδες.

Κι ένας διάκος ο καημένος στέκει παραπονεμένος.

Έμπα, διάκο μου, στην μέση να διαλέξεις ποια σ' αρέσει.

Κι αν διαλέξεις κοριτσάκι μόσκος και γαρυφαλάκι.

Κι αν διαλέξεις παντρεμένη είναι καλομαθημένη.

Κι αν διαλέξεις κάμμια χήρα ψυχικό στην κακομοίρα.

 

Η χήρα η παππαδιά

ή Τις Μεγάλες Αποκρές

Τις Μεγάλες Αποκρές φέραν δυο σακκιά ψωλές.

Τις χοντρές και τις στριμμένες, τσ’ αγαπούν οι παντρεμένες.

Τις λιανές με τις πλεξούδες, τσ’ αγαπούν οι κοπελλούδες.

 

Και μια χήρα παππαδιά δεν επρόφθασε καμμιά.

Πιάνει, τνάζει[46] τα τσουβάλια, βρίσκει μια με δυο κιφάλια (κεφάλια).

Τούτη είναι για τα μένα, που ’ν’ τα σκέλια μ' αναμμένα.

Να την βάλω στο λεΐνι, να χοντρύνει, να παχύνει.

Να χοντρύνει να παχύνει κι απ’ τις δυο μεριές να χύνει.

 

Τις Μεγάλες Αποκρές κρέμονται οι ψωλές ορθές

και την Καθαροδευτέρα παίρνουν τα μουνιά αέρα.

 

Της παππαδιάς

Μια παππαδιά κοσκίναγε, και βρήκε ένα αρχίδι,

κι' από τη καύλα την πολλή το βάζει βρονταρίδι.

Στον ουρανό εκοίταζε, τον Θιό παρακαλούσε,

Θε’ μου να βρω το ταίρι του και το κοπανιστήρι.

Μια παππαδιά τηγάνιζε ψαράκια θίκι-θίκι

κι απάνω στο τηγάνισμα θυμήθκε το γαμήσι.

Φάτε γάτες τα ψάρια μου και σκύλοι το ψωμί μου

κι εγώ θα πάω να γαμηθώ να σβήσω τον καημό μου.

 

Μια παππαδιά τηγάνιζε ψαράκια στο κελί της

και ‘κεί που τα τηγάνιζε καύλωσε το μουνί της.

Πετάει τα ψάρια 'πό την μια[47], το λάδι 'πό την άλλη

και τρέχει τον κατήφορο να πάει να βρει μεγάλη.

 

Της παππαδιάς ο μούναρος κοιμάται δίχως έγνοια

μακρύνανε οι τρίχες του, σαν του παππά τα γένια.

Της παπαδιάς ο μούναρος ο κλειδωπινακάτος[48]

τον τσίμπησε ένας ψώλαρος τρίου χρόνου βαρβάτος.

Και πρήσκανε[49] τ' αχείλια του και δεν χωράει ο φίλος του.

 

Αρχόντισσες

Αρχόντισσες με βάλανε να φλάξω[50] τα μουνιά τους

να τα φυλάξω 'ξάμηνο, να τα γαμήσω χρόνο.

Κι ένα μουνί, κακό μουνί, πηδάει και μου φεύγει!

Στην άμμο βρίσκω τον ντουρό, στο βάτο το μαλλί του.

Γιατί, Μουνί, εκάκιωσες πηδάεις και μου φεύγεις;

Γιατί, Ψωλή, δεν άντεχα να στέκω να σε βλέπω.

Να έχεις γύρω σου μουνιά και ’σύ να καμαρώνεις.

Και ’σύ να καμαρώνεις, και στην τρύπα (να) μη τρυπώνεις.

 

Ένα μουνί σε κουκκουναργιά

Ένα μουνί σε κουκκουναργιά[51] κι ο ψώλος από κάτω,

στρωτές μετάνοιες έκανε, «μουνί κατέβα κάτω».

Δεν κατεβαίνω, ψώλαρε, γιατ' είσαι σκανταλιάρης.

Όπου βρεις τρύπα τρυπώνεις, το μαλλί τ' ανακατώνεις.

Το μαλλί τ' ανακατώνεις, την κοιλιά τηνε φουσκώνεις.

 

Του αιδοίου

Ένα μουνί καυχήθηκε σ’ Ανατολή και Δύση

πως δεν ευρέθηκε ψωλή για να το κυνηγήσει.

Και η ψωλή σαν τ' άκουσε, πολύ της κακοφάνη.

Κάνει τ' αρχίδια της φτερά και τρέχει και το φθάνει.

Μα ’σύ ’σαι ’κείνο το μουνί, που πας και το καυχιέσαι;

Εγώ 'μαι ’κείνη η ψωλή πάντα θα με βαριέσαι.

Πάψε ψωλή, κακιά ψωλή, κι έλα στα λογικά σου,

γιατί 'μαι ’κείνο το μουνί που σ' χύνω τα μυαλά σου.

Τότε ο πούτσος θύμωσε και γκούρλωσε[52] τα μάτια,

και μέσ' στην μέση μούνταρε το κάνει δυο κομμάτια.

 

Το μουνί τ' αλλοίθωρο

Το μουνι τ' αλλοίθωρο, πηδάει τον ανήφορο.

Κατσαρώνει η τρίχα του και γαμού[53] την τρύπα του.

 

Ανέβηκα στην πιπεριά

Ανέβηκα στην πιπεριά, γεια σας - χαρά σας βρε παιδιά

κι είδα μια κόρη π' άλλαζε και την καρδιά μου σπάραζε.

Και μου λέει μη φοβάσαι, βάλ' το χέρι σου και πιάσε.

Τηνε πιάνω στον λαιμό. Σκούζει, φωνάζει «δεν βαστώ!».

Και μου λέει «παρακάτω, από τον λαιμό και κάτω».

Τηνε πιάνω στα βυζιά, σκούζει, φωνάζει δυνατά.

Και μου λέει «παρακάτω, από τα βυζιά 'πο κάτω».

Την πιάνω από τα γόνατα ναζάκια και καμώματα.

Και μου λέει «παραπάνω, απ' τα γόνατα και πάνω».

Κοιτάζω ο μαύρος, τι να ιδώ; Ένα πηγάδι βαθουλό.

Γύρω-γύρω μαύρα βούρλα και στην μέση κοκκινάδα.

Σκύβω ο μαύρος γονατίζω την κουμπούρα μου γεμίζω.

Και της δίνω μια στα σκέλια και ξεράθηκε απ' τα γέλια.

 

Ύμνος του αιδοίου

Το καημένο το μουνάκι,

πω ’χει ’μπρός και πίσω αυλάκι

και στην μέση φασουλάκι,

ήθελε να γαμηθεί

με πολύ χοντρή ψωλή.

Απ' την καύλα μεθυσμένο,

κι απ' το χάδι λιγωμένο

όταν κάθεται μασάει

κι όταν περπατάει γελάει.

Κι όταν μπαίνει στον χορό,

κατσαρώνει η τρίχα του

και γαμού την τρύπα του.

 

Καλόγερος απάρθενος

Καλόγερος απάρθενος, οχτώ χρονώ βαρβάτος,

κάθησε και πελέκησε ένα σακκούλ' αδράχτια.

Στον μπούτσο[54] του τα φόρτωσε και πάει να τα πωλήσει.

Στον δρόμο όπου πήγαινε, στον δρόμο που πηγαίνει.

χήρες τον αρωτήσανε, χήρες τον αρωτάνε:

«Πόσο, παππού μ', τ' αδράχτια σου, πόσο και τα σφοντύλια;»,

«Στο τσίμπημα, στο φίλημα, του δίνω πέντε-δέκα,

και στο καλό γονάτισμα πάρ’ τα με τα σακκούλια».

 

Διάφορα τετράστιχα:

Ένας γερος σαν και μένα

είχε δυο μουνιά ζεμένα.

Το ’να μου ζαβοτραβάει

και τ' αλέτριο μου σπάει.

 

Τι φορεί το μουνί,

και ποια 'ναι φορεσιά του;

Μαύρα σκλαβούνικα[55] φορεί

και κόκκινη καρδιά του.

 

Είσαι μικρή δεν την βαστάς.

Βάλ’ τηνε, μπάρμπα, μη ρωτάς.

Βάλ’ τηνε, μπάρμπα, βάλ’ τηνε,

και σαν ξιράσει[56] βγάλ’ τηνε.

 

Το μουνί δεν είναι αρνί

να φάει κλαρί να κοιμηθεί.

Θέλει πούτσο να χορτάσει

για να πέσει, να πλαγιάσει.

 

Το μουνί δεν είναι αρνί

να φάει χορτάρ' να κοιμηθεί.

Θέλ’ ψωλή να ’ναι χοντρή

κι όλη μέσα για να μπει.

 

Τσ’ μάνα σ' του μνι του κούρεψα και κουρεμούς δεν έχει.

Τρία καράβια φόρτωσα κι ακόμα τρίχα έχει!

 

Να μην πας Σταυρούλα μου και σταυραδελφούλα μου

να μην πας για λάχανα και μας φέρεις βάσανα.

Να μην πας και για ζουγκάρια θα σου σκώσουν τα ποδάρια.

ΠΗΓΗ: Τα της Αγ. Άννας Ευβοίας, είναι από την συλλογή του Δημήτρη Σέττα.

Ο φαλλός συνδαιτυμόνας στο τραπέζι...

Ε. Μακεδονίας:

ΓΙ’ ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΤΙ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ 

Γι’ ακούσατε τι θα σας πώ, τι έπαθε μια χήρα,

- μια χήρα η κακομοίρα:

Και το μουνί της έχασε και λέει πώς της το πήρα

- μά εγώ δεν της το πήρα.

Το μνι στο γκρέμιο[20] κάθουνταν κι ο πούτσος παρακάτω.

Παρακαλούσε το μουνί: «Κατέβα παρακάτω!».

«Δεν κατεβαίνω, πούτσκαρε, γιατί ‘σαι κορδωμένος,

όπ’ εύρεις τρύπα χώνεσαι, δεν βγαίνεις ζημιωμένος!».

 

ΠΕΝΤΕ ΔΕΚΑ ΠΑΠΠΑΔΙΕΣ

Καστοριάς 

Πέντε δέκα παππαδιές

κι άλλες τόσες καλογριές

πάησαν να ψαρέψουνε

και να κολυμπήσουνε,

βγάζουν τά ρασάκια τους

και τά σωβρακάκια τους.

 

Να κι ένας καλόγερος

πίσω από τον πλάτανο,

παίρνει τά ρασάκια τους

και τά σωβρακάκια τους.

 

«Στον Θεό σ’, καλόγερε,

δωσ’ μας τά ρασάκια μας

και τά σωβρακάκια μας,

κι όποια θέλεις από μας

πάρε απόψε στον οντά σ’»

 

«Στον Θεό σ’, καλόγερε,

‘τί είναι η τέτοια[21] σ’ κόκκινη;»

«Μπογιατζήδες έβαφαν,

πέρασα κι εγώ από ‘κεί

και μ’ την βάψαν στην κουρφή[22]»

 

«Στον Θεό σ’, καλόγερε,

‘τί είν η τέτοια σ’ μαλλιαρή;»

«Τσελιγκάδεες κούρευαν,

πέρασα κι εγώ από κεί

και μ’ την φόρτουσαν[23] μαλλί».

 

ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΝΙΑ ΜΕ ΚΥΚΛΟΥΣΑΝ

Κοζάνης

Χαρακτηριστικό στοιχείο του κοζανίτικου καρναβαλιού είναι οι Φανοί[24].

Σαράντα μνιά μι κύκλουσαν τον πούτσο να μι φάνι.

Κι ο πούτσος μου καμαρωτός τ’ αρχίδια του ρουτάει:

«Τι λιέτι ‘σείς, αρχίδια μου, μπουρώ να τά γαμήσω;».

«Να τά γαμήσεις, πούσκαρη[25], κι εμείς θα σι βουηθούμι,

μόνο ν’ αφήσεις κι για μας, λίγο μέσα να μπούμι». 

 

ΟΥ ΠΑΠΠΟΥΣ ΟΥ ΡΑΓΚΑΒΕΛΑΣ

Κοζάνης 

Ου παππούς ου Ραγκαβέλας, είχιν μια κουτσή γουμάρα,

ήταν πούτσις[26] φουρτουμένη, ήτανε κι αγκαστρωμένη.

Τ’ σιργιανούσι στα χουριά, Σπούρτα, Βάντσις, Κιρασιά[27]

Σπούρτα, Βάντσις, Κιρασιά, πάρτι πούτσις φέρτι μνιά.

Πήραν νιές κι παντριμένις, χήρις κι αρραβουνιασμένις,

κι μια χήρα πινιμένη δεν ιπρόφτασε να πάρει.

Παίρν’ τινάζει τά τσουβάλια, πέφτει μια μί δυό κιφάλια.

Τράβα η μια κι τράβα η άλλη και τής κόψαν το κιφάλι. 

ΣΤ. ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΩΝ:

Ο ΓΙΑΝΝΑΡΟΣ ΕΠΟΘΑΝΕ

Καρπάθου[28]

Το παρακάτω τραγούδι συνοψίζει την φιλοσοφία της Αποκριάς: «Ο θάνατος είναι η άλλη όψις της ζωής, αφού τίποτε δεν πεθαίνει πραγματικά, αλλά επιστρέφει στην πρωταρχική ύλη, περιμένοντας την ανάσταση μιας ανοίξεως» (Eliade).

Η γή δεν αφανίζει τον άνθρωπο. Αντιθέτως τον ενισχύει με την ζωοποιό της δύναμη. Έτσι τον καθιστά αθάνατο σύμβολο της δικής του γενεσιουργού ικανότητος.

Ο Γιάνναρος επόθανε, κι άφησε διαθήκη,

- του διάβολου ο γιός - κι άφησε διαθήκη:

 

Να μην τον θάψουν σ’ εκκλησιά, μήτε σε μοναστήρι,

μονάχα να τον θάψουσι πάνω σε σταυροδόμι[29],

ν’ αφήσουν και την πούτσα του τρείς πιθαμές απάνω,

για να περνά ο βασιλιάς να δένει τ’ άλογό του.

 

Τρείς καλογριές τ’ ακούσασι και πάν’ να τονε δούσι[30].

Η πρώτη φέρνει το κερί, κι η άλλη το λιβάνι,

κι η τρίτη ξεβρακώνεται να πά’ να κάτσει απάνω.

 

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΗΡΚΟΥΝΤΑΝΕ

Πάτμου 

Ένας γέρος ήρκουντάνε,

η ψωλή του κρέμουντάνε.

Δεν επολυκρεμουντάνε,

μόνο κάτω σύρνουντάνε.

 

Και του πάντηξε μια γριά:

«Γέρο, ίντα ‘ν’ αυτό να;».

«Το βουκέντρι μου, κυρά μου,

πού λαλώ την αελιά[31] μου!».

 

Μά η γριά η κουτσοδόντα,

πού ‘χε φτάσει τά ογδόντα:

«΄Ελα, γέρο, με τά μένα,

πού ‘ν’ τά μέσα μου καμένα!»

 

Και της δίνει μια στα σκέλια,

ξεκαρδίζεται στα γέλια. 

Ζ. ΘΡΑΚΗΣ

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ Ο ΕΡΗΜΟΣ 

Τι να κάνω ο έρημος την γυναίκα πού ‘χω;

Τον Γενάρ’ και τον Φλεβάρ’ με προβδάει[32] στο θέρο,

θέριζα, αλώνιζα, όλο βροχές και χιόνια,

κι όταν τά θημώνιαζα, όλο κρουσταλλάκια.

Κίνησα κι εγώ ο καημένους για να πάω σπίτι,

βρίσκω την νοικοκυρά μέσα με τους φίλους,

μπουγατσούδις[33] έψηναν και αυγά τηγάνζαν[34].

Ξάμουσα[35] κι εγώ ο καημένους για να πάρω ένα,

σκών’ το σιδηρόφτυαρο, να μια εις το χέρι.

«Δεν σί λέω, κερατά, και βρέ πεζεβέγκη[36],

ντα[37] ‘χω ‘γώ τους φίλους μου όξω να μου στέκεις,

κι όταν δεν ‘ν’ οι φίλοι μου, τότε μου να μπαίνεις;

Να το γρουνοτζέβανο[38], σκάησε και φάε,

να το γρουνοκούμασο[39], ψόφησε και πέσε!». 

Ομοίας θεματολογίας είναι και το γνωστό «Στης ακρίβειας τον καιρό»: 

Τής ακρίβειας τόν καιρό

βρέθηκα νά παντρευτώ.

Πήρα μιά καλή γυναίκα

πό’ ‘τρωγε ψωμί γιά δέκα!

Πέντε φούρνοι παξιμάδι

δέν τήν φτάνου γιόμα-βράδυ.

 

Τής ακρίβειας τόν καιρό

βρέθηκα νά παντρευτώ.

Και μου δώσαν μια γυναίκα

που ’τρωγε για πέντε-δέκα.

Πούλησα και το μποστάνι

να της πάρω ένα φουστάνι!

Έπουλήσα και τα γίδια

να της πάρω δακτυλίδια! 

Η. Ηπείρου:

ΠΩΣ ΤΟ ΤΡΙΒΟΥΝ ΤΟ ΠΙΠΕΡΙ[40]

Ηπείρου

Πασίγνωστο δημοτικό τραγούδι - σήμα κατατεθέν κάθε αποκριάτικου γλεντιού. Το τραγούδι συνοδεύει αργό ανδρικό χορό «στα τρία», όπου τά βήματα εναλλάσσονται με ομαδικές μιμητικές τελετουργικές κινήσεις. Ο κορυφαίος τραγουδάει πρώτος. Οι άλλοι επαναλαμβάνουν. Κάθε που αναφέρεται ο τρόπος «τριψίματος του πιπεριού», οι χορευτές πέφτουν καταγής και κάνουν τις αντίστοιχες κινήσεις του σώματος. Μόνον ο πρώτος μένει ορθός, εποπτεύει τον χορό και, με μία βέργα ή λουρίδα πού κρατά, «διορθώνει» όποιον δεν πειθαρχεί ή δέν κάνει σωστά τις κινήσεις. Ιδιαίτερα δημοφιλές λοιπόν γιατί προκαλεί άφθονο γέλιο. Τραγουδιέται σε όλην την Β. Ελλάδα:

Πώς το τρίβουν το πιπέρι, του διαβόλου οι καλογέροι;

Με το γόνατο το τρίβουν, και το ψιλοκοπανίζουν.

 

Για σκωθείτε παλληκάρια με σπαθιά και με χαντζάρια.

 

Με την μύτη τους το τρίβουν και το ψιλοκοπανίζουν.

Με την γλώσσα τους το τρίβουν και το ψιλοκοπανίζουν.

Με τον κώλο τους το τρίβουν και το ψιλοκοπανίζουν.

Με τον πούτσο τους το τρίβουν και το ψιλοκοπανίζουν. 

Θ. Πελοποννήσου:

Λέει ένα δημοτικό τετράστιχο της Πελοποννήσου, αφήνοντας ανοικτά ζητήματα:

Ρε τσοπάνη με τα γίδια

ροβόλα κάτω στην καλύβα,

να σε μάθω τα κεντήδια

να με μάθεις τα παιχνίδια… 

Ι. Κρήτης: 

Το τραγούδι της Θοδώρας 

Με τη θειά μου τη Θοδώρα

Επηγαίναμε στη χώρα.

Ήλεγέ μου κι ήλεγά τζη

Κι ήκαμέ μου κι ήκαμά τζη.

 

Και στου Μπαμπαλή το δέτη

Παίζω τζη αμπωστιά  και πέφτει.

 

Ά, Κάμε, γιε μου, τη δουλειά σου,

χι, θεια μου, να ‘σουν άλλη».

 «κάμε γυιέ μου τη δουλειά σου

και ταχιά ‘μαι  πάλι θειά σου».

 

Να κι ο μπάρμπας μου πιο πέρα

Με μια δίστομη μαχαίρα

«Ήντα κάνεις μπρε τση θειά σου

Κι είν΄ τα πόδια τση στ΄αυτιά σου;»

 

«Αφαλόπονος την πιάνει

Και ζουλίζω ντη να γιάνει»

«Ζούλιζέ ντηνε παιδί μου

απού να χεις την ευκή μου»

 

«Αφρουγκραστήτε να σας πω  κυράδες μου,

Τ΄ αντρούς μου τα παινάδια, του παλληκαρά.

Που ΄ναι μακρύς σαν κόπανο, κεράδες μου,

λιανός σαν το πιθάρι, ο παλληκαράς,

Μια μέρα – νε - ηθέλησε, κεράδες μου,

στα ξύλα για να πάει, ο παλληκαράς.

Και παίρνει δυο οργιές σκοινί, κεράδες μου

τριώ δραμιώ μαννάρα, ο παλληκαράς

 

Ήρθενέ ‘νας ντασκερές να παντρεύονται κι γρες

και οι γράδες ως τ΄ ακούσαν σα φοράδες εγλακούσαν.

Και μια γρα απού τα πολλά, τα πολλά τα γεραθειά

Δεν εμπόρειε να γλακά και φωνάζει των αλλώ:

βαστάτε μου και μένα δυο, έναν γέρο κι έναν νιο

να ναι ο γέρος για βουλή και ο νιος για το φιλί

 

 Τρεις σπανοί από την Πόλη, πέντε τρίχες είχαν όλοι,

κι ένας γέρος  Τηνιακός, πέντε τρίχες μοναχός.

Ω, καλώς τον πολυγένη από πούθε κατεβαίνεις;

Απ΄ την Πόλη κατεβαίνω και στη Βενετιά  πηγαίνω.

Πάω ν΄ αγοράσω χτένια και με φάγανε τα γένια…

 

Γλωσσοδέτης:

«ψωμί μολυβδοψώμι, ψωμί μολυβοντάς…»

(το σίγουρο είναι πως θα πει «ψωλή» και όλοι θα γελάσουν...) 

ΠΗΓΗ: Νίκος Ψυλλάκης «Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη».

 Διάφορα - Παραλλαγές:

Η χήρα η Παναγιώτα

Η Παναγιώτα χήρεψε

κι ενώ ποτέ δεν γύρεψε

απ’ τον Θεό μια χάρη,

στου μακαρίτη την χρονιά

την έπιασε λιγοθυμιά

για πούτσο παιχνιδιάρη…

 

Ένα χρόνο η Παναγιώτα

που δεν έβγαλε κυλότα…

 

Νταρντάνα, βυζοκωλαρού,

τσαχπινομάτα, μπουταρού,

η δόλια η Παναγιώτα,

τα βράδια μόνη ξενυχτά

με τα ποδάρια ανοιχτά

μουσκίδι την κυλότα…

 

Ένα χρόνο η Παναγιώτα

που δεν έβγαλε κυλότα

Χαϊδεύει μονή το μουνί

πόση να κάνει υπομονή;

Και πόσο να αντέξει;

Τρίβει τα χείλια[41] τα χτυπά

και τον Θεό παρακαλά

μια πούτσα να της πέψει[42]

 

Ένα χρόνο η Παναγιώτα

που δεν έβγαλε κυλότα…

 

Και πιάσαν’ τόπο οι προσευχές

πήγαν ’να βράδυ δυο ψωλές

χοντρές, μακριές, με στύση

χαλάλι η υπομονή

πλαντάξαν κώλος και μουνί

απ’ το πολύ γαμήσι…

 

Κι από τότε η Παναγιώτα

δεν ξανάβαλε κυλότα...

 

Ένα μουνί και μια ψωλή 

Ένα μουνί και μια ψωλή

μαλλί πιαστήκαν με μαλλί

κι άρχισε η ψωλή να γνέθει

με μεράκι και με κέφι.

 

Μία μέσα μία έξω,

αχ, μουνάκι θα σου πλέξω

κώτσο όλες σου τις τρίχες

για να χαίρεσαι που μ’ είχες…

 

-Άσ’ τον κώτσο. Δεν μ’ αρέσει

πιο καλά κάνε στην μέση

μια φαρδιά καλή χωρίστρα

κι ύστερα εκεί μέσα γλύστρα…

 

-Αχ, μουνί μου μυρωδάτο

πούτσο θες χοντρό, βαρβάτο,

να σ’ ανοίξει, να σ’ απλώσει

και να σε διπλολαδώσει…

 

-Άσε πούτσε την μουρμούρα

κι έλα εδώ που ’χω φαγούρα,

γάμα με πανάθεμά σε

άσ’ τα λόγια. Τα έργα πιάσε.

 

-Σήκωσε τα πόδια μούνε

στα βυζιά σου ν’ ακουμπούνε

κι έρχομαι να σε γαμήσω

κι από ’μπρός και από πίσω…

 

-Έτσι μπράβω ψώλαρέ μου

κοίτα τα μεριά μου τρέμουν

έμπα μέσα μου και μείνε

χύνε με και ξαναχύνε...


Ένα μουνί  παινεύτηκε

Ένα μουνί  παινεύτηκε
σ' Ανατολή και Δύση
πως δεν ευρέθη πούτσαρος
να πάει να το γαμήσει.

Κι ο πούτσος μου που τ' άκουσε
πολύ του ’κακοφάνη
βάζει στ ' αρχίδια του φτερά
και τρέχει και το φτάνει

Βρε συ, βρε συ παλιόμουνο
τι έχεις και παινιέσαι;
στον κόσμο που γεννήθηκες
πρέπει για να γαμιέσαι.

Άλλα:

Το μουνί το λένε Γιώτα, και το μπούτσο Παναζώτα,

το κεφάλι μπαίνει πρώτα, και τ’ αρχίδια κλειούν την πόρτα

 

Τις μεγάλες αποκρές, στέκουν οι ψωλές ορθές,

και την Καθαρή Δευτέρα, παίρνουν τα μουνιά αέρα

 

Κάτω στις αλυγαριές, φέραν δυο σακιά ψωλές,

το ακούσαν οι κοπέλες, τρέχουνε ξελιγωμένες,

το μαθαίνουνε οι χήρες, τρέχουνε οι κακομοίρες,

τρέχει και μια παπαδιά, δεν επρόφτασε καμιά,

 

πιάν’ αδειάζει τα τσουβάλια, βρίσκει μια με δυο κεφάλια.

-Τουτ’ είναι καλή για μένα, πουν τα σπλάχνα μ’ αναμμένα,

Σαν την ένιωθε στα σκέλια, λιγωνότανε στα γέλια».

 

Το μουνί το λένε Νι και τον μπούτσο Νικολή,

το μουνί το κακαράτο, κακαρίζει μες στο βάτο.

Του μουνιού σου το γλωσσίδι, μούριξε κλωτσιά στ’ αρχίδι.

Το μουνί δεν είν’ αρνί, να το βάλεις στο παχνί.

 

Το μουνί θέλει παιχνίδι, με τον μπούτσο με τ’ αρχίδι.

Το μουνί δεν είναι βιόλα, να το παίζουνε πολλοί.

Το μουνί και το χταπόδι, όσο το χτυπάς απλώνει

 

Μάστορά μου στη ζωή σου, κάνε μια σαν τη δική σου,

νάχει μπούκα, νάχει αφάλι, σαν του γαϊδουριού κεφάλι

 

Μπρε, μπρε, μπρε το μπουρανί, κι τσ’ Χαλάτσινας το μουνί.

Τρεις καλές νοικοκυρές στο προσήλιο κάθονταν,

τα μουνιά τους ήλιαζαν, μπαταριές τα τίναζαν.

 

Τις τρανές Αποκριές, αποκρέβουν το τυρί, αποκρέβουν και το νταρί,

και την Καθαρά Δευτέρα, παίρνουν τα μουνιά αέρα.

Και του Αη Θοδώρη το Σαββάτο, κλαίει ο μπούτσος σαν το γάτο.

ΠΗΓΗ: Β. Πλάτανος.




ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης «Ανθολογία ελληνικής δημοτικής ποίησης». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 1.3.2019.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


[1] ‘κούντα = σκούντα.

[2] θερμασιά = ρίγος, πυρετός.

[3] κακοκραίνω = κακολογάω.

[4] μπάμπω (η) = βάβω, η γιαγιά.

[5] για = ή (διαζευκτικό).

[6] εσκιάχκε = εσκιάχτηκε, φοβήθηκε.

[7] χαρά = πανηγύρι.

[8] σαγάνι (το) = μικρό τηγανάκι, στο οποίο τηγάνιζαν τυρί, αυγά, τομάτες, κλπ. και έφτιαχναν «σαγανάκι».

[9] κλούρα (η) = κουλούρα.

[10] Η τελευταία Κυριακή, δηλαδή η Κυριακή της Τυρινής, πού αποτελεί και την αποκορύφωση του αποκριάτικου γλεντιού. Λέγεται και Τρανή Αποκριά.

[11] Ειδικό φαγητό της Καθαροδευτέρας, πού μαγειρεύεται τελετουργικά, και κατ’ επέκτασιν ονομασία όλου του τυρναβίτικου εθίμου.

[12] μνι (το) = μουνί.

[13] σκώνω = σηκώνω.

[14] Πέφτη (η) = Πέμπτη.

[15] Σχετικό το νησιώτικο «Μια πέρδικα καυχήστηκε σ’ Ανατολή και Δύση».

[16] Τραγουδιέται και χορεύεται όπως το τραγούδι «Το Μάη αρραβωνιάστηκα».

[17] Τραγουδιέται όπως το «Πέντε παιδιά μαλώσανε για μια γειτονοπούλα».

[18] ξω = ξύνω.

[19] βυζά (τα) = βυζιά, στήθη.

[20] γκρέμιο (το) = γκρεμός.

[21] η «τέτοια», ως ακατανόμαστη εννοείται η ψωλή.

[22] κουρφή (η) = κορυφή.

[23] φόρτουσαν = φόρτωσαν.

[24] φανοί = οι μεγάλες φωτιές, πού ανάβονται την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, στις γειτονιές της Κοζάνης. Επίσης τά τρικούβερτα γλέντια, με διαγωνιστικό χαρακτήρα, πού στήνονται ολόγυρα.

[25] πούσκαρης, πούσκαρος = ο μεγάλος πούτσος, πούτσαρος.

[26] πούτσις (οι) = πούτσες, πούτσους.

[27] Χωριά της Κοζάνης.

[28] Εχει πανελλήνια διάδοση.

[29] Τα σταυροδρόμια είναι τόποι, όπου ενεδρεύουν και κυβερνούν οι καταχθόνιοι δαίμονες. Η μαγική μεταβίβασις από τον θάνατο στην ζωή μπορεί να συντελεσθή, και η υπόσχεσις της αναστάσεως μπορεί να ισχύση, μόνον σ’ ένα χώρο απομεμακρυσμένο από τα κοσμικά και την δικαιοδοσία της κάθε εκκλησίας: Στο «μαγικό» σταυροδόμι, Εκεί ο γονιμικός νεκρός θα αποκτήση την ιερότητα, η οποία του αρμόζει, και στην οποία κάθε εξουσία θα δηλώση υποταγή.

[30] να τον δούσι = να τον ιδούν.

[31] αελιά = αγελάδα.

[32] προβδάει = προβοδάει.

[33] μπουγατσούδα = γλυκειά πίττα, μπουγάτσα.

[34] τηγάνζαν = τηγάνιζαν.

[35] ξαμώνω = απλώνω το χέρι.

[36] πεζεβέγκης (ο) = κερατάς.

[37] ντα = όταν.

[38] γρουνοτζέβανο (το) = γουρουνοτζέβανο, το κάτω μέρος μιας σπασμένης στάμνας, που το χρησιμοποιούσανε για να βάζουνε φαί στα γουρούνια.

[39] γρουνοκούμασο (το) = γουρουνοκούμασο, χοιροστάσιο. Σε κουμάσι έμεναν οι κότες (ορνιθώνας, κοτέτσι), τα κουνέλια, κλπ.

[40] Γνωστό και ως «Πώς στουμπίζουν το πιπέρι».

[41] εννοεί τα χείλια του αιδοίου, τα μουνόχειλα.

[42] πέψει = πέμπψει (ρ. πέμπω, στέλνω).

[43] ή καλογριές ή καλλονιές (= καλλονές).

[44] κάνουν το χέρι σαν γροθιά.

[45] μπούτρο, το = μούτρο, μούρη, πρόσωπο.

[46] τνάζω = τινάζω.

[47] Οι τραγουδιστάδες όταν τραγουδούν τον συγκεκριμένο στίχο λένε «από την μνια», κάνοντας σαφή υπαινιγμό στην λέξη «μουνιά».

[48] κλειδωπινακάτος = κλειδωμένος. Μνήμη της «ζώνης αγνότητος», που φορούσαν κάποτε κάποιες γυναίκες, η οποία κλείδωνε με κλειδί.

[49] πρήσκανε = πρηστήκανε.

[50] φλάξω = φυλάξω.

[51] κουκκουναργιά, η = κουκκουναριά

[52] γκούρλωσε = γούρλωσε.

[53] γαμού = γαμώ.

[54] μπούτσος, ο = ενισχυτικό του πούτσος, μεγάλος πούτσος, πουτσάρα.

[55] σκλαβούνικα, τα = τα των σκλάβων.

[56] ξιράσει = ξεράσει, χύσει.

Αποκριατικα, ανιερα ιερα, ασεμνα, αδιαντροπα δημοτικα τραγουδια του ελληνικου λαου, αποκριες, αποκρια, καθαρα δευτερα, καθαρη, φαλλος, φαλλοφορια, μουνι πουτσος αιδιο αιδοιον, διονυσος διονυσιακα εθιμα

Share on Google Plus

About ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

    ΣΧΟΛΙΑ
    ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ Facebook

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ