ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ και ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ στο ΡΟΥΜΛΟΥΚΙ του ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ - Το ανέκδοτο χειρόγραφο του λαογράφου Δημήτρη Λουκόπουλου «Αποστολή εις Ρουμλούκι και Πιέρια το θέρος του 1935» - του Τρ. Τοπαλίδη

ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
και ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
στο ΡΟΥΜΛΟΥΚΙ
του ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ
Το ανέκδοτο χειρόγραφο
του λαογράφου Δημήτρη Λουκόπουλου
«Αποστολή εις Ρουμλούκι και Πιέρια
το θέρος του 1935»


Του Τρύφωνος Τοπαλίδηtryfontopalidis@gmail.com


Η περιοδεία του Λουκόπουλου στο Ρουμλούκι και τα Πιέρια
(Ιούλιος - Αύγουστος 1935).
 
Περίληψη

Το καλοκαίρι του 1935 ο λαογράφος Δημήτρης Λουκόπουλος πραγματοποίησε εντεταλμένη αποστολή στο Ρουμλούκι και τα Πιέρια για τη συλλογή υλικού προς εμπλουτισμό του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών. Από την περιοδεία του σε είκοσι χωριά της περιοχής αποκόμισε πλούσιο λαογραφικό υλικό, σύμμεικτου περιεχόμενου, που καλύπτει τρία χειρόγραφα τετράδια 1.025 σελίδων. Με την παρούσα εργασία επιχειρείται μια πρώτη παρουσίαση αυτής της ανέκδοτης συλλογής του. Είναι κατατεθειμένη στο αρχείο χειρογράφων του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας (ΚΕΕΛ) της Ακαδημίας Αθηνών και φέρει τον τίτλο «Αποστολή Δημητρίου Λουκόπουλου εις Ρουμλούκι και Πιέρια το θέρος του 1935». Εισαγωγικά, αναφέρονται βιογραφικές πληροφορίες για το συγγραφέα και τα σημαντικότερα δημοσιευμένα και ανέκδοτα έργα του, που τον έφεραν στην πρωτοπορία της λεγόμενης «εθνογραφικής τάσης» στην ελληνική λαογραφία της περιόδου του Μεσοπολέμου. Ακολουθεί σύντομη επισκόπηση των προγενέστερων της συλλογής του Λουκόπουλου λαογραφικών δημοσιευμάτων για την περιοχή, μια μικρή αναφορά στο Ρουμλούκι του Μεσοπολέμου και πραγματολογικές πληροφορίες για την αποστολή του, που αντλούνται από την ανέκδοτη αλληλογραφία του με τη Μέλπω Μερλιέ. Στη συνέχεια γίνεται περιγραφή του χειρογράφου και παρουσίαση των περιεχομένων του, που καλύπτουν πολυποίκιλες πτυχές του αγροτικού, κοινωνικού, πνευματικού και θρησκευτικού βίου των κατοίκων. Σταχυολογούνται ενδεικτικά αποσπάσματα τα οποία παρατίθενται θεματικά ή κατά οικισμό. Από το υλικό του Λουκόπουλου αντλούμε αξιόλογες πληροφορίες για τον αγροτικό βίο και τον παραδοσιακό πολιτισμό του Ρουμλουκιού κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, που εμπλουτίζουν την λαογραφική βιβλιογραφία για την περιοχή.


1. O Δημήτρης Λουκόπουλος και το λαογραφικό του έργο

Ο Δημήτρης Λουκόπουλος γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1874 στην Αρτοτίνα, ένα ορεινό χωριό της επαρχίας Δωρίδας αντίκρυ στα επιβλητικά Βαρδούσια. Εκεί έζησε τα πρώτα δώδεκα χρόνια του μέχρι που τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Στη συνέχεια πήγε στην Άμφισσα κι έμεινε κοντά σ’ έναν θείο του ώσπου να αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο. Η επιθυμία του ήταν να ακολουθήσει φιλολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο, ωστόσο, μετά από προτροπή του πατέρα του, που δεν είχε τα οικονομικά μέσα για να τον συντηρεί σε πολυετείς σπουδές, γράφτηκε το 1889 στο Διδασκαλείο Αθηνών. Πήρε το πτυχίο του δασκάλου το 1892 και διορίστηκε στη Σαλαμίνα. Πριν καν συμπληρώσει μερικούς μήνες υπηρεσίας εκεί μετατέθηκε κοντά στη γενέτειρά του, το Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας, που μέχρι και το 1915 ονομαζόταν Κεφαλόβρυσο κι έτσι το ανέφερε πάντοτε ο Λουκόπουλος. Στο Θέρμο υπηρέτησε ως δημοδιδάσκαλος επί 33 σχεδόν έτη, από τον Νοέμβριο του 1892 έως τον Φεβρουάριο του 1925, με εξαίρεση τη σχολική χρονιά 1913-1914 που υπηρέτησε στα Γρεβενά ως προσωρινός Επιθεωρητής Δημοτικών Σχολείων. Στο Θέρμο, που ο ίδιος θεωρούσε δεύτερη πατρίδα του, γνώρισε τη Μαρία Βασιλοπούλου. Παντρεύτηκαν το 1899 και απέκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Νίκο (1900-1993), τον Κλέαρχο (1906-1996), την Αγλαΐα (1909-1992) και τον άτυχο Θανασάκη-Δάφνη, που πέθανε το 1920 σε ηλικία μόλις δύο ετών.

   Η κλίση του Λουκόπουλου στη λαογραφία φανερώθηκε από τα νεανικά του χρόνια.[1] Πρώιμα άρθρα του βρίσκουμε δημοσιευμένα σε επαρχιακές εφημερίδες και περιοδικά των αρχών του 20ού αιώνα: «Ηχώ του Αγρινίου», «Ναυπακτία», «Νεολόγος» και «Αναμορφωτής» Πατρών. Πληρέστερα, όμως, σύμμεικτα λαογραφικά κείμενά του δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Λαογραφία»[2] – το επιστημονικό όργανο της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας (ΕΛΕ), τακτικό μέλος της οποίας ήταν ο Λουκόπουλος από το 1909.[3] Η ατόφυα λαϊκή γραφή του και η ακρίβεια των περιγραφών του εντυπωσίασαν τον Νικόλαο Γ. Πολίτη (1852-1921), που τον παρότρυνε να ασχοληθεί συστηματικότερα με τη συλλογή λαογραφικού υλικού της ιδιαίτερης πατρίδας του.[4] Το 1919 ο Λουκόπουλος ζήτησε από τον Ν.Γ. Πολίτη να μεριμνήσει για την απόσπασή του στο νεοσύστατο Λαογραφικό Αρχείο, προκειμένου να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην υπηρεσία της λαογραφικής επιστήμης.[5]

Το 1925 αποσπάστηκε στο Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης και την επόμενη χρονιά μετατάχθηκε στο Λαογραφικό Αρχείο, το οποίο είχε υπαχθεί τότε στη νεοϊδρυθείσα Ακαδημία Αθηνών. Στην Αθήνα ο επαρχιώτης δημοδιδάσκαλος διεύρυνε τους πνευματικούς του ορίζοντες και σχετίστηκε με επιφανείς συγγραφείς και επιστήμονες λαογράφους της εποχής του. Από το 1925 μέχρι και το 1940 ο Λουκόπουλος εξέδωσε δέκα βιβλία με λαογραφικό, ιστορικό και ταξιδιωτικό περιεχόμενο, ενώ, την ίδια περίοδο, πάμπολλα άρθρα του δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά, ημερολόγια και εφημερίδες.[6] Το 1925 κυκλοφόρησε το πρώτο σημαντικό βιβλίο του «Αιτωλικαί οικήσεις, σκεύη και τροφαί» με σχέδια του Δημήτρη Πικιώνη. Ακολούθησαν τα, επίσης σημαντικά, «Πως υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί» (1927) με εικονογράφηση της Αγγελικής Χατζημιχάλη, τα «Ποιμενικά της Ρούμελης» (1930) και το κορυφαίο του «Γεωργικά της Ρούμελης» (1938). Αυτά τα τέσσερα έργα για τον υλικό πολιτισμό της Δυτικής Ρούμελης, τον καθιέρωσαν ως τον κυριότερο εκπρόσωπο της εθνογραφικής τάσης στην ελληνική λαογραφία της περιόδου του Μεσοπολέμου.[7]


 Ο Λουκόπουλος διετέλεσε γενικός γραμματέας της ΕΛΕ από το 1927 μέχρι και το θάνατό του.[8] Ήταν, επίσης, επίτιμο μέλος της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας των Θεσσαλών και συνεργάτης των «Θεσσαλικών Χρονικών». Στο χρονικό διάστημα που υπηρέτησε στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας, πραγματοποίησε έξι αξιοσημείωτες αποστολές: σε Αιτωλοακαρνανία-Δωρίδα (1927, 1928, 1929), στο Σούλι (1933), στην Ελασσόνα και στα Χάσια (1934), με τελευταία στο Ρουμλούκι (1935).[9] Τα χειρόγραφά του στο Λαογραφικό Αρχείο και στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας είναι 27 και αριθμούν γύρω στις 10.500 σελίδες ποικίλου λαογραφικού και γλωσσικού υλικού.

 

Η γνωριμία του το 1922 με την εθνομουσικολόγο και λαογράφο Μέλπω Λογοθέτη-Μερλιέ (1889-1979) καθόρισε την ύστερη λαογραφική διαδρομή του. Η συνεργασία τους ξεκίνησε το 1930 στο Σύλλογο Δημοτικών Τραγουδιών[10] και συνεχίστηκε στο Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο (ΜΛΑ).[11] Το ενδιαφέρον του Αιτωλού λαογράφου στράφηκε από τότε στη λαογραφική έρευνα του ξεριζωμένου από τις εστίες του Καππαδοκικού ελληνισμού – έργο στο οποίο αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Από το 1934 μέχρι τον Ιούνιο του 1941 ο Λουκόπουλος επιδόθηκε στη συλλογή προφορικών μαρτυριών από πρόσφυγες των ρωμαίικων κοινοτήτων της ιστορικής-γεωγραφικής περιοχής της Καππαδοκίας και ιδιαίτερα των Φαράσων, που αποτελούσαν την ανατολική εσχατιά του ελληνισμού στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Στα τέλη του 1937 είχε σχεδόν έτοιμα τα κείμενα των δύο πρώτων βιβλίων του (από τα έξι συνολικά), για τα Φάρασα και τις αποικίες των Φαράσων, που προόριζε να εκδώσει πρώτα το ΜΛΑ εγκαινιάζοντας την εκδοτική σειρά «Καππαδοκία». Όμως, η γερμανική κατοχή και ο ξαφνικός θάνατός του ματαίωσαν αυτό το φιλόδοξο εκδοτικό εγχείρημα.[12]

Τον Ιούλιο του 1941 ο Λουκόπουλος εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε με την οικογένειά του στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας. Εκεί, παρά τις δύσκολες κατοχικές συνθήκες και τις φροντίδες για την επιβίωση, έγραφε το τελευταίο έργο του «Οικογενειακή ζωή των Αιτωλών», που έμεινε ανολοκλήρωτο. Στις αρχές Μαΐου του 1943 αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε ένα μήνα αργότερα, στις 30 Ιουνίου, σε ηλικία 69 χρονών.

Η λαογραφική διαδρομή του Λουκόπουλου μπορεί να χωριστεί σε τρεις περιόδους.[13] Στην πρώτη περίοδο, που καλύπτει τα χρόνια της διδασκαλικής του υπηρεσίας, δημοσιεύθηκαν τα πρώτα αξιόλογα λαογραφικά κείμενά του στο περιοδικό «Λαογραφία». Η δεύτερη περίοδος καλύπτει μια δεκαετία (1925-1935), από τον ερχομό του στην Αθήνα μέχρι τη συνταξιοδότησή του από το Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας. Την περίοδο αυτή, που ήταν η πιο παραγωγική του αυτοδίδακτου λαογράφου, απόκτησε επιστημονικές γνώσεις, ειδίκευση στην κατάταξη του λαογραφικού υλικού και εμπειρία στην επιτόπια έρευνα. Η τρίτη περίοδος καλύπτει τα χρόνια της αποκλειστικής εργασίας του στο ΜΛΑ και στο ΑΜΛ της Μέλπως Μερλιέ, από το 1935 μέχρι τα μέσα του 1941. Αυτής της περιόδου το έργο του ο Λουκόπουλος δεν πρόλαβε, δυστυχώς, να ολοκληρώσει και να το δει δημοσιευμένο.[14]

Ο ιστορικός Σπύρος Ασδραχάς (1933-2017) συνόψισε το αποτύπωμα του πρωτοπόρου Αιτωλού λαογράφου με τα ακόλουθα λόγια: «ο Λουκόπουλος υπήρξε μεγάλη φυσιογνωμία της Ελληνικής Λαογραφίας και της Εθνικής Ιστοριογνωσίας, που έκανε, από διαφορετικούς δρόμους, το αντίστοιχο του Φαίδωνα Κουκουλέ στο "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός"».[15]

2. Τα λαογραφικά δημοσιεύματα για το Ρουμλούκι μέχρι τα τέλη του Μεσοπολέμου

«Ρουμλούκι» ονόμασαν οι Οθωμανοί κατακτητές την μεταξύ των ποταμών Αλιάκμονα και Λουδία πεδινή περιοχή επειδή κατοικούνταν από αυτόχθονες πληθυσμούς Ρωμιών.[16] Η Αγγελική Χατζημιχάλη, για το έργο της οποίας θα αναφερθούμε στη συνέχεια, γράφει ότι «το Ρουμλούκι αποτελείται από καμμιά εβδομηνταριά περίπου χωριά πέραν από το ποτάμι το Λουδία, ως τα βουνά της Βέροιας, με βορεινό σύνορο τη λίμνη των Γιαννιτσών και με νότιο τα ριζοβούνια των Πιερίων. Οι κάτοικοί του, κατ’ εξοχής γεωργοί και κτηνοτρόφοι, διατήρησαν τους θρύλους, τις παραδόσεις, τις συνήθειες, όπως και την τέχνη τους ανεπηρέαστη από ξενικές επιδράσεις».[17]

Αναλυτικές σημειώσεις και χωρογραφικές πληροφορίες για το (Ου)ρουμλούκι, με αναφορές στον πληθυσμό 50 περίπου χωριών και τσιφλικιών της περιοχής, βρίσκουμε στο έργο του Νικόλαου Θ. Σχινά (1845-1921) «Οδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, νέας οροθετικής γραμμής και Θεσσαλίας».[18] Στα μέσα της δεκαετίας του 1880, ο Σχινάς, ως ταγματάρχης τότε του Μηχανικού, με εντολή του ελληνικού υπουργείου Στρατιωτικών περιόδευσε κρυφά ολόκληρη σχεδόν την οθωμανοκρατούμενη Μακεδονία και Ήπειρο.

Αξιοσημείωτες αναφορές στην περιοχή βρίσκουμε επίσης στα έργα δύο Γερμανών συγγραφέων για τη Μακεδονία: του Adolf Hermann Struck (1877-1911) που περιηγήθηκε το Ρουμλούκι στο γύρισμα του 20ού αιώνα[19] και του καθηγητή γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο του Μαρβούργου Leonhard Schultze-Jena (1872-1955), που, για τις ανάγκες της έρευνάς του, επισκέφθηκε τον Γιδά και την ευρύτερη περιοχή το καλοκαίρι του 1922.[20]

   Ο πρώτος συλλογέας αξιόλογου λαογραφικού υλικού από το Ρουμλούκι είναι ο (άγνωστός μας) Αλ. Κ. Κωνσταντινίδης, ο οποίος, κατά το χρονικό διάστημα που διέμενε στο Γιδά το 1909, τηρούσε «ημερολόγιο» όπου σημείωνε τις εντυπώσεις του από την περιοχή και τα έθιμα του τόπου. Σύμμεικτα λαογραφικά κείμενά του για το Ρουμλούκι, υπό τον τίτλο «Μακεδονική Ζωή-Σελίδες Ημερολογίου», δημοσιεύθηκαν (σε συνέχειες) το 1911 στο «Μηνιαίον Παράρτημα» της εφημερίδας «Αθήναι».[21] Περιέχουν 33 δημώδη άσματα, διάφορα εθιμικά δρώμενα (Δωδεκαημέρου, Αποκριών, Λαζάρου, Πρωτομαγιάς, Κλήδονα, γάμου, γέννησης), τα οποία κατέγραψε ο Κωνσταντινίδης από τα χωριά Γιδάς, Καψόχωρα, Νησέλι, Νεοχώρι και Νησί, περιγραφές της τοπικής ενδυμασίας, του πανηγυριού του Αγίου Αθανασίου στην Παλαιόχωρα, κ.ά.[22]

Σύντομα κείμενα, με ενδιαφέροντα στοιχεία για τα χωριά του Ρουμλουκιού Νεόκαστρο, Μελίκη, Πρόδρομος, Γκριζάλη, Νησελούδι, Αλάμπορα, Τρίχλοβο, Σφήνιτσα, Βούλτιστα, Νησέλι, Παλατίτσια, Μπάρμπες-Κούτλες (Βεργίνα), Σάδινα και Κουλούρα δημοσιεύθηκαν σ’ ένα τεύχος του έτους 1920-1921 της βραχύβιας (και δυσεύρετης σήμερα) έκδοσης «Εθνικός Οδηγός της Μεγάλης Ελλάδος» του Γεωργίου Ι. Φιλάρετου. Από τα κείμενα αυτά, που διανθίζονται με εικόνες του Γερμανού φωτοτσιγκογράφου Κ. Κόλμαν από την περιοχή, ξεχωρίζουν η καταγραφή μιας παράδοσης για το κατσούλι (ο χαρακτηριστικός γυναικείος κεφαλόδεσμος στο Ρουμλούκι) και οι εντυπώσεις από μια παράσταση Καραγκιόζη στη Μελίκη.[23]

Εκείνη, όμως, που έκανε επιτόπια λαογραφική έρευνα στην περιοχή και μελέτησε ειδικότερα τη λαϊκή τέχνη του Ρουμλουκιού ήταν η Αγγελική Χατζημιχάλη (1895-1964). Με σπουδές ζωγραφικής και έμφυτη κλίση στην καλλιτεχνία, η Χατζημιχάλη αφιέρωσε τη ζωή της στη μελέτη, διάδοση και προβολή της ελληνικής λαϊκής τέχνης και χειροτεχνίας.[24] Επισκέφθηκε επανειλημμένα τον Γιδά, από το 1927, προτού ακόμη αναλάβει την καλλιτεχνική επιμέλεια του περιπτέρου της λαϊκής τέχνης στη 2η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, για να μελετήσει την τοπική λαϊκή χειροτεχνία. Καρπός αυτής της επιτόπιας έρευνας είναι το βιβλίο της «Ελληνική λαϊκή τέχνη: Ρουμλούκι, Τρίκερι, Ικαρία», που εξέδωσε ο «Πυρσός» τον Νοέμβριο του 1931.[25] Οι καταγραφές της Χατζημιχάλη για την τυπολογία του σπιτιού του Γιδά, τη γυναικεία και ανδρική φορεσιά, την υφαντική τέχνη, το κέντημα και τα γαμήλια έθιμα, μαζί με δεκάδες πρωτότυπων φωτογραφιών και επεξηγηματικών σχεδίων της καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου και αποτελούν μέχρι σήμερα βασική πηγή αναφοράς για τη λαογραφία του Ρουμλουκιού.

Το ενδιαφέρον του για το Ρουμλούκι ο Λουκόπουλος το οφείλει στην Αγγελική Χατζημιχάλη. Η γνωριμία τους ανάγεται στα τέλη του 1925, προέρχονται και οι δύο από τον εξω-πανεπιστημιακό χώρο, έχουν κοινούς εμπειρικούς προσανατολισμούς και είναι αφοσιωμένοι στη λαογραφία της ερευνητικής πράξης. Το 1927 – τη χρονιά που η Χατζημιχάλη επισκεπτόταν το Γιδά – φιλοτέχνησε με τη γραφίδα της όλες τις διασαφητικές εικόνες και τα σχέδια του βιβλίου του «Πως υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί». Ο Λουκόπουλος ήταν ενήμερος από τότε για την έρευνα της πάνω στη χειροτεχνία του Ρουμλουκιού και, δεν αποκλείεται, να τον παρακίνησε η ίδια για να πραγματοποιήσει λαογραφική αποστολή στην περιοχή.

 3. Το Ρουμλούκι στα τέλη του Μεσοπολέμου

Στα τέλη του Μεσοπολέμου η περιοχή του Ρουμλουκιού ήταν αισθητά διαφοροποιημένη σε σχέση με την περίοδο των αρχών του 20ού αιώνα, όταν βρισκόταν ακόμη υπό Οθωμανική κατοχή. Από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων μέχρι την ολοκλήρωση της ανταλλαγής των ελληνοτουρκικών πληθυσμών το 1924-1925, αλλεπάλληλα μεταναστευτικά ρεύματα επέφεραν σημαντικές πληθυσμιακές ανακατατάξεις στη Μακεδονία, που μετέβαλλαν άρδην την εθνολογική σύνθεση των κατοίκων της.[26] Την περίοδο αυτή, και ιδιαίτερα μετά τη μικρασιατική καταστροφή, ο πληθυσμός της περιοχής του Ρουμλουκιού υπερδιπλασιάστηκε.[27] Την τριετία 1925-1927 η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ) εγκατέστησε σε 40 οικισμούς του Ρουμλουκιού 1.869 προσφυγικές οικογένειες που αριθμούσαν 7.357 άτομα.[28] Ορισμένοι μάλιστα από τους οικισμούς αυτούς, όπως το Πλατύ και ο Νέος Πρόδρομος, δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός. Οι απαλλοτριώσεις τσιφλικιών, οι επιτάξεις ακινήτων και οι διανομές γαιών, που πραγματοποιήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1920 προκειμένου να ικανοποιηθούν οι πιεστικές ανάγκες της οικιστικής και γεωργικής αποκατάστασης των νεοαφιχθέντων επήλυδων, όξυνε τις ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ των γηγενών και των προσφύγων.[29]

Η άφιξη του Λουκόπουλου στο Ρουμλούκι συνέπεσε με τη διανομή σε 45 παραλίμνια χωριά 187.000 περίπου στρεμμάτων γεωργικής γης,[30] που αποκαλύφθηκε μετά την ολοκλήρωση των έργων αποξήρανσης της λίμνης Γιαννιτσών και των ελών Λουδία. Στο πολιτισμικό χάσμα που αποξένωνε τους γηγενείς από τους πρόσφυγες προστέθηκε ο ανταγωνισμός για τη διεκδίκηση των διανεμόμενων γαιών, που πυροδότησε αντιπαλότητες και αντιδικίες σε τοπική κλίμακα, οι οποίες, στην περίπτωση του χωριού Νέος Πρόδρομος, είχαν αιματηρή κατάληξη.[31] Ο γηγενής πληθυσμός θεωρούσε τους πρόσφυγες υπαίτιους για την «υφαρπαγή της γης τους», που καλλιεργούσαν επί αιώνες οθωμανικής σκλαβιάς. Τα φαινόμενα αυτά δεν διέφυγαν της προσοχής του λαογράφου· στο χειρόγραφό του, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Λουκόπουλος κάνει αναφορές στις σχέσεις γηγενών-προσφύγων και στις πολιτισμικές διαφορές τους.

Η οικονομία του Ρουμλουκιού στηριζόταν αποκλειστικά στον πρωτογενή τομέα. Η καλλιέργεια δημητριακών (κυρίως σιτάρι και, δευτερεύοντος, καλαμπόκι) καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της γεωργικής έκτασης της περιοχής. Το 1935, σύμφωνα με έκθεση της ΑΤΕ, η παραγωγή σιταριού στην Ελλάδα ήταν 740.000 τόνοι και κάλυπτε το 71,1% της εγχώριας κατανάλωσης. Η μέση στρεμματική απόδοση της καλλιέργειας ήταν μόλις 87 οκάδες και η μέση τιμή πώλησης του προϊόντος 6,74 δραχμές ανά οκά.[32] Στα εύφορα χωράφια του Ρουμλουκιού οι στρεμματικές αποδόσεις ήταν υψηλότερες του μέσου εθνικού όρου, όπως και η τιμή του. Για παράδειγμα, το σιτάρι της πρώιμης ιταλικής ποικιλίας Mentana πωλούνταν το 1935 από τους παραγωγούς σε χωριά των Γιαννιτσών προς 7-7,20 δραχμές η οκά.[33]

Η παρουσία του Λουκόπουλου στο Ρουμλούκι συνέπεσε με τις εργασίες θερισμού και αλωνισμού. Αυτή η χρονική σύμπτωση, που φαίνεται να δυσκόλεψε ως ένα βαθμό το έργο του λαογράφου στο πεδίο καθότι οι γεωργοί της περιοχής ήταν εντελώς απασχολημένοι με τη συγκομιδή της σοδειάς τους, του έδωσε την ευκαιρία της αυτοπρόσωπης παρατήρησης και καταγραφής των γεωργικών εργασιών του θέρους. Σχεδόν τα 2/5 της ύλης του χειρογράφου καλύπτουν οι αναλυτικές περιγραφές τους (θερισμός, αλωνισμός, λίχνισμα, δρεμόνισμα), η αποθήκευση της σοδειάς, το άλεσμα, τα γεωργικά εργαλεία και τα μεταφορικά μέσα.

Ο Λουκόπουλος δεν αναφέρει το παραμικρό για καλλιέργεια βαμβακιού στο Ρουμλούκι. Την περίοδο αυτή, ωστόσο, υπήρχε στην περιοχή η καλλιέργεια, την οποία προωθούσε από το 1932 το Ινστιτούτο Βάμβακος. Σημειώνουμε ότι, ένα χρόνο αργότερα (16 Νοεμβρίου 1936) ο Γιώργος Σεφέρης, ταξιδεύοντας με τρένο από το Πλατύ στη Φλώρινα, παρατήρησε στη διαδρομή μέχρι την Ξεχασμένη «άσπρο μπαμπάκι μέσα στην ομίχλη».[34]

4. Πληροφορίες για την αποστολή του Λουκόπουλου στο Ρουμλούκι

Το 1935 ήταν η τελευταία χρονιά υπηρεσίας του Λουκόπουλου στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε την 1η Νοεμβρίου. Παράλληλα, τις απογευματινές και βραδινές ώρες εργαζόταν για το ΑΜΛ της Μερλιέ, συλλέγοντας μαρτυρίες από τους πρόσφυγες των Φαράσων που διέμεναν στο Μοσχάτο Αττικής. Από την άνοιξη του 1935 σχεδίαζε να πραγματοποιήσει το καλοκαίρι αποστολή στη Κεντρική Μακεδονία με διττό σκοπό: αφενός για να καταγράψει πρώτη φορά μαρτυρίες προσφύγων από τα πέντε χωριά-αποικίες των Φαράσων,[35] που είχαν εγκατασταθεί από το 1924-25 στο συνοικισμό Πλατύ[36] και αφετέρου να περιοδεύσει σε χωριά του Ρουμλουκιού και των Πιιερίων για τη συλλογή λαογραφικού υλικού, το οποίο θα κατέθετε στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας.

Τον Ιούνιο του 1935 η Σύγκλητος της Ακαδημίας Αθηνών ενέκρινε απόφαση της Εφορευτικής Επιτροπής του Λαογραφικού Αρχείου για την αποστολή του Λουκόπουλου στο Ρουμλούκι και τα Πιέρια.[37] Ο καταλληλότερος χρόνος για την πραγματοποίησή της ήταν από τα μέσα Ιουλίου μέχρι τα μέσα Αυγούστου, όταν τα τμήματα της Ακαδημίας παρέμεναν κλειστά για τις θερινές διακοπές.

Πληροφορίες για το διάστημα της παραμονής του Λουκόπουλου στο Ρουμλούκι εκμαιεύουμε από ανέκδοτες επιστολές του προς τη Μέλπω Μερλιέ.[38] Το καλοκαίρι του 1935 η «κυρία διευθύντρια» – όπως αποκαλούσε συχνά τη Μερλιέ ο Λουκόπουλος – βρισκόταν στο Παρίσι και ζήτησε από τον έμμισθο συνεργάτη της να την ενημερώνει κάθε εβδομάδα, με γράμματά του από το Πλατύ, για την πρόοδο της εργασίας του με τους πρόσφυγες των αποικιών Φαράσων. Από τις επιστολές του αυτές μαθαίνουμε ότι ο Λουκόπουλος ήρθε στο Πλατύ στις 15 Ιουλίου και διέμεινε γύρω στις 11-12 ημέρες στο ξενοδοχείο του σιδηροδρομικού σταθμού, μέχρι να τελειώσει τη συλλογή μαρτυριών από πρόσφυγες του συνοικισμού. Στη συνέχεια, φαίνεται να αφιέρωσε άλλες τόσες περίπου ημέρες (από τις 27 Ιουλίου μέχρι και τις 6 ή 7 Αυγούστου), για την περιοδεία του σε χωριά του Ρουμλουκιού και των Πιερίων.

Επισκέφθηκε είκοσι, τουλάχιστον, οικισμούς της περιοχής (βλ. χάρτη) και συνέλεξε λαογραφικό υλικό από τα χωριά: Λιανοβέργι, Παλαιοχώρι, Γιδάς (Αλεξάνδρεια), Νησέλι, Μέγα Αλάμπορο (Πρασινάδα), Μικρό Αλάμπορο (Κυδωνιά), Αγκαθιά, Σφήνιτσα, Τρίχλοβο (Τριλοφιά), Βούλτσιστα (Λιβάδι), Πρόδρομος, Μελίκη, Νεόκαστρο, Λότζιανο (Παλιάμπελα), Ράδιανη (Ρυάκια) και Κολινδρός. Το περισσότερο υλικό προέρχεται – κατά φθίνουσα σειρά – από τα χωριά Γιδάς, Αγκαθιά, Λιανοβέργι, Νησέλι, Νεόκαστρο, Μελίκη, Βούλτσιστα και το Μετόχι της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους. Για τα υπόλοιπα χωριά, οι αναφορές του περιορίζονται κυρίως σε τοπωνυμικές καταγραφές.

Στο χειρόγραφό του σημειώνει ότι φιλοξενήθηκε «κάμποσες μέρες» στην Αγκαθιά (έμενε στο σπίτι του νεαρού γραμματέα της κοινότητας Δημήτρη Μουσινέκα) και «κάμποσες μέρες» στο Μετόχι της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους στη Βούλτσιστα. Πέραν αυτών, δεν παρέχει καμιά άλλη πληροφορία, ούτε για τις διαδρομές που ακολούθησε ούτε για τα μέσα που χρησιμοποίησε στις μετακινήσεις του. Γνωρίζουμε όμως ότι ήταν δεινός πεζοπόρος[39] και μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι διένυσε πολλά χιλιόμετρα περπατώντας στον κάμπο του Ρουμλουκιού, παρά τις υψηλές θερμοκρασίες της εποχής.


5. Περιγραφή του χειρογράφου και των περιεχομένων του

Η λαογραφική συλλογή του Λουκόπουλου από την αποστολή του στο Ρουμλούκι και τα Πιέρια αποτυπώνεται σε τρία χειρόγραφα τετράδια, διαστάσεων 17 x 24 εκ. Είναι πανομοιότυπα, 200 φύλλων το καθένα και κάθε σελίδα έχει 20 ριγωμένες γραμμές. Το χειρόγραφο εκτείνεται σε 1.025 σελίδες των τριών τετραδίων, που φέρουν συνεχή αρίθμηση από τον ίδιο. Στην 1η σελίδα αναγράφεται ιδιοχείρως ο τίτλος της συλλογής: «Αποστολή Δημητρίου Λουκόπουλου εις Ρουμλούκι και Πιέρια το θέρος του 1935» και αποκάτω: «Απόφασις της Συγκλήτου της Ακαδημίας Αθηνών υπ’ αριθ. 7331 κοινοποιηθείσα. Συνεδρία 22α». Η συλλογή του, την οποία κατέθεσε στις 10 Φεβρουαρίου 1936 στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, φέρει αύξοντα αριθμό εισαγωγής 984. Σήμερα φυλάσσεται βιβλιοδετημένη σε ένα τόμο στο αρχείο χειρογράφων του ΚΕΕΛ,[40] όπου ο γράφων είχε την ευκαιρία να μελετήσει το 2018 και το 2021. Μαζί με το χειρόγραφο, ο Λουκόπουλος κατέθεσε στο Λαογραφικό Αρχείο 16 φωτογραφίες του από το Ρουμλούκι. Από αυτές, δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά εννέα φωτογραφίες (βλ. Παράρτημα ΙΙ). Σημειώνουμε, επίσης, ότι στο αρχείο χειρογράφων του ΚΕΕΛ υπάρχουν και άλλα χειρόγραφα με λαογραφικό υλικό από το Ρουμλούκι. Αυτά αναφέρονται αναλυτικά στο Παράρτημα ΙΙΙ.

Η θεματογραφία που καλύπτει η λαογραφική συλλογή του Λουκόπουλου από το Ρουμλούκι και τα Πιέρια είναι ευρύτατη. Περιέχει εκτενείς περιγραφές των αγροτικών εργασιών και των γεωργικών εργαλείων με σχηματικές απεικονίσεις των, καταγραφές του ποιμενικού, κυνηγετικού και αλιευτικού βίου με τις εθιμικές πρακτικές τους, πληροφορίες για τον πληθυσμό ορισμένων χωριών με καταγραφές 275 τοπωνυμίων και εδαφονυμίων τους, περιγραφές της αγροτικής κατοικίας και των συμπληρωμάτων της (αποθήκη, στάβλος, αχυρώνας, φούρνος), αναφορές στη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής, στα οικόσιτα ζώα, στην ύδρευση, στην τοπική ενδυμασία και υπόδηση, στα οικιακά σκεύη, τις τροφές και τη μαγειρική, στα πανηγύρια, στη συνήθεια της ουζοποσίας, στις σχέσεις γηγενών-προσφύγων, στη συμπεριφορά των ντόπιων προς τους ξένους, τη φιλοξενία, τη λαϊκή λατρεία, τη λαϊκή αστρολογία και μετεωρολογία, καταγραφές παραμυθιών, παραδόσεων, δοξασιών και τραγουδιών. Επίσης αινίγματα, γλωσσοδέτες, ευχές, κατάρες, παροιμίες, ευτράπελα, γλωσσικές ιδιομορφίες, εκτενείς περιγραφές των εορταστικών-θρησκευτικών δρώμενων, των εθίμων του κύκλου της ζωής (γάμος, γέννηση, θάνατος), παιδικών παιχνιδιών, κ.ά.

Το περιεχόμενο της συλλογής του, με τη σειρά που είναι καταγεγραμμένο στα τρία τετράδια, αναφέρεται αναλυτικά στο Παράρτημα Ι. Από το περιεχόμενο, σταχυολογήσαμε πολλά αποσπάσματα τα οποία παραθέτουμε στη συνέχεια, θεματικά ή ανά οικισμό χωριστά. Στο τέλος κάθε αποσπάσματος σημειώνεται μέσα σε παρένθεση ο αριθμός της σελίδας ή των σελίδων όπου απαντάται το απόσπασμα.

5.1 Γενικά για τους οικισμούς – τοπωνύμια

Αγκαθιά: «Το χωριό τούτο ωνομάζονταν πριν Γκριζιάλ και δεν είναι στο ρίζωμα του βουνού όπου τώρα είναι φρεσκοχτισμένο, αλλά πιο κάτω κατακαμπής στην άκρη του Αλιάκμονα. Εκεί όμως υπόφεραν πολύ οι άνθρωποι από την ελονοσία και από τις πλημμύρες. Το κράτος του έκαμε τον καινούργιον τούτο συνοικισμό. Είναι χάρμα ματιών με τα ολοκαίνουργια σπίτια του. Ωστόσο οι κάτοικοι δε μένουν ευχαριστημένοι, γιατί δεν έχουν νερό μπόλικο και έχουν κοντά τους και πρόσφυγες, με τους οποίους συγκρούονται πολλές φορές.» (17-18). Καταγράφει και 24 τοπωνύμια (17-21).

Βούλτσιστα [Λιβάδι]: «είναι στο πλάι του βουνού (Πιέρια). Η περιφέρεια του ανήκε στη Μονή Αγίου Γρηγορίου του Αγίου Όρους. Αλλά απηλλοτριώθη και διεμοιράσθη στους χωρικούς. Ωστόσο το Μοναστήρι κράτησε τη μερίδα του λέοντος και έχει ένα Μετόχιο, όπου υπάρχει πλήρης γεωργική εγκατάστασις που την διευθύνουν αυτοπρόσωποι καλόγεροι του Αγίου Όρους. Τα χωράφια τα καλλιεργούν με εργατικά.» (37-38). Καταγράφει και 56 τοπωνύμια (38-44).

Γιδάς: «από τα μεγάλα χωριά. Έχει πολλούς ντόπιους Ρουμλουκιώτες αλλά είναι εγκαταστημένοι και προσφυγές (80 οικογένειες. Οι 60 από τη Βιζύη της Ανατ. Θράκης και οι 20 από τη Μαγνησία και τα γύρω της Σμύρνης). Οι γηγενείς αποτελούν ξεχωριστόν μαχαλά, οι πρόσφυγες είναι εγκαταστημένοι κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό, γιατί εδώ περνά ο σιδηρόδρομος Μοναστηρίου-Θεσσαλονίκης. Το χωριό αυτό μόλο που έχει συγκοινωνία διατηρεί όλο το παλιό χρώμα στα έθιμα και τις γυναικείες ντυμασιές.» (11) – «Ο Γιδάς είναι χτισμένος κατακαμπής. Κάθε σπίτι του χτισμένο όπως αλλού έχουμε γράψει, έχει μπρος του τον κήπο του με τα φασόλια, με τις τομάτες, με τα καλαμπόκια του και με το μποστάνι του. Τα περισσότερα δε σπίτια έχουν τη βρύση τους – αρτεσιανό πηγάδι που με σωλήνα πετάει το νερό πάνω. Τα σπίτια μακρυά το ένα από το άλλο και χωρίζονται από τους μεγάλους κήπους.» (323-324). – «Σήμερα στο Γιδά υπάρχουν πολλά αρτεσιανά και φρέατα και το νερό το έχουν μπόλικο. Στα παλιά όμως χρόνια δεν υπήρχαν στο χωριό βρύσες, και τότε το νερό έπρεπε να το φέρουν από τον Αλιάκμονα, μια ώρα μακριά από το Γιδά. Πήγαιναν με βουτσιά (βυτία) κουβαλώντας τα με τους αραμπάδες. Γέμιζαν τα στσιά (150-200 οκάδων) και το έφερναν στο χωριό. Με το νερό αυτό περνούσαν 10-15 μέρες.» (232-233). Καταγράφει και 15 τοπωνύμια (8-10).

Κολιντρός: «Είναι από τα μεγαλύτερα χωριά των Πιερίων· έχει πλέον από 500 οικογένειες γεωργικές, όλες ντόπιες.» (49-50). Καταγράφει 30 τοπωνύμια (50-53, 175-176).

Λιανοβέρι: «Έχει γηγενείς (Ρουμλουκιώτες) και πρόσφυγες. Οι ντόπιοι είναι περίπου 100 οικογένειες. Πρόσφυγες είναι 25 οικογένειες καταγόμενες από το Τσανάκαλε. Τους είχαν βγάλει στα 1924 στο Βόλο· έπειτα τους πήγαν στη Θεσσαλονίκη, όπου έμειναν ένα χρόνο. Από κει τους έφεραν και τους εγκατέστησαν στο Λιανοβέρι.» (3). Καταγράφει 8 τοπωνύμια (4-5).

Λούντζινο [Παλιάμπελα]: «είναι χωριό στο ρίζωμα των Πιερίων στην επαρχία Αικατερίνης και έχει τους πιο πολλούς πρόσφυγες από τις Σαράντα Εκκλησιές της Θράκης. Απέχει το Λούντζινο από το Λιαμπάνοβο όπου ο σιδηροδρομικός σταθμός του σιδηροδρόμου Αθηνών-Θεσσαλονίκης μόνο τρία τέταρτα της ώρας.» (176). Καταγράφει και 5 τοπωνύμια (176-177).

Μεγάλο Αλάμπορο [Πρασινάδα]: «έχει 40 οικογένειες ντόπιες. Πρόσφυγες δεν υπάρχουν.» (23). Καταγράφει και 7 τοπωνύμια (22-23).

Μελίκη: Δεν αναφέρει πληροφορίες για το χωριό, παρατηρεί ότι «οι ντόπιοι μόλις τώρα άρχισαν να φυτεύουν αμπέλια μιμούμενοι το παράδειγμα των προσφύγων (Θρακών) που μόλις εγκαταστάθηκαν φύτεψαν κλήματα και τώρα έχουν θαυμάσια αμπέλια με συκιές, ροδακινιές και άλλα οπωροφόρα δέντρα μέσα.» (115). Καταγράφει και 32 τοπωνύμια (29-33).

Μετόχι: «Είναι στην άκρη στη Βούλτσιστα και νότια απ’ αυτή στο πλάι, ένα μεγάλο σπίτι διώροφο με εκκλησία μέσα, βεράντα απέξω. Στη βεράντα αυτή όταν κάθεσαι βλέπεις και τη Θεσσαλονίκη […] Το μετόχι ανήκει στη Μονή του Αγίου Όρους, τον Άη-Γρηγόριο. Εδώ έχει το μοναστήρι πλέον από 4 χιλ. στρέμματα στην κατοχή του, χέρσα και δάση. Το κτήμα το αγόρασε η μονή το έτος 1860 από ένα μπέη της Θεσσαλονίκης. Μέσα στο κτήμα βρίσκεται το χωριό η Βουλτσιστα· τριανταριά οικογένειες όλες ντόπιες. Τα σπίτια του χωριού ανήκαν κι αυτά στο μπέη, τα παλιά και με την αγορά του τσιφλικιού περιήλθον κι αυτά στη μονή. Με τον ερχομό του ελληνικού έπρεπε το κτήμα να εκποιηθή για να αποκατασταθούν σ’ ελεύθερους οι χωριάτες της Βούλτσιστας. Αλλά το μοναστήρι για να το σώση δέχτηκε να παραχωρήση κλήρο στον κάθε χωριανό από 100 στρέμματα και τα σπίτια τους τα αναγνώρισε δικά τους· όλα αυτά με πληρωμή σε δόσεις. Έτσι οι χωριάτες απελευθερώθηκαν και το μοναστήρι έσωσε τον πιο πολύ τόπο του, που του ήταν τόσο αναγκαίος, γιατί είναι φτωχοί. Τώρα βγάζει 50-60 χιλιάδες οκάδες σιτάρι το χρόνο εξόν απ’ το καλαμπόκι. Επίσης εδώ τρέφει φοράδες για τη γέννα. Γεννούν μουλάρια κι απ’ αυτά πουλεί πολλά και παίρνει λεπτά. Επίσης τρέφη όρνιθες πολλές, πολλά περιστέρια (ολόκληρα σμήνη), απειρία κουνέλια κι άλλα ζώα. Όλα στο Μετόχι μέσα· εξόν από τα γιδοπρόβατά του που βόσκουν στα χέρσα και τα δάση. Εδώ διατηρεί πλέον από 10 υπαλλήλους με μισθό και κάνουν τις γεωργικές δουλειές. Τους πληρώνει 1.000-1.300 δραχμές το μήνα και τους τρέφει. Όλοι είναι από τη Βούλτσιστα και τα περίχωρα. Άλλοι κάνουν το ζευγάρι, θερίζουν, αλωνίζουν κλπ. κι άλλοι οδηγούν τις φοράδες στη βοσκή και τα μαρτίνια κι άλλοι κάνουν άλλο. Και μέσα στο Μετόχι υπάρχει μάγειρας ειδικός. Για την προκοπή του Μετοχιού στέλνει στα δύο στα τρία χρόνια το Μοναστήρι Άη Γρηγόριος έναν οικονόμο (καλόγερο)· επίσης στέλνει κι ένα δεύτερον καλόγηρο να συνεπιβλέπη με τον πρώτο. Στέλνει και δύο άλλους που κάνουν το γεωργό και δουλεύουν όπως οι άλλοι οι υπάλληλοι, τρώνε όμως με τον οικονόμο και το δεύτερον καλόγηρο. Το Μετόχι έχει απέξω μεγάλες αποθήκες όπου συγκομίζονται τα προϊόντα του και σταυλίζονται τα ζώα του. Και το σπίτι του μετοχιού είναι παμμέγιστο σαν παλάτι με πολλά και μεγάλα κελλιά. Ο κάθε καλόγερος έχει το δικό του κελλί. Ένα δωμάτιο, το πιο μεγάλο, στον πιο απάνω όροφο το χρησιμοποιούν για εκκλησία. Έχει εικονοστάσιο, εικόνες, άγιο βήμα, στασίδια. Στην εκκλησιά ψάλλονται όλες οι Ακολουθίες και διαβάζονται όλοι οι κανόνες όπως στο Άγιο Όρος. Οι καλόγεροι σαν Αγιορείτες ακολουθούν το παλιό ημερολόγιο. Ο οικονόμος του Μετοχιού είναι ένας Μωραΐτης ξυπνότατος και δραστηριώτατος. Ο δεύτερος, κι αυτός Μωραΐτης μα τεμπέλης. Ο τρίτος ένας μικρόσωμος Σαμιώτης κι ο τέταρτος ένας νεαρός κι αυτός Τριπολιτσιώτης. Όσο εισόδημα βγάζει εδώ το μοναστήρι το πωλεί επί τόπου. Το μεταβάλλει σε χρήμα και μ’ αυτό αγοράζει τα χρειαζούμενα. Θα το μετάφερνε, αλλά κοστίζει η μεταφορά.» (44-49).

Μικρό Αλάμπορο [Κυδωνιά]: Δεν δίνει πληροφορίες για το χωριό, καταγράφει όμως 9 τοπωνύμια (12-13).

Νησέλι: «όνομα και πράγμα. Περνούσε (πριν διοχατευθή ο Αλιάκμων) και από δω και αποκεί και το χωριό έμεινε στο ανάμεσα· σα νησί· εντεύθεν Νησέλι.» (13-14). – «Το Νησέλι είναι χωριό Ρουμλουκιώτικο, Νότια από το Γιδά και μετά την παλιά κοίτη του Αλιάκμονα. Εντελώς γεωργικό χωριό.» (91) – «Στο Νησέλι οι γεωργοί όλοι φτειάνουν ο καθένας και το μπουστάνι του όπου παράγει τα πεπόνια και τα καρπούζια όσα του είναι αναγκαία. Στον καιρό τους, οι γεωργοί τρώνε διαρκώς πεπόνια και καρπούζια αλύπητα. Τρώνε και τα παιδιά τους διαρκώς· μάλιστα διαλένε τα πιο εκλεκτά απ’ το μπουστάνι, τα κατώτερα τα πετούν και τα τρώνε τα γουρούνια, οι κότες και οι πάπιες, χήνες κλπ ζώα.» (102-103). Καταγράφει 14 τοπωνύμια (13-17).

Νιόκαστρο: «Το χωριό απέχει απ’ τη Μελίκη μισή ώρα και βρίσκεται στο ρίζωμα όπου αρχίζει το πλάι των Πιερίων. Εδώ μπορεί να το πάρη κανείς για ουδέτερη ζώνη μεταξύ Ρουμλουκιού και Πιερίων. Το νιώθης από την ενδυμασία ιδίως των γυναικών· λείπει το κατσούλι (η περικεφαλαία) πια και οι γυναίκες φορούν μαντήλια και διαφορετικά ενδύματα. Το χωριό αποτελείται μόνο από γηγενείς κι ήταν επί Τουρκίας μπέικο· το ώριζε Αλβανός μπέης και ο πύργος του (η κούλια) σώζεται ακόμα.» (33-34) – «Στο Νιόκαστρο τα σπίτια χτίζονται με πέτρες· γιατί κοντά στο ρίζωμα του βουνού υπάρχει άφθονη πέτρα και τα έχτιζαν μαστόροι Σέρβοι που ήρχονταν από τη Σερβία στον καιρό της Τουρκίας. Τα πιο πολλά σπίτια είναι διώροφα, ανώγεια όπως τα λένε. Ωστόσο υπάρχουν και σπίτια χαμπλά. Τα σπίτια έχουν 3-4 δωμάτια. Τα δωμάτια όλα εδώ τα λένε οντάδες. Τον οντά που χρησιμοποιούν για τους μουσαφεραίους τον λένε μουσαφίρ οντά. Την κουζίνα τη λένε μαγειρειό. Την αποθήκη τη λένε συνήθως (το) σπίτ’. Το κάτω σπίτι από το ανώγειο το λένει κατώει. Στα κατώγεια είναι δύο δωμάτια. Το ένα χρησιμεύει για αποθήκη και το άλλο γι’ αχούρι να δένουν τα ζώα. Εκεί είναι και το παχνί όπου τα δένουν. Εκεί κάτω υπάρχουν και οι φωλιές που γεννούν οι κόττες.» (235-236). Καταγράφει 21 τοπωνύμια (34-37).

Παλιοχώρι: «Οι κάτοικοι είναι και ντόπιοι είναι και πρόσφυγες. Προσφυγικές οικογένειες έχουν εγκατασταθεί 38 περίπου που κατάγονται από την Τυρολόη και το Γιοβαλί της Ανατολ. Θράκης.» (6). Καταγράφει 10 τοπωνύμια (7,12).

Ρέντενο [Ρυάκια]: Σημειώνει μόνο ότι είναι «χωριό των Πιερίων. Έχει 100 σπίτια.» (531).

Σφήνιτσα: Δεν δίδει πληροφορίες για τον οικισμό, καταγράφει όμως 19 τοπωνύμια (24-26).

Τρίχλοβο [Τριλοφιά]: Δεν αναφέρει πληροφορίες για τον οικισμό, καταγράφει όμως 25 τοπωνύμια (26-29).

5.2 Γεωργικός βίος

«Το Ρουμλούκι είναι κατ’ εξοχήν γεωργικό μέρος. Όλοι οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, όποιος διατηρεί πρόβατα ή αγελάδια, επικουρικώς τα διατηρεί· έτσι για να έχει κάποια βοήθεια στη γεωργικές του δουλειές. Τρία χρόνια τώρα το Ρουμλούκι είχε έξοχη παραγωγή σιταριού.» (172-173).

«Σήμερα απ’ άκρη σ’ άκρη στον κάμπο της Θεσσαλονίκης σπέρνουν μεϊντάνα, σπόρο του οποίου έφερε η κυβέρνηση και η απόδοσή του είναι πολύ μεγάλη, ωστόσο υπάρχουν κι άλλα είδη σιταριού που άλλοτε σπέρνονταν γενικώς, σήμερα όμως κάπου κάπου. Αυτά τα είδη είναι: κόκκινο (πράγματι κοκκινωπό και με σκληρό σπειρί σιτάρι), η πλατίτσα με οπωσούν πεπλατυσμένο σπειρί και με χρώμα άσπρο, το αβρεντεσάρι κι αυτό έχει σπειρί σκληρό, το τριμήνι γι’ αυτό και παραπάνω κάμαμε λόγο. Ο κουτουρλιάς. Αυτό είναι το πασίγνωστο στη Ρούμελη σιτάρι που το στάχυ του δε βγάζει άγανο εξ’ ου και κουτουρλιάς τάχα κουτουρλός κουτσουρεμένος, με δίχως άγανο. Το σπειρί του είναι άσπρο [το] ψωμί του επίσης άσπρο.» (116-117).

«Το σιτάρι στο Ρουμλούκι το αλέθουν σε νερόμυλους. Σ’ όλα τα χωριά σχεδόν έχουν νερόμυλους, γιατί έχουν και ποταμίσια νερά. Ωστόσο στα τελευταία χρόνια πάνε να τους αντικαταστήσουν οι ατμοκίνητοι που τους κινούν με πετρέλαιο ή βενζίνα. Έτσι σιγά-σιγά υποχωρούν οι νερόμυλοι. Δε συμβαίνει το ίδιο και με τα ορεινά χωριά των Πιερίων. Αυτού οι νερόμυλοι είναι εν πλήρει ακμή.» (147-148).

«Χερόμυλος. Σ’ όλα τα χωριά του Ρουμλουκιού απαντάται ο χερόμυλος που στην Παλαιά Ελλάδα έχει λείψει παντελώς και στην Ήπειρο έχει περιοριστεί σε ολίγα μόνο μέρη. Κανένα σπίτι δε βρίσκεις στο Ρουμλούκι που να μην έχει το χερόμυλό του.» (149) – «Με το χερόμυλο κόβουν, έτσι λένε, το σιτάρι για να φτιάσουν τραχανά· τον τραχανά που λέγεται μπλιγούρι. Επίσης αλέθουν το ρόβι για να το δίνουν στα ζώα να το τρώνε· γιατί το ρόβι μόνον για τροφή των ζώων χρησιμεύει όχι για τροφή ανθρώπων.» (154).

«Καλαμπόκια μόνο από το Γιδά και νοτιώτερα προς τα Πιέρια καλλιεργούν. Από το Γιδά και προς τα βόρεια καλλιεργούν μόνο σιτάρι και τρώγουν ψωμί μόνο σιταρίσιο, ενώ από το Νησέλι και νοτιώτερα όπου η γη όσο πάει προς το βουνό γίνεται και πιο φτωχή τρώνε κι από καλαμπόκι ψωμί οι άνθρωποι γιατί καλλιεργούν και καλαμπόκια.» (101-102) «Είδη καλαμποκιού. Είναι το κόκκινο, πράγματι με κόκκινο σπειρί. Σπανιώτερο είναι ένα είδος που το λένε φράγγος· αυτό έχει σπειρί στενόμακρο και κλίνει προς το κίτρινο και άσπρο. Ο σπόρος του είναι ξενικός, τάχα φερμένος απ’ τη Φραγγιά γι’ αυτό και είπαν φράγγος. Το σπειρί του είναι πολύ χοντρό και το πιο πολύ το χρησιμοποιούν για τροφή των ζώων. Το καλαμπόκι αξεφλούδιγο όπως το κόβουν το ονομάζουν ρόκα. Όταν το ξεφλουδίσουν και φαίνεται με τα σπειριά του τότε το ονομάζουν κουκούτσι. Τα ξεσπειρίζουν τα κουκούτσια και μετά τα καίουν.» (118-119).

«Το θερισμένο σιτάρι και όλα τα άλλα σιτηρά και όσπρια οι γεωργοί τα μεταφέρουν στα αλώνια ή προς πώλησιν με τον αραμπά. Ο αραμπάς είναι ένα μακρύ τετράτροχο αμάξι που το σέρνουν δύο βουβάλια ή βόδια. Επειδή είναι μακρύ-μακρύ σαν παπόρι, το ονομάζουν παμπόρι προς διάκρισιν από άλλον αραμπά, τετράτροχον κι αυτόν, μα όχι τόσο μακρύν σαν το παμπόρι. Κι αυτόν τον κοντύτερο αραμπά τον ονομάζουν μπρίσκα. Τη μπρίσκα τη χρησιμοποιούν κυρίως για μεταφορά ανθρώπων ή σάκκων με σιτηρά.» (53-54) – «Το παμπόρι έχει 10-12 κλιμνιές, όπως λένε τα ορθάρια τα ξύλα που βάζουν γύρω για να μην πέφτουν τα δεμάτια απ’ τον αραμπά. Οι τροχοί των αραμπάδων άλλοτε ήταν ξυλένιοι και γεμάτοι στη μέση, δηλαδή μονοκόμματοι. Σήμερα τους κατασκευάζουν ειδικοί μαστόροι και γίνονται με ακτίνες όπως των αμαξών και κάρρων οι τροχοί. Ο πάτος του αραμπά και η στρώση του λέγεται κρεββατίνα. Ένα μακρύ ξύλο που είναι καμωμένο έτσι που να γυρίζη εύκολα πότε δω και πότε κει λέγεται νυρμός, δηλαδή ρυμός· αυτή η ίδια αρχαία λέξις. Μπρος στο ρυμό σταυρωτά είναι τοποθετημένος ένας ζυγός. Έτσι λέγεται, όπου ζεύονται τα βόδια ή βουβάλια για να τον σύρουν. Το σίδερο που ενώνει το ζυγό με το νυρμό λέγεται γκέπτσιους (ο). Ο άξων (ξύλινος) που ενώνει τους δύο (τον έναν από δω και τον άλλον αποκεί σε απόσταση) τροχούς λέγεται ντεγκίλ. Ένα ξύλο που ενώνει τους μπροστινούς τροχούς με τους πισινούς λέγεται αλπού. Η περιφέρεια του τροχού που είναι στεφάνι σιδερένιο αρκετά παχύ ονομάζεται κεφαλάρι. Οι ακτίνες τους τροχού ονομάζονται παρμάκια. Τα ξύλα που ενώνουν τας δοκούς που είναι αποδώ κι αποκεί του παμποριού (αραμπά) ονομάζονται σαΐτες. Οι δοκοί αυτοί που φτειάνουν το παμπόρι ονομάζονται παμπορόξυλα. Το σίδερο που ενώνει το ζυγό με το νυρμό ονομάζεται γκέμτσους. Το κεφάλι του βοϊδιού ή βουβαλιού που σέρνει τον αραμπά κρατιέται ανάμεσα σε δύο κάθετα ξύλα. Από κάτω τα ξύλα τα συνδέει οριζόντια σιδερένια ράβδος, η λιμαργιά. Το όλο αυτού που κρατιέται ο λαιμός του ζώου ονομάζεται ζεύλα όπως και στο αλέτρι. Το παμπόρι του αραμπά είναι κινητό. Όταν λοιπόν θέλουν να μεταφέρουν δεμάτια κλπ. το τοποθετούν στον αραμπά. Αν πρόκειται να μεταφέρουν άλλα πράγματα με μικρόν όγκο βγάζουν το παμπόρι και βάζουν μικρότερο κάρρο που το λένε κάσσα.» (75-78).

«Ο θερισμός γίνεται με παλαμαριές. Παλαμαριά είναι ένα χειρότι ξυλένιο, αρκετά μεγάλο. Βάζοντας κανείς τα δάχτυλα μέσα σ’ αυτό το χειρότι δεν έχει το φόβο να πληγώσει ή να κόψει τα δάχτυλά του ενώ θα χερώνη τα στάχυα για να τα κόψει με το δρεπάνι. Εξόν τούτο μπορεί να χερώνη πολλά μαζί στάχυα, ενώ με το χέρι γυμνό μόνο λιγοστά στάχυα μπορεί να χερώνη. Τις παλαμαριές τις κατασκευάζουν ειδικοί τεχνίτες, στα πλάγια των βουνών όπου βρίσκονται καλά και στερεά ξύλα. Τις παλαμαριές αυτές τις φέρνουν και τις πωλούν στα κέντρα όπως είναι η Βέροια, τα Γεννιτσά, η Θεσσαλονίκη κι οι γεωργοί από τα κέντρα αυτά τις αγοράζουν. Θερισμός δίχως παλαμαριά είναι αδύνατος στη Μακεδονία, γιατί εκεί τα σιτηρά είναι πολλά. Ενώ στη Ρούμελη πουθενά δε μεταχειρίζονται παλαμαριά. Το όσο πιάνει κανείς με την παλαμαριά, ενώ θερίζει στο χωράφι, το ονομάζουν απουχιρά. Θερίζει κανείς μια απουχιρά, την αποθέτει στη γη, θερίζει πάλι, την αποθέτει κι αυτή. Κάμποσες απουχιρές στοιβασμένες κάνουν το δεμάτι. Πολλά δεμάτια μαζί γίνονται στάβα. Κι έτσι λένε δεκάρικη στάβα = δέκα δεματιών, εικοσάρικη στάβα κλπ. Το χωράφι γεμίζει από στάβες. Και μια-μια στάβα τη σηκώνουν και τη βάζουν στον αραμπά το παμπόρι και τη μεταφέρουν στο αλώνι.» (55-57).

«Τα αλώνια στο Λιανοβέρι και στο Πλατύ τα έχουν στην άκρη στο χωριό. Είναι λάκκες πολύ μεγάλες και τις έχουν αλειμμένες κάτω με λάσπη και με βοϊδιού σβουνιά για να μη βγαίνη το χώμα. Αυτού αλωνίζουν τα σιτάρια τους αφού τα μεταφέρουν με τους αραμπάδες και τα στοιβάζουν ο καθένας σε δική του θέση. Στ’ άλλα χρόνια ο αλωνισμός γινόταν με τη δουκάνη. […] Τώρα καταργήθηκε πλέον η δουκάνη κι ο αλωνισμός γίνεται με τη μηχανή. Γέμισε από μηχανές αλωνιστικές το Ρουμλούκι. Βέβαια ο κάθε γεωργός αδύνατον να έχη αλωνιστική μηχανή που δουλεύει με ατμό, γιατί αξίζει πολλές χιλιάδες. Αλωνιστικές μηχανές αγοράζουν κεφαλαιούχοι και τις εκμεταλλεύονται. Αλωνίζουν εκ περιτροπής τα σιτάρια των χωρικών με αμοιβή - δέκα τοις εκατό σιτάρι το παίρνουν απ’ το γεωργό για το αλώνισμα. Αλωνιστικές μηχανές αγοράζουν και οι γεωργικοί συνεταιρισμοί και τις εκμεταλλεύονται.» (57-59) – «[…] στην Αγκαθιά κάνουν οικονομία. Σκέπτονται πως το αλωνιστικό αποδεκατίζει τον κόπο τους. Γιατί η αλωνιστική μηχανή για να σου αλωνίση το σιτάρι θα πάρη ένα 11%. Για να το κερδίσουν λοιπόν αυτό το 11 τοις εκατό προτιμούν ν’ αλωνίζουν όπως παλιά με τις δουκάνες.» (107-108) – «Νεόκαστρο. Εδώ, για να κάνουν οικονομία, δε χρησιμοποιούν αλωνιστικές μηχανές κι αλωνίζουν με τη δουκάνη που σύρουν τα βόδια, τα άλογα ή τα γαϊδούρια.» (120).

«Η δουκάνη είναι ένα πλατύ οπωσούν και μακρύ, πλέον του μέτρου, σανίδι καμπυλωτό κάπως. Από το κατω μέρος η δουκάνη είναι ολογιόμοτη με στουρναρολίθαρα και κομμάτια παλιοσίδερα κοφτερά. Στη μια της άκρα με δύο σχοινιά μακρυά πιάνοντάς την και δένοντάς την ζεύουν βόδι, βουβάλι, άλογο. Κάποτε και δυό βόδια ή δύο άλογα σέρνουν τη δουκάνη. Ο γεωργός κάθεται ολομεσής στη δοκάνη ή και στέκεται ορθός κρατώντας τα σχοινιά που είναι δεμένα από τα κεφάλια των ζώων που τη σέρνουν. Έτσι τα οδηγεί και κείνα σέρνουν ολόγυρα στο αλώνι κι απάνω στο λάλημα τη δοκάνη. Τα στουρνάρια και τα σιδεράκια περνώντας πάνω από το σιτάρι το πετσοκόβουν κι έτσι σιγά-σιγά κόβεται και γίνεται άχερο. Αυτό είναι το αλώνισμα με τη δοκάνη που προτιμούν στην Αγκαθιά αντίς τη μηχανή, γιατί δεν τους κοστίζει τίποτε παρά μια δοκάνη που θα αγοράσουν. Δοκάνες φτιάνουν οι βουνίσιοι των Πιερίων από ξύλα σφεντάμου, ή δρέϊνα που απ’ αυτά έχουν πολλά οι λόγγοι τους. Τις δοκάνες αυτές τις φέρνουν – όπως και τις παλαμαριές – και τις πωλούν στους μαγαζαρέους στα κέντρα που συναλλάσσονται οι γεωργοί σα να πης Βέροια, Γιδά κλπ. Και οι γεωργοί πηγαίνοντας γι’ άλλα ψώνια, ψωνίζουν και τη δοκάνη που τους χρειάζεται. Με μια δοκάνη μπορεί να αλωνίζης πολλά χρόνια.» (108-110).

«Λύχνισμα. Στη Μακεδονία πριν το γεύμα συνήθως πνέει ο λίβας. Όταν πνέει αυτός ο άνεμος δε μπορεί να γίνει λύχνισμα, μα ούτε και δερμόνισμα. Είναι ανακατεμένος ο καιρός. Από το ένα μέρος καθαρίζει το σιτάρι από τα κότσαλα και τον κουρνιαχτό κι απ’ το άλλο το ξαναγεμίζει. Γι’ αυτό και πριν το γεύμα λύχνισμα δε γίνεται. Περιμένουν το θαλασσινό τον αέρα για να λιχνίσουν. Θαλασσινό λένε τον άνεμο που πνέει από το Θερμαϊκό κόλπο. Αυτός αρχίζει να πνέει από τις 3 μ.μ. και ύστερα. Κάποτε άδικα τον περιμένουν στις 3. Οι λιχνιστάδες απρακτούν και περιμένουν. Καθυστερεί, ωστόσο με τη δύση του ήλιου νάτος, έφτασε. Και τότε αρχίζει το λύχνισμα. Κι εξακολουθεί. Τι ευτυχία αν τύχει φεγγαρόλουστη η νύχτα· τότε το λύχνισμα εξακολουθεί και τη νύχτα. Όσο πιο δυνατός είναι ο άνεμος τόσο πιο γρήγορα τελειώνει το λίχνισμα. Αρκεί να είναι πολλοί οι λιχνιστάδες και να λιχνίζουν εξακολουθητικά.» (170-171).

«Δρεμόνι. Ύστερα από το αλώνισμα και το λίχνισμα το σιτάρι δρεμονίζεται. Δρεμόνι είναι ένα κόσκινο μεγάλο με τρύπες μεγαλύτερες απ’ αυτό για να περνάη το σιτάρι. Το δρεμόνι το Μακεδονικό είναι πολύ μεγαλύτερο από άλλα της Ρούμελης που γνωρίζω. Πρέπει να έχει διάμετρο τουλάχιστο ένα μέτρο. Ο κόθρος του για να είναι πιο στέρεα έχει σιδεροστέφανα. Δυό ξύλα σαν παλούκια είναι καρφωμένα το ένα πλάι στο άλλο και χρησιμεύουν για πιάσματα. Πιάνει ο γεωργός με το ένα χέρι το ένα και με το άλλο το άλλο και το σείει το δρεμόνι για να πέφτη το σιτάρι που έχει μέσα κάτω.» (111-112).

«Μέτρα για να μετρούν τα σιτηρά έχουν πρώτα-πρώτα τον κούτλα. Ένας κούτλας έχει δώδεκα οκάδες. Οχτώ κούτλες κάνουν ένα κοιλό, ώστε ένα κοίλο ζυγίζει 96 οκάδες. Το κριθάρι είναι ελαφρότερο. Αν γεμίσης τον κούτλα από κριθάρι και όσο πιάση, το ζυγίσει θα βγη λιγώτερο από 12 οκάδες. Στα πριν χρόνια τον κούτλα τον έφτιαναν από ξύλο και τον αγόραζαν στις πολιτείες. Τώρα μεταχειρίζονται κούτλα από λαμαρίνα σιδερένιον. Όταν ρωτούσαν άλλοτε έναν γεωργό: "πόσα έκαμες;" Σου απαντούσαν: «τόσα κοιλά». Ωστόσο σήμερα τα μέτρημα γίνεται με καντάρια. Ζυγίζει δηλαδή κανείς ένα σακκί γεμάτο σιτάρι κι αυτό το βάρος το λέει καντάρι. Ώστε το καντάρι δεν είναι ωρισμένο βάρος. Τα καντάρια του κανείς τα κανονίζει με το σακκί που θα τύχη να έχη. Από το Γιδά κι απάνω ως μέτρα των σιτηρών έχουν και πάλι τις κούτλες, αλλά μεγαλύτερο μέτρο έχουν την κρήνα. Μια κρήνα έχει πέντε κούτλες, δηλαδή είναι 60 οκάδες. Τον κούτλα τον λένε και τενεκέ γιατί είναι πράγματι ένας τενεκές.» (67-69).

«Χαλνού καλαμπόκι λένε στο Γιδά όταν μαζεύουν το καλαμπόκι. Λοιπόν χαλνού καλαμπόκι = μαζεύω καλαμπόκι. Το σωρό το καλαμπόκι που σωρεύουν στη μέση στο αλώνι τον λένε γκβάρα. Λοιπόν μια γκβάρα καλαμπόκι = ένας σωρός καλαμπόκι. Όταν αποκόβουν τα καλαμπόκια τα απομέναντα στελέχη τα ονομάζουν καλαμποκιές. Τις καλαμποκιές τις κόβουν και τις μαζεύουν δεμάτια, τις ξηραίνουν και τις φυλάνε για τροφή των ζώων το χειμώνα. Όταν το καλαμπόκι γκουβαριαστή στο αλώνι, μαζεύονται γυναίκες και παιδιά της γειτονιάς, στέκονται απ’ ολόγυρα της γκβάρας και το ξεφλουδίζουν. Αυτό γίνεται προ πάντων το βράδυ, τη νύχτα, όπου έχουν καιρό να διαθέσουν. Αυτή η δουλειά λέγεται νυχτέρι. Στο νυχτέρι όσοι ξέρουν διηγούνται παραμύθια και παλιές ιστορίες· οι άλλοι τους ακούνε. Στο νυχτέρι εκεί έξω, από την αϋπνία και τον κόπο, πιάνει τον κόσμο η πείνα και γι’ αυτό η νοικοκυρά που έχει το καλαμπόκι, μαγειρεύει φαγητό και το παραθέτει και τρώνε όλοι όσοι έχουν πάρει μέρος στο νυχτέρι. Στα νυχτέρια τραγουδούν και διάφορα τραγούδια, πίνουν και κρασί και διασκεδάζουν ως το πρωί. Και όταν κουβανούν τα δεμάτια του σιταριού από το χωράφι, πάλι οι γείτονες και συγγενείς δίνουν συνδρομή στο νοικοκύρη. […] Το βράδυ όταν τελειώσουν τη δουλειά τους κάνουν φιλιά, έτσι λένε, δηλαδή τους παραθέτουν φαγητά και ποτό. Αφού φάνε, λένε: "Και του χρόνου να εχουμί".» (70-72).

«Νησέλι. Ο κοτσιρός. Ένα κοφίνι πλεχτό με βεριά καμωμένο στο ύπαιθρο και προ πάντων σε υψηλό και ευάερο οπωσούν μέρος λέγεται κοτσιρός. Χρειάζεται για να αποθηκεύουν τις ρόκες όπως λένε τα καλαμπόκια. Τον κατασκευάζουν να πως. Το σχέδιό του είναι ακριβώς σαν το σχέδιο μιας καλύβας ενός μακρυναριού μήκους και 10 μέτρων κάποτε. Μπήγουν στύλους τον έναν εδώ, τον άλλο πιο πέρα, τον άλλον παραπέρα κι έτσι φτειάνουν το περίγραμμά του με στύλους. Τους έχουν δε αρκετά κοντά τον έναν κοντά στον άλλον. Σε κάποια άκρα της μιας από τις μακρυές πλευρές του αφήνουν άνοιγμα για πόρτα. Έπειτα κόβουν βέρια δηλαδή βέργες όπως θα λέγαμε στην Παλιά Ελλάδα, χοντρές όσο το αντρικό δάκτυλο κι αρχίζουν και πλέκουν από τα κάτω προς τα πάνω ακριβώς όπως πλέκει κανείς ένα καλάθι. Μόνο η πόρτα μένει δίχως πλοκό. Βλέποντας κανείς αυτό το πλεχτό πράμα έχει την εντύπωση ότι πρόκειται για μια πλεχτή κοφίνα με σχήμα μακρυναριού στο ύπαιθρο τοποθετημένη. Έπειτα κατασκευάζεται η στέγη. Στα παλιότερα χρόνια κατασκεύαζαν στέγη με χόρτα λιμναία ή ελόβια που τα λένε στα μέρη τούτα ραγάζια. Τις σκεπάζουν λοιπόν τις στέγες τους με ραγάζι όπως και τα σπίτια στα παλιά χρόνια. Ωστόσο σήμερα αντίς για ραγάζι που κι αυτό έλειψε μαζί με τη λίμνη των Γεννιτσών και τα άλλα έλη που αποξηράνθηκαν. Σαν στεγασθή είναι πλέον έτοιμος ο κουτσιρός, σα να πης η αποθήκη που θα δεχθή το καλαμπόκι. Σ’ άλλα μέρη σαν να πης Ρούμελη, Μωριά, τα καλαμπόκια τα κόβουν από τις καλαμποκιές. Έπειτα μαζεύονται πολλοί μαζί και το ξεφλουδίζουν, λιάζουν τα ξεφλουδισμένα καλαμπόκια, τα στουμπίζουν και ξεσπειρίζονται. Μαζεύουν τα σπειριά και τα τοποθετούν στο αμπάρι και όταν θα πάνε καλαμπόκι στο μύλο για ν’ αλέσουν το βγάζουν από το αμπάρι. Εδώ στη Μακεδονία δε συμβαίνει το ίδιο (αυτό γίνεται και στην Ήπειρο). Αλλά μαζεύουν το καλαμπόκι και δεν το ξεφλουδίζουν. Το κουβαλούν από λίγο λίγο στον κουτσιρό και το αδειάζουν κάτω αρχινώντας από τη μια του άκρη εκείνη που δεν έχει την πόρτα. Από κει αδειάζοντας αδειάζοντας καλαμπόκι φτάνουν ως δώθε που είναι η πόρτα. Εκεί για να μη σκορπίζεται έξω το καλαμπόκι βάζουν ένα σανίδι, είδος κλεισίματος (κομμάτι πόρτας το πατινό). Αφού ισιώσει το καλαμπόκι δώθε και δώθε δηλαδή μπη το πρώτο στρώμα πα να πη η πρώτη στρώση, ο γεωργός αρχίζει ν’ αδειάζη καλαμπόκι και πάλι από την άκρη που δεν έχει άνοιγμα και αδειάζοντας αδειάζοντας φτάνει πάλι ως την πόρτα όπου βάζει δεύτερο σανίδι και κλείει το καλαμπόκι για να μην πέφτη προς τα έξω. Έτσι έκαμε τη δεύτερη στρώση του καλαμποκιού. Κάνει και την τρίτη, κάνει και τέταρτη και προχωρεί ο σωρός όλο και τον ανήφορο προς τη στέγη. Και κάθε φορά που κάνει καινούργια στρώση βάζει κι από ένα σανίδι ώσπου κλείει εντελώς η πόρτα ως την κορφή. Έτσι το καλαμπόκι αξεφλούδιγο αποθηκιάστηκε στον κουτσιρό μέσα και το λένε αυτό το αξεφλούδιγο καλαμπόκι ρόκα ή και εις πληθυντικόν ρόκες. Στον κουτσιρό μέσα η ρόκα δεν έχει κανένα φόβο από μούχλιασμα και από χάλασμα όσο κι αν βραχή. Γιατί εκεί μέσα είναι αδύνατο να μη βραχή μόλο που ο κουτσιρός έχει στέγη αποπάνω και ρίχνει τα βρόχινα νερά όξω. Η ρόκα βρέχεται από τα πλευρά του κουτσιρού που είναι όπως είπαμε πλεχτά με βεριά και συνεπώς δε μπορεί να κρατήσουν τη βροχή έξω, μάλιστα όταν τη φέρνη ο άνεμος εκ πλαγίου. Αλλ’ αυτό δεν πειράζη διόλου, διότι ναι μεν μπαίνει η βροχή μέσα, αλλά άμα πάψη να βρέχη μπαίνει κι ο αέρας μέσα και στεγνώνει τα καλαμπόκια πάλι. Αυτό το αένναο αέρισμα κρατή τη ρόκα σε καλή κατάσταση. Ίσως ρωτήσει κανείς και γιατί να αποθηκεύεται έξω η ρόκα κι όχι μέσα σε καμμιά αποθήκη; Πρώτον ένεκα της ευφορίας της γης οι ρόκες είναι πολλές στη Μακεδονία και είναι αδύνατο να αποθηκιαστούν σε σπίτια μέσα και αποθήκες. Και δεύτερον, δεν θα ήταν τόσο εξασφαλισμένη από το χάλασμα όσο στον κουτσιρό. Γιατί στην αποθήκη ή και στο σπίτι ο αερισμός που διατηρεί το καλαμπόκι αχάλαστο δεν γίνεται εύκολα. Καλύτερη λοιπόν εφεύρεση για τη διατήρηση της ρόκας από αυτήν του κουτσιρού δε μπορεί να υπάρξη. Τώρα πως γίνεται η ξόδεψη. Ήρθε η ανάγκη ν’ αλέση καλαμπόκι ο γεωργός ή να έχη καλαμπόκι για τροφή των προβατιών του όπως συμβαίνει πολλές φορές με το βαρύ χειμώνα, πάει στον κουτσιρό, βάζει μια ξύλινη σκάλα, ανεβαίνει και βγάζει το πιο πάνω σανίδι με το οποίο έχει κλεισμένο την πόρτα. Αποκεί βγάζει ρόκες, ένα-δύο σακκιά, όσο χρειάζονται και πάλι κλείει. Ξεφλουδίζει τις ρόκες, τις ξεσπυρίζει και κάνει τη δουλειά του. Ήρθε πάλι ανάγκη για να έχη καλαμπόκι, πηγαίνει, βάζει τη σκάλα και βγάζει με τον ίδιον τρόπο όση ρόκα του χρειαστή και πάει στο μύλο ή τρέφει τα πρόβατά του. Έτσι σιγά-σιγά αδειάζει ο κουτσιρός και οι ρόκες που απομένουν δε χαλούν γιατί αερίζονται. Αυτό μπορεί να γίνεται ως την άνοιξη γιατί αλήθεια τότε εξαντλείται το καλαμπόκι. Κάποτε και το καλοκαίρι διατηριέται στον κουτσιρό η ρόκα άμα το καλέση η ανάγκη. Μετά την εξάντληση ξαναγεμίζεται ο κουτσιρός από ρόκες. Ο κάθε νοικοκύρης που παράγει καλαμπόκια έξω από το σπίτι του και κοντά στο αλώνι έχει και τον κουτσιρό του. Κι έτσι βλέπεις στο χωριό μέσα κουτσιρός εδώ, κουτσιρός εκεί, πάντα σε ύψωμα καμωμένοι για να αερίζονται. Άλλοι κάνουν πιο μεγάλους κι άλλοι πιο μικρούς κουτσιρούς κατά την παραγωγή του καλαμποκιού που έχει ο καθένας. Οι πιο πολλοί κουτσιροί είναι όπως περιγράψαμε μακρυναριά. Σπανιώτερα γίνονται και κουτσιροί στρογγυλοί ακριβώς όπως οι κοφίνες οι κινητές που διατηρούν στη Ρούμελη πολλοί στα σπίτια τους για ν’ αποθηκεύουν το καλαμπόκι τους, το σιτάρι τους, το κριθάρι τους.» (91-101).

5.3 Ποιμενικός βίος

«Γιλαδάρς. [στο Νιόκαστρο] όπως και στ’ άλλα τα Μακεδονικά χωριά του Ρουμλουκιού τα βόδια του χωριού τα φυλάει ένας που βάζει το χωριό. Αυτός ονομάζεται γιλαδάρς. Κάποτε το χωριό, όταν είναι πολλά τα βόδια του, βάζει και δύο γιλαδάρδις ή και περισσότερους (αιτιατική τς γιλαδαρούς = πήγι κι είπι τς γιλαδαρούς). Στο γιλαδάρ δίνει ο κάθε γεωργός το βόδι του το πρωί κι αυτός στεκάμενος στην άκρη στο χωριό περιμένει να του παραδώσουν όλα τα βόδια του χωριού. Τα μαζεύει μπρος και τα οδηγεί στα χέρσα που έχουν ωρισμένα για την βοσκή των βοδιών και εκεί τα βόσκη όλην την ημέρα. Βασιλεύοντας ο ήλιος το βράδυ τα οδηγεί τα βόδια και πάλι στο χωριό. Τ’ αφήνει στην άκρη και το καθένα ξέρει και πηγαίνει στο σπίτι του. Την άλλη μέρα τα ίδια. Οι γιλαδάρδις φυλάνε με συμφωνία, από Άη-Γιώργη σε Άη-Δημήτρη, δηλαδή ένα εξάμηνο και πληρώνονται από τους χωριάτες ανάλογα με τη συμφωνία που θα γίνη. Την αμοιβή τους την παίρνουν σε εισόδημα. Αν η ανάγκη υπάρχει να φυλαχτούν τα βόδια και τη χειμωνιάτικη περίοδο, γίνεται νέα συμφωνία και ο γιλαδάρς τα φυλάει κι άλλο ένα εξάμηνο, από Άη-Δημήτρη δηλαδή σ’ Άη-Γιώργη, εννοείται τις μέρες που τα βόδια δε θα τα απασχολούν με τη σπορά.» (142-144).

«Σημάδια προβάτων. Ακούς εδώ [στο Νησέλι] πρόβατα "κουτσόφκα" πα να πη κουτσάφκα – κουτσαύτικα, δηλαδή τους κόβουν το αυτί ώστε να λείπη έτσι για να τα γνωρίζη. Έχουν σημάδια και "κόκκα". Φτειάνουν δηλαδή στ’ αυτί σκάλα, αυτό είναι το σημάδι τους. Άλλοι κτηνοτρόφοι έχουν σημάδι τη φούρκα· κάνουν το αυτί των προβάτων τους φούρκα. Άλλοι τα έχουν ξουράφια. Δηλαδή κόβουν το αυτί τους στο πλάι. Αυτό γίνεται για να γνωρίζονται τα πρόβατα του κάθε κοπαδιού κι ο κάθε κτηνοτρόφος να μη χάνη τα δικά του τα πρόβατα. Τα ίδια σημάδια βάζουν και στα βουβάλια. Είναι ανάγκη κι αυτά να τα γνωρίζουν τίνος είναι τούτο το βουβάλι και τίνος το άλλο και γι’ αυτό τα σημαδεύουν. Στο Ρουμλούκι συνηθίζεται και άλλο είδος σημαδιού. Όταν τα πρόβατα κουρεύονται τότε παίρνουν κατράνι το λυώνουν, βάζουν μέσα σφραγίδα και τη σφραγίδα την πατούν στο δέρμα τους. Η σφραγίδα γίνεται όπως τη θέλει κι όπως την παραγγείλει κανείς στο μάστορα. Τα μεγάλα τα ζώα, σαν να πης άλογα, βόδια, βουβάλια τα σημαδεύουν σφραγίζοντάς τα στο νύχι με κάψη. Δηλαδή έχει κανείς τη δική του σφραγίδα, την καίει στη φωτιά και την πατάει στο νύχι του ζώου. Έτσι κάνει τον τύπο που αυτός θέλει και τα γνωρίζει έπειτα και μεταξύ άλλων πολλών ζώων.» (198-201).

«Ποιμενική ζωή στο Νιόκαστρο. Οι κεχαγιάδες έχουν ένα ξύλο ισιασμένο από το ένα μέρος (σαν πλανισμένο), μακρύ 3-4 πιθαμές και πλατύ όσο-όσο. Το λένε: ραμπούσι. Με το ραμπούσι μετρούν τα καρδάρια το γάλα που παίρνει ο κάθε συνέταιρος. Πήρε ας πούμε μια καρδάρα, κάνει μια χαράκα (χαρακιά). Πήρε δυό καρδάρες, κάνει και δεύτερη χαράκα και ούτω καθεξής. Εννοείται πως για τον κάθε συνέταιρο τσοπάνο κρατεί και χωριστό ραμπούσι. Τις οκάδες τις σημειώνει με γουβίτσες (βούλες) που τις κάνει πάνω στο ραμπούσι με τη μύτη από το μαχαίρι. Ο τσουπάνος κρατεί πάνω του και μαχαίρια. Πρώτα το κλειδομάχαιρο· κλειδομάχαιρο εδώ λένε κείνο που στη Ρούμελη ονομάζουν σουγιά και το φκαρομάχαιρο· το ‘χατζάρι που το βάζουν μέσα στο φηκάρι.» (234-235).

«Ποιμενική ζωή στο Νησέλι. Την ώρα τη μετρούν οι τσοπάνοι με την γκαρλιγκόβεργα. Τη μπήγουν ορθά και κοιτάνει τη σκιά. Αν ο ίσκιος είναι καρσί, λένε είναι μεσημέρι. Άμα γυρίση, τσακίζει η μέρα. Λένε, είναι δειλινό.» (1023).

5.4 Αλιευτικός βίος (Λιανοβέρι-Γιδάς)

«Όταν ακόμα υπήρχεν ο βάλτος, όπως λένε τη λίμνη των Γεννιτσών, τα ψάρια τα είχαν άφθονα στον τόπο, γιατί μέσα στη λίμνη ζούσαν παντός είδους ψάρια μικρά και μεγάλα. Οι παρόχθιοι λοιπόν ψάρευαν. Υπήρχαν και συστηματικοί ψαράδες, υπήρχαν και ερασιτέχνες. Μέσα στη λίμνη ζούσαν τα εξής ψάρια: Ο γλιανός· αυτό το ψάρι ζυγίζει από μισή οκά ως 25 οκάδες (θα είναι ο αλλού λεγόμενος γουλιανός). Η τούρνα είναι ψάρι πολύ μεγάλο. Ζυγίζει ως 40 οκάδες. Το τσερνούχι είναι μικρό ψάρι. Το περκί δηλαδή το ψάρι που λένε αλλού πέρκη. Υπήρχαν λοιπόν στο βάλτο ψαράδες. Έβγαζαν τα ψάρια και τα πωλούσαν στους πρεντζιπέρδις, τους αγοραστές δηλαδή των ψαριών· κείνους που εμπορεύονταν τα ψάρια. Το κυριότερο όργανο με το οποίο έπιαναν τα ψάρια στο βάλτο ήταν το λεγόμενο νταούλι. Γενικά μπορεί να πει κανείς ότι το δίχτυ αυτό ήταν ένα είδος φάκας [παραθέτει σχήμα] Είχε τρία ικοιλεύματα. Μπρος είχε μια χοάνη. Άμα το ψάρι μπη απ’ τη χοάνη αυτή και εισέλθη στον πρώτο λωβό, δεν ξαναβγαίνει πάλι. Απ’ αυτόν το λωβό, μπαίνει στο δεύτερο κι αυτού στον τρίτο. Εκεί υπάρχει η θηλιά. Εκεί ενθυλακώνεται και δε βγαίνει πια. Το συλλαμβάνει. Το ξαπλώνουν το δίχτυ μέσα στη λίμνη κρατώντας το από ένα σχοινί που είναι προς το μέρος της θηλιάς. Σιγά σιγά εισέρχονται τα ψάρια από λωβό σε λωβό και συλλαμβάνονται. Είχε η λίμνη αυτή και πολλά χέλια. Είχε δε και ένα είδος ψάρια που λέγονται γρεβάδια (γρεβάδι το ένα). Τα ψάρια της λίμνης μετά την αποξήρανση μπήκαν (απεσύρθησαν) στο Λουδία.» (273-276).

Αλιευτικός βίος όπως μου τον περιέγραψαν στο Γιδά. Ψάρια ο βάλτος είχε: το γριβάδι, μιας, δύο, τριών, τεσσάρων, πέντε… οχτώ ως δέκα οκάδων γριβάδια υπήρχον. Η τουρνά, το μεγαλύτερο ψάρι, ζύγιζε ως 3 οκάδες. Το χέλι. Χέλια είχε και μικρά και μεγάλα ο βάλτος. Το συνηθισμένο χέλι έφτανε τις 2 οκάδες. Το πιρκί-τα πιρκιά και το γλυνάρι (υποθέτω θα είναι το ίδιο με το γλύνι της λίμνης του Νεζερού παρά τον Δομοκόν). Αλιεία. Δύο τρόποι ψαρέματος ήταν γνωστοί. Ο ένας με τα αγκίστρια. Με αγκίστρια ψάρευαν εξόν από τους καθαυτό ψαράδες και οι άλλοι παρόχθιοι. Έπειτα ψάρευαν με το δίχτυ που λέγεται νταούλι [παραθέτει σχήμα] Όπως και το σχήμα το δείχνει μοιάζει σαν καζάνια επάλληλα ή νταούλια από το οποίο έλαβε και το όνομα νταούλι. Το ψάρι μπαίνει στο πρώτο νταούλι, δε μπορεί να βγη. Πάει στο δεύτερο, τα ίδια και ούτω καθεξής. Τα γκίστρια· αυτά είναι γνωστά παρόμοια προς τα θαλασσινά γκίστρια. Εκτός αυτών των αλιευτικών μέσω είχαν και τα λεγόμενα κατοίκια. Τα κατοίκια τα έφτειαναν με πλεχτά καλάμια εντός της λίμνης, δηλαδή περιέφραζαν μέσα στη λίμνη εν είδη κήπων· από διάστημα σε διάστημα. Το μεγάλο περίφραγμα το υποδιαιρούσαν σε μικρότερα, αφού πρώτα εσχημάτιζαν με τα καλάμια ένα δρόμο τον οποίον θα ακολουθούσαν τα ψάρια ώσπου να πέσουν μέσα. Παίρνοντας αυτόν το δρόμο έφταναν σε ένα μικρό κοίλωμα που το έλεγαν γλωσσίδι. Στο γλωσσίδι, όταν έμπαιναν τα ψάρια, δε μπορούσαν πια να ξεναβγούν. Είχε το γλωσσίδι μια πόρτα που άνοιγε προς τα μέσα. Την ωθούσε το κύμα κι άνοιγε και το ψάρι έμπαινε. Αν όμως ήθελε να ξαναβγή η πόρτα έκλειε και τότε το ψάρι γύριζε πίσω στο γλωσσίδι. Ήταν πια αιχμαλωτισμένο για πάντα. Πήγαιναν τότε οι ψαράδες με τη βάρκα ως εκεί και τα έπιαναν με την πόχα, πολλά μαζί όχι ένα ή δύο. [παραθέτει σχήμα] Η πόχα [παραθέτει σχήμα] είναι η απόχη η γνωστή, το σύνηθες δίχτυ που μεταχειρίζονται οι ψαράδες και στη θάλασσα και στα ποτάμια. Η βάρκα όμως ήταν απαραίτητος προκειμένου να γίνη το ψάρεμα με τα κατοίκια γιατί πάντοτε γινόταν εντός της λίμνης, όπου ένεκα του βάθους δεν ήταν δυνατόν να μένουν [;] οι ψαράδες. Με τα γκίστρια ψάρευαν στις άκρες της λίμνης και οι ψαράδες κι οποιοιδήποτε άλλοι ήθελαν να πιάσουν ψάρια.» (276-280).

 

5.5 Τα ελόβια φυτά

«Εντός του βάλτου αυτού ζούσαν και ένα σωρό φυτά του νερού. Πρώτα-πρώτα καλάμια (τα γνωστά νεροκάλαμα). Μ’ αυτά έφραζαν κι έκαναν τα κατοίκια. Τα ραγάζια κι αυτά μοιάζουν σαν καλάμια κι έχουν φύλλα λογχοειδή πολύ μακρυά. Απ’ αυτά γίνονται ψαθιά για στρώσιμο (στρώματα πλεχτά). Με τα ραγάζια επίσης γίνονται, όπως είπαμε και στέγες περίφημες που χύνουν τα βρόχινα νερά έξω καλύτερα κι από τα κεραμίδια. Το ραγάζι στα μέρη τούτα είναι πασίγνωστο, συνυφασμένο με τη ζωή των ανθρώπων. (η) φυλλάδα είναι καλάμι κι αυτή με λεπτά και φαρδιά φύλλα. Πολύ χρήσιμο φυτό κι’ αυτό. Όταν στα μέρη τούτα υπάρχει έλλειψη τροφής για τα ζώα (ιδίως το χειμώνα) κόβουν κορφάδες από φυλλάδα και τις δίνουν και τρώγουν. Ο πανιάς. Είναι ραγάζι κι αυτό, αλλά πιο κοντό με φαρδιά φύλλα. Ο πανιάς είναι χρήσιμος για δέσιμο. Απ’ αυτόν φτειάνουν δεματικά και δένουν δεμάτια σιταριού ή χορτάρια ή και άλλο. (η) ρακίτα είναι δέντρο ελόβιο ευλύγιστο. Ρακίτες είχε πολλές ο βάλτος. Ο κουτσίτους είναι ένα χόρτο ευλύγιστο, μα στερεό. Με τα χόρτα αυτά, μαζεύοντάς τα και ξηραίνοντάς τα, έφτειαναν σαμάρια. (το γέμισμα δηλαδή του σαμαριού γίνεται απ’ αυτά τα χόρτα, όπως αλλού από σαλώματα). Η λαπατεά είναι χόρτο του βάλτου με φύλλα πλατιά και χοντρά. Τα φύλλα της λαπατεάς μόλο που σκεπάζονται από τα νερά επιζητούν να βγουν στην επιφάνεια. Η πιπερουνίκα. Είναι ελόβιο φυτό πολύ μεγάλο. Στην κορφή του βγάζει ένα άνθος κίτρινο. Πιπερονίκες γίνονται και στην άκρη των κήπων του Γιδά, που περνάει το νερό συνεχώς, αλλά το άνθος τους έχει χρώμα μπλε και είναι χωνοειδές.» (282-284).

5.6 Κυνηγετικός βίος

«Κυνηγετικός βίος Λιανοβέρι. Το γκατζό – τα γκατζά, λέγονται τα άγρια γουρούνια. "Θα πάμε στα κατζά". Ο βάλτος (Γεννιτσών) κρατούσε πολλά γκατζά που τα κυνηγούσαν ειδικοί κυνηγοί με ειδικά σκυλιά που λέγονται γουρουνόσκυλα. Αλπές (η αλεπού) ο τόπος έχει αλπές και τις κυνηγούν για το δέρμα τους που είναι γουναρικό. Επίσης έχει και λαγούς, κυνηγούν όμως λιγοστούς. Έρχονται ξένοι κυνηγοί και τους κυνηγούν. Το έλος (βάλτος Γεννιτσών) έχει και πουλιά: την κουκλίκα. Αυτό το πουλί απάνω από το ράμφος έχει μια τσαπαράδα (τσαπαράδα είναι κηλίδα λευκή πάνω σε πέτσα). Το πουλί αυτό τρώγεται και γι’ αυτό το κυνηγούν. Παπιά είχε πολλά ο βάλτος. Κι αυτά τα κυνηγούσαν. Χήνες. Και χήνες πολλές άγριες είχε ο βάλτος. Κι αυτές τις κυνηγούσαν. Ο κύκνος. Έχει κι ακόμα κύκνους, λιγοστούς όμως που τους κυνηγούσαν, αλλά το κράτος για να μη λείψη το ευγενικό αυτό πουλί, απαγορεύει με νόμο σήμερα το κυνήγι του. Χοντρόχ’νις υπάρχουν κι απ’ αυτές στο βάλτο, δηλαδή μεγάλες χήνες. Ο φασιανός. Εκεί ανάμεσα στην πυκνάδα των ελοβίων φυτών του βάλτου φωλιάζει το ευγενέστατο και ωραιότατο αυτό πουλί που το κρέας του δεν έχει ταίρι στη νοστιμάδα. Επειδή το κυνηγούν πολύ οι κυνηγοί για το λόγο της νοστιμάδας, έγινε νόμος και απαγορεύει το κυνήγι του φασιανού.» (285-287).

«Στα παλιότερα χρόνια, όταν οι κυνηγοί δεν πετύχαιναν κυνήγι και η αποτυχία εξακολουθούσε […] έβαζαν το τουφέκι κάτω πριν ξεκινήσουν για κυνήγι κι έβαζαν ένα μικρό αγόρι για να κατουρήση το τουφέκι. Έτσι νόμιζαν πως θα κινούσε γούρι και θα άρχιζαν πια να χτυπούν στο κυνήγι. Ή έβαζαν το τουφέκι τους από την προηγούμενη μέρα εκεί που πλαϊάζουν τα ορνίθια (δηλαδή πάνω στα δέντρα, γιατί στα δέντρα κουρνιάζουν τα ορνίθια) και τα τοποθετούσαν σε μέρος όπου πρόκειται, ενώ θα κατεβούν να το δρασκελίσουν ή και να πετάξουν αποπάνω τους. Αυτό το δρασκέλισμα ήταν το γούρι που κινούσε. Επίσης έβαζαν το τουφέκι τους σε ένα μέρος και ωδηγούσαν ένα αγόρι να το δρασκελήση και μ’ αυτόν τον τρόπο νόμιζαν πως κινάει γούρι. Όταν ο κυνηγός βγη από το σπίτι του και θα πηγαίνη για κυνήγι, η προσοχή του θα είναι μη συναντήση κανέναν παπά. Το συναπάντημα του παπά δεν είναι καλό, δε θα χτυπήση λαγό ή άλλο τίποτε. Αν έχει υποψία πως θα συναντήση παπά, αλλάζει δρόμο. Κακό συναπάντημα επίσης είναι η γυναίκα και προσπαθεί να την αποφύγη λοξοδρομώντας προς άλλο μέρος όπου δεν υπάρχει φόβος συναντήσεως. Αλλά κι αν συναντήση τυχαίως οποιονδήποτε άνθρωπο ο κυνηγός και του ζητήση σπίρτο, ας πούμε, για ν’ ανάψη το τσιγάρο του, αρνείται να του το δώσει.» (296-298).

«Οι πέρδικες κυνηγούνται τον Οκτώβριο μήνα. Ο μόνος τρόπος είναι να τις χτυπήσεις στο φτερό. Μόλις πεταχτούν σκοπεύει ο κυνηγός πάντα μπρος κατά τη διεύθυνση που πετά η πέρδικα· οι καλοί κυνηγοί πάντοτε τις πετυχαίνουν.» (308).

5.7 Συμπεριφορά των Ρουμλουκιωτών στους ξένους – Φιλοξενία

«[…] Πας σ’ ένα χωριό μέσα και περνούν οι άνθρωποι μπρος σου, ωστόσο δε σε χαιρετούν ούτε δείχνουν καμμιά περιέργεια για να μάθουν ποιος είσαι και τι θέλεις στο χωριό τους. Εν αντιθέσει προς τους παλαιοελλαδίτες που γεμάτοι περιέργεια προσπαθούν να μάθουν ποιος είσαι και τι θέλεις στο χωριό τους. Οι Μακεδόνες αδιαφορούν είτε ήρθες είτε όχι. Περιμένεις έξω από το μαγαζί να έρθη κανείς να σε χαιρετήσει, να σε ρωτήση, τίποτε. Τότε αναγκάζεσαι να πλησιάσης συ αυτουνούς, να τους χαιρετήσης, να τους ρωτήσεις ό,τι θέλεις – αίφνης σε ποιο σπίτι θα μπορούσε να μείνη, από πού μπορεί να οικονομή τρόφιμα κι άλλα τέτοια. Στο μαγαζί κανείς δεν προσφέρεται να κεράση ένα πιοτό, όπως συμβαίνει στην Παλιά Ελλάδα· ούτε κι ο μπακάλης, όπου αυτός έχει συμφέρον να κεράση για να δώση το παράδειγμα. Τότε για να γνωριστής, αναγκάζεσαι συ ο ξένος να ζητήσης ένα ποτό και να διατάξης να δώση και σ’ όσους βρίσκονται στο μαγαζί μέσα, να πάρη και δικό του ποτό. Κανείς δεν αρνείται την προσφορά σου! Κι ύστερα απ’ την προσφορά αυτή και πάλι κανείς δεν προθυμοποιείται να κεράση. Όλη η ατμόσφαιρα άξενη· φαίνεται από τον καιρό της Τουρκοκρατίας επικρατεί αυτό το έθιμο. Μόνο ένα μοναδικό παράδειγμα ξενίας βρήκα στην Αγκαθιά. Εκεί έμεινα κάμποσες μέρες στο σπίτι του γραμματικού της κοινότητας, ενός νέου που γνώρισα στο σταθμό του Γιδά τυχαίως· κι εκεί προσφέρθηκε να με κεράση. Πήγαινε στη Βέροια. Του είπα πως, όταν πάω στο χωριό του, θα καταλύσω στο σπίτι του. Δέχτηκε ευχαρίστως. Κι αλήθεια όταν πήγα στην Αγκαθιά έμεινα στο σπίτι του πολλές μέρες. Την ίδια αφιλόξενη διάθεση συνάντησα και στο Μετόχι του Άη Γρηγόρη του Αγίου Όρους στη Βούλτσιστα. Μόλις που δε μου είπαν φύγε απ’ εδώ, οι καλόγεροι όταν πήγα στο Μετόχι. Κάθησα κάμποσες μέρες απ’ ανάγκη, γιατί στο χωριό ήταν αδύνατο να βρω φιλόξενο σπίτι για να μείνω. Όταν παρακάλεσα τον οικονόμο καλόγερο να παρακαλέση κάποιον απ’ τους υπαλλήλους του να μου δώση λαογραφικές πληροφορίες, απάντησε: "ξέρεις εγώ είμαι και λίγο παράξενος και δεν παίρνω απ’ αυτά!" Και πάλι όμως έκαμα υπομονή και δεν του φέρθηκα όπως του έπρεπε. Κι αλήθεια το βράδυ μετανόησε για τη συμπεριφορά του και έκαμε ό,τι τον παρακάλεσα. Κι όταν μάλιστα έφευγα από το Μετόχι και τον αποχαιρέτησα αδιάφορος ολότελα, στην συμπεριφορά του, εδήλωσε ότι οι πολλές φροντίδες τον έκαμαν να φερθή λίγο άπρεπα. Μ’ όλα αυτά νιώθει κανείς πως στη Μακεδονία επικρατεί σχεδόν η αφιλοξενία. Υποθέτω πως μια τέτοια κακία που δεν την έχει το άλλο «Ρωμέϊκο», οφείλεται στο ότι οι Ρουμλουκιώτες τουλάχιστον δεν ξενιτεύονται. Κι ούτε ξενιτεύονταν ποτέ. Ο τόπος τους είναι ευφορώτατος κι επομένως επαρκεί να θεραπεύη όλες τις ανάγκες τους. Προς τι λοιπόν να ξενιτεύονται; Αλλά όταν κανείς δεν ξενιτεύεται δε μπορεί να έρθη στη θέση του ξένου που έχει ανάγκη της φιλοξενίας, όταν βρεθή σε κάποιο ξένο μέρος.» (386-391).

5.8 Σχέσεις γηγενών-προσφύγων

«[…] Σ’ όλα σχεδόν τα χωριά του Ρουμλουκιού έχουν εγκατασταθή και πρόσφυγες, άλλοι απ’ τον Πόντο, αλλού Καυκάσιοι κι αλλού Θράκες. Εργατικοί, όπως είναι οι πρόσφυγες ανέπτυξαν τη γεωργία και μετάβαλαν τη γεωργική κατάσταση του τόπου. Εκεί όπου δεν ήταν δέντρα, φύτεψαν μηλιές, αχλαδιές, καρυδιές, κερασιές, αμπέλια. Αυτό το παράδειγμα αντί να κινήση τη μίμηση των ντόπιων τούς κίνησε το φθόνο.» (393).

«Οι πρόσφυγες εξ’ άλλου είναι μισητοί στους ντόπιους τους Ρουμλουκιώτες. Τους θεωρούν κατακτητές της πατρικής τους γης, που ήρθαν και καταπάτησαν με τη βοήθεια του κράτους. Και την εχθρότητα που έχουν στους πρόσφυγες ούτε την κρύβουν· τουναντίον ζητούν αφορμή να την εκδηλώσουν κάποτε και έντονη και απειλούν μάλιστα να σφάξουν τους πρόσφυγες ευθύς που θα τύχη κάποια αναμπομπούλα.» (174).

«[…] Περνώντας σ’ ένα χωράφι της περιφέρειας Κολιντρού βρήκα ένα χωριάτη και πιάσαμε κουβέντα: – Θα είσαι δημοσιογράφος; ρώτησε. – Ναι, του είπα. – Καλά που ήρθες εδώ να σου πω κάμποσα πράματα, να τα γράψης στις εφημερίδες! – Πες τα! – Να οι πρόσφυγες! – Τι; – Μας πήραν τον τόπο. – Ποιον τόπο; – Να του Δημοσίου τον τόπο. Μας τους έφεραν πάνω στο σβέρκο μας. Εμείς εδώ δεν έχει κανένας παραπάνω από 50 στρέμματα χωράφια. Αντί να μας μοιράσουν και τα άλλα του Δημοσίου τα χωράφια, πήγαν και τα έδωσαν στους πρόσφυγες! – Μα τι να τους κάναμε τους πρόσφυγες. Ήταν κι αυτοί αδέρφια μας, διωγμένοι από τους Τούρκους κι έπρεπε να τους αποκαταστήσωμε! – Δεν ξέρω γω τι να τους κάνατε. Να, έπρεπε να τους ρίξουν στη θάλασσα, παρά να τους φέρουν βάρος στο κεφάλι μας. […] Απ’ αυτό μπορεί να καταλάβη κανείς ποια η σχέση των προσφύγων με τους ντόπιους. Ωστόσο οι πρόσφυγες είναι υπομονετικοί και δεν εκφράζονται εχθρικώς κατά των εντοπίων. Όπου κι αν ρώτησα πώς περνούν, μου είπαν καλά. Και κανένα παράπονο δεν έχουν από τους ντόπιους. Θα’χουν παράπονα, αλλά, από φόβο μη ανοίξουν πιο βαθύ χάσμα προφυλάσσονται. Δεν τα εκφράζουν τα παράπονά τους.» (394-396).

«[…] μ’ όλη τη συγκατοίκηση γηγενών και προσφύγων, ως τώρα τουλάχιστον καμμιά τάση προς αφομοίωσιν δεν έγινε. Και φυσικό είναι να μη γίνη. Το πνεύμα της εχθρότητας, που αλλού είναι έκδηλο κι αλλού υποβόσκει, δε συντελεί στην αφομοίωση. Τουναντίον μάλιστα συγκρατεί την κάθε ράτσα στα δικά της έθιμα. Έτσι οι πρόσφυγες κρατούν τη γλώσσα τους. Κι οι μεγάλοι μιλούν τα δικά τους, αλλά και τα μικρά, μ’ όλο που πάνε στο σχολείο μαζί με τα ντόπια παιδιά, μεταξύ τους μιλούν τη γλώσσα της μαμάς και του μπαμπά τους. […] οι ντόπιοι δε δίνουν προσοχή στο ξενικό των προσφύγων γλωσσικό ιδίωμα. Μόνο όταν θέλουν να τους ψέξουν – και ζητάνε τέτοιες ευκαιρίες σπρωγμένοι από την εχθρότητα που τους καίει τα στήθη – αρπάζουν λέξεις ιδιάζουσες και μ’ αυτές ρίχνονται και τους κατηγορούν. π.δ.χ. επειδή οι Πόντιοι μεταχειρίζονται την αντωνυμία αούτος=ούτος, τους σκώπτουν ονομάζοντάς τους αούτηδες. Ακούοντας τους Καππαδόκες να μιλούν την αρχαιοπρεπή τους γλώσσα, λένε: Μιλάνε μια γλώσσα που είναι χειρότερη κι από τούρκικη. […] Έτσι η αντίθεση αυτή είναι η αιτία που θα κρατήση τους πρόσφυγες κλεισμένους στη δική τους γλώσσα και στα δικά τους έθιμα. Αυτό φαίνεται κι από το εξής. Όπου συγκατοικούν πρόσφυγες και ντόπιοι, δεν εκκλησιάζονται στην ίδια εκκλησία οι πρόσφυγες· προσπαθούν να βρούνε καμμιά εκκλησία άλλη, έστω εξωκλήσι και την κάνουν δική τους για να εκκλησιάζονται χωριστά. Αλλά και όπου δεν είναι κατορθωτό αυτό, καταφανής είναι ο πόθος των προσφύγων να αποχωριστούν από τους ντόπιους. Η ψυχολογία αυτή, αν επικρατήση, για πολλά χρόνια τουλάχιστον ακόμα η αφομοίωσις προσφύγων και γηγενών θα είναι ακατόρθωτη.» (397-400).

5.9 Ουζοποσία

«Στο Ρουμλούκι όλοι οι χωριάτες πίνουν και πίνουν προ πάντων ούζο. Το κρασί σπανίζει, γιατί αμπέλια δεν υπάρχουν κι ούτε δείχνουν διάθεση να φυτέψουν αμπέλια οι Ρουμλουκιώτες μόλο που βλέπουν μπρος στα μάτια τους το παράδειγμα των προσφύγων που φύτεψαν αμπέλια. Πίνουν λοιπόν ούζο, όχι ένα και δύο ποτηράκια, αλλ’ ως που να μεθύσουν κι έτσι πολλοί καταντούν αλκοολικοί. Φαίνεται ότι το κακό αυτό ελάττωμα της ουζοποσίας το έχουν από τον καιρό της Τουρκοκρατίας. Έπιναν οι Τούρκοι αφεντάδες τους, έπιναν κι αυτοί και το κακό ελάττωμα διαιωνίζεται.» (392-393).

5.10 Τα παλιά σπίτια στο Γιδά

«Τα παλιά τα σπίτια στο Γιδά είχαν δύο δωμάτια. Το ένα το δωμάτιο με τζάκι για ν’ ανάβουν φωτιά, τ’ άλλο δίχως τζάκι, το παρταλόσπιτο αυτό. Προσαρτημένο στο άλλο σπίτι είχαν κι ένα υπόστεγο από όλα τα μέρη κλειστό με πλοκό, το αχούρι για τα ζώα. [παραθέτει σχέδιο] Τα παλιά σπίτια, όπως τα παραπάνω, απ’ τα πιο παλιά του Γιδά τα χτίζανε με πλοκό. Πρώτα έμπηγαν τα ορθάρια ξύλα ήτοι τους στύλους και μετά έπλεκαν με βεριά το αναμεταξύ. Απέξω κι απομέσα τον πλοκό τον αλείβουν με λάσπη. Το χώμα του τόπου είναι μοναδικό για τη λάσπη· άσπρο και δίχως ίχνος πέτρας. Τα ξύλα τα έφερναν από το βάλτο (λίμνη Γεννιτσών· τα βγάζαν από τα δέντρα και ονομάζονται ρακίτες). Και τον πλοκό τον έκαναν με κλαδιά ρακίτες, αλλά και με βεριά από βρέζια (βρέζι είναι ένας θάμνος με ολόϊσιες βέργιες και στενά φύλλα). Ο πλοκός γίνεται επίσης με βεριά από ιτιά ή γλυμουριά. Η γλυμουριά είναι θάμνος του βάλτου κι αυτός με βέργιες ίσιες. Λοιπόν μιας και μπήξαν τα στυλάρια θα πλέξουν τον πλοκό. Οι μάστοροι του τόπου είναι ειδικοί γι’ αυτή τη δουλειά. Τους έχει κάμει η πείρα που τους έχει δώσει η υπάρχουσα ανάγκη. Αφού γίνει ο πλοκός μπήγουν από διάστημα σε διάστημα και κατά μήκος των τοίχων ντιρέκια (στύλους) και προσδένουν με βεριά τον πλοκό για να στερεωθεί ή και τον καρφώνουν με καρφιά μακριά που τα λένε κλάπες. Αφού γίνει αυτή η εξωτερική δουλειά χωρίζουν τα δωμάτια κατά το παραπάνω σχέδιο. Ανοίγουν τα παράθυρα, τις θύρες. Βάζουν τα παραστατά (παραστάδες), φτειάνουν και τα τζάκια και τις γωνιές. Τελευταία φτειάνουν και το τσατί. Βάζουν τις γριντιές πέρα δώθε, στήνουν τις μαχές πάνω στον παπά που μπαίνει καταμεσής στη στέγη. Έπειτα βάζουν και τα καπρούλια (περαστάρια δοκούς σταυροειδώς διήκοντας τα τσιμπίδια = ψαλλίδια). Πάνω στα καπρούλια βάζουν την καλαμωτή κατά τη διεύθυνση της στέγης. Την καλαμωτή την πλέκουν με ραγάζι της λίμνης το γνωστό χόρτο. Όλοι οι άνθρωποι στο Γιδά ξέρουν να πλέκουν την καλαμωτή και την κάνουν ή μονοκόμματη δηλαδή ένα κομμάτι πλεχτού που πιάνει τη μια πλευρά της στέγης ή και κομματιαστή δηλαδή τεμάχια τεμάχια που τα απλώνουν στο τσατί. Τις πλεχτές αυτές πλάτες, ας πούμε, τις δένουν με σύρμα σιδερένιο. Απάνω από την καλαμωτή βάζουν πάλι ραγάζι, αλλά σκαλωτά (κλιμακηδόν) όπως τα κεραμίδια. Κι απάνω από το ραγάζι βάζουν περαστάρια ξύλα για να πιάνουν το ραγάζι να μην το ξεσηκώνει ο αέρας και το ρίχνει κάτω, όταν θα πνέει. Τους πλοκούς και τους εσωτερικούς τώρα (τα διαχωρίσματα) τους άλειφαν με λάσπη. Τη λάσπη την ανακατεύουν με άχυρο για να μη σκορπίζεται. Τέτοιου είδους σπίτια βαστούν και 150 χρόνια, τόσο στερεά γίνονται· είναι μερικά τέτοια παλιά σπίτια στο Γιδά που κανείς δεν τα θυμάται πότε έγιναν. Τη γωνιά τη φτειάνουν από γύρω με μανταλίδια. Μανταλίδια ονομάζουν τα ψημένα τα τούβλα. Κάποτε τις κάνουν και με άψητα τούβλα. Αυτό γίνεται για να είναι ασφαλισμένο το σπίτι από τη φωτιά. Παράθυρα τα παλιά σπίτια, όπως τα εννοούμε σήμερα, στους τοίχους απ’ ολόγυρα δεν είχαν. Μόνο στο κάθε δωμάτιο πάνω στη στέγη έφτειαναν ένα άνοιγμα: [παραθέτει σχήμα] που λέγεται αμπατζάς δηλαδή φεγγίτης. Ο αμπατζάς χρησιμεύει για να μπάζει το φως μέσα, και όταν το δωμάτιο γεμίζει από καπνό, για το τζάκι δεν τον βγάζει έξω, να βρίσκει διέξοδο. Οι αμπατζάδες σχεδόν έλειψαν σήμερα· τους αντικατέστησαν τα παράθυρα. Σήμερα τα σπίτια χτίζονται με τον αυτόν πατροπαράδοτον ρυθμόν με τη διαφορά πως τον πλοκό αντικατέστησαν τα τούβλα. Το μεταξύ των ντιρεκιών διάστημα χτίζεται με τούβλα, επίσης και τα διαχωρίσματα γίνονται με τούβλα. Επίσης γίνεται χρήση πλιθιών. Ο τόπος κάνει καλές πλιθιές. Ως φαίνεται πως στην οικοδομική θα κατισχύσει η πλιθιά, γιατί πέτρα δεν υπάρχει παντελώς. Κατ’ ανάγκην θα επικρατήσει, διότι μιας κι έλειψε ο βάλτος (των Γεννιτσών το έλος) έλειψαν και τα ξύλα. Το περίεργο είναι ότι κι από τα σημερινά σπίτια, δεν λείπουν τα μπρόστια. Τα διώροφα σπίτια αποφεύγονται. Μόνο στην αγορά είναι χτισμένα δύο-τρία που τα έκαμαν έμποροι. Διώροφη είναι και η τούρκικη κούλια, το σαράϊ του μπέη που κατείχε το χωριό επί Τουρκίας, ενώ σήμερα είναι τηλεγραφείο και Αστυνομία.» (212-219).

 

5.11 Ανδρική ενδυμασία (Γιδάς)

«Μπλιάλια (τα): Είναι τεμάχια υφάσματος άσπρα με τα οποία περιτυλίσσουν τα πόδια τους. Τα μεταχειρίζονται δηλαδή αντίς για κάλτσες και είναι κυρίως της δουλειάς κάλτσες. Το χειμώνα όμως που κάνει κρύο απ’ έξω απ’ έξω από τα μπλιάλια φορούν τα σκουφούνια (γνωστά άλλοθεν). Τσαρούχια (τα): Όταν λένε εννοούν τεμάχια πετσιού από γουρουνόδερμα ή βουβαλόδερμα ή βοϊδόδερμα με μέγεθος όσο το πέλμα του ποδαριού που στις άκρες τα τρυπούν και τους περνούν θηλιές. Έπειτα τα φορούν δένοντάς τα με σχοινί χοντρό από το χτένι του ποδαριού από τη φτέρνα και από τη κνήμη. Τα τσαρούχια αυτά τα φορούν κυρίως όταν φορούν και τα μπιάλια. Είναι της δουλειάς τα τσαρούχια και μοναδικά σχετικώς προς τον τόπο όπου ζουν οι Ρουμλουκιώτες. Μπουλμπότσα (η): Είναι παντελόνι από εγχώριο μάλλινο ύφασμα γινωμένο που οι γυναίκες υφαίνουν και το βάφουν κυρίως μαύρο (κάποτε και γαλάζιο) και τη φορούν τη μπουλμπότσα οι άντρες, είναι δε φουσκωτή περί τον μηρόν (είδος δηλαδή σαλβάρι, όχι όμως και σαλβάρι). Τη μπουλμπότσα τη ζώνουν με ένα ζουνάρι μάλλινο, πάλι από τις γυναίκες τους υφασμένο και μαύρο χρωματισμένο μήκους 3,4,5 ίσως και περισσοτέρων οργυιών. Ντουλαμάς (ο): Είναι ένα γελέκο επίσης μάλλινο· υφασμένο από τις γυναίκες και βαμμένο μαύρο, που φορούν οι άντρες. Το ράβουν οι ραφτάδες του τόπου και του βάζουν μαύρο μεταξωτά σειρήτια στις άκρες με μανίκια που κάποτε φορούνται και κάποτε ρίχνονται πίσω στις πλάτες. Είναι δηλαδή κάτι σαν το τσιπούνι που φορούν οι εύζωνοι του προτύπου τάγματος ευζώνων. Κοντογούνι (το): Είναι ένα επανωφόρι καπποειδές από σιαγάκ καμωμένο και έχει γύρο από πρόβειο δέρμα για να κρατάει ζέστα. Άμα είναι της πολυτελείας κάπως το κοντογούνι μπορεί να έχει γύρο από γουναρικό και τότε η αξία του είναι μεγάλη. Το κοντογούνι το φορούν οι άντρες έξω από το ντουλαμά και κυρίως το χειμώνα ότε υπάρχει ψύχος για να μην κρυώνουν. Καταστάρ’ (το): Λένε κείνο που εμείς στην Παλ. Ελλάδα λέμε φανέλλα (κυρίως κορμοφάνελλα). Το κατοστάρ γίνεται στη Μακεδονία από μάλλινο ύφασμα, είναι δηλαδή υφαντή και όχι πλεχτή όπως συνηθίζεται στην Παλ. Ελλάδα. Το κατοστάρ’ το κάνουν με μανίκια. Εδώ και λίγα χρόνια (πριν δηλαδή να έρθει το ελληνικό ας πούμε λίγα χρόνια κι έπειτα) στο κεφάλι οι άντρες ντόπιοι φορούσαν μια σκουφιά μάλλινη μαύρη που είχε αντικαταστήσει το κόκκινο φέσι που φορούσαν γενικώς πριν. Σήμερα κι αυτή η σκούφια αρχίζει σιγά σιγά να σπανίζει την αντικατασταίνει το ελληνικό καπέλο κι η τραγιάσκα. Πουκάμισο (το): Το κάνουν από πανί που υφαίνουν οι ίδιες οι γυναίκες. Σκιάδα (η): σκιάδα εδώ λένε το ψαθάκι, όχι το κοινό, αλλά το πλατύγυρο που χρησιμοποιούν για δουλειά το θέρος και κυρίως στο θερισμό για να τους προφυλάσσει από τον ήλιο.» (352-358) – «[…] οι άντρες που πριν λίγα χρόνια φορούσαν τους σαγιάδες τους και τα μάλλινα παντελόνια τα λίγο φουσκωτά στα μηριά που έμοιαζαν σα σαλβάρια, σήμερα είναι όλοι σχεδόν εξευρωπαϊσμένοι και ιδίως οι νέοι. Φορούν πια παντελόνια και πολλοί κουστούμια της ώρας. Οι γαμπροί μάλιστα (κι είδα πολλούς γαμπρούς, γιατί έπεσα πάνω στον οργασμό των γούμων που επέφερε η διανομή των αποξηρανθεισών γαιών του Βάλτου των Γεννιτσών) φορούσαν τα ευρωπαϊκά τους σαν πραγματικοί Αθηναίοι με λαιμοδέτες της ώρας. Κι έτσι κανείς βρέθηκε σε μια πρωτοφανή αντίθεση φορεσιάς: Η νύφη να φορεί την παλιά αληθώς γραφικωτάτη ενδυμασία με την περικεφαλαία κι ο γαμπρός να είναι ευρωπαίος. Κι όμως όλα, και τα πιο αταίριαστα, ο χρόνος τα φέρει σε συνάντηση!» (321)

5.12 Το κατσούλι

«Κατσιούλα λένε την περικεφαλαία που φορούν στο κεφάλι οι γυναίκες. Για να φτειάσης, χρειάζεσαι ένα μαντήλι άσπρο: το νταρτμάν. Υπάρχει και υφαντό από τις ίδιες τις γυναίκες νταρτμάν, υπάρχει και αγοραστό από το εμπόριο. Έπειτα χρειάζεται το τσεμπέρι για να τυλίγει τα μαλλιά. Το μαφέσ’ που είναι ύφασμα μαύρο και το κατσούλι. Το κατσούλι γίνεται από ένα στεφάνι όχι μεγάλο ξυλένιο που το περιτυλίγουν ολόγυρα με πανί αφού το γεμίσουν με μαλλί ή βαμπάκι. Από το νταρτμάν του κατσουλιού εξαρτώνται τα μαγλίκα. Για να στηρίζεται το κατσούλι έχει ένα υπογνάθιο μετάλλινο που λέγεται μαγγούρι. Για στόλισμα στο κατσούλι απέξω βάζουν το μαγλικοτάρι που είναι μια ασημένια αλυσσίδα κι έχει μια πόρπη που λέγεται σπίτι. Από την άλλη άκρη έχει μια κοπτσα (θηλύκι) που λέγεται δούλος. Τα κορίτσια δηλαδή οι παρθένοι δεν τα φορούν τα κατσούλια. Μόνο φορούν νταρτμάν και μαφέσ’ και μαγλικωτά. Μ’ αυτόν τον τρόπο ξεχωρίζουν πως είναι κορίτσια ανύπαντρα κι όχι γυναίκες παντρεμένες. Όταν το κορίτσι γίνη νύφη τότε φορεί το κατσούλι, δηλαδή την περικεφαλαία, αλλά προς διάκριση την περιτυλίσσουν με μαύρες μεταξωτές φούντες και από ολόγυρα μπήγουν λουλούδια τεχνητά (όταν είναι άνοιξη ή καλοκαίρι και φυσικά) και καρφίτσα αγοραστή.» (242-244) – «Το κατσούλι το φορούν στο Γιδά εν πρώτοις· έπειτα στο Μικροκούζι [Μακροχώρι], στο Διαβατό, στην Κουλούρα, στους Ποζαρίτες [Κεφαλοχώρι], στην Επισκοπή, στο Σταυρό, στο Σκυλίτσι, στην Τριχοβίστα [Καμποχώρι], στο Νησί, στο Βρυσάκι, στο Καψοχώρι, στο Νησέλι, στο Σχοινά, στο Παλιοχώρι, στο Νεοχώρι, στο Λιανοβέρι, στην Κορυφή, στο Νεοχωρόπουλο. Σ’ αυτά τα χωριά περιορίστηκε σήμερα το κατσούλι, ενώ άλλοτε το φορούσαν σ’ όλο το Ρουμλούκι. Το φορούν, αλλά εξασθενημένο πολύ, και στο Γκρίτζαλι (Αγκαθιά), στο Νησελούδι και στον Πρόδρομο. Στη Μηλίκη και στο Νιόκαστρο, ενώ φορούν όλα τα άλλα ενδύματα όσα φορούν στα παραπάνω Ρουμλουκιώτικα χωριά, απαράτησαν το κατσούλι.» (256-257) – «Έχει καταργηθεί από την εξής αιτία: Την εποχή όπου είχαν βγη τα αντάρτικα σώματα στη Μακεδονία, οι αντάρτες γύριζαν και τα χωριά τούτα του Ρουμλουκιού. Έφτασαν και σ’ ένα χωριό και κατάλυσαν σε ένα σπίτι για να φάνε και να αναπαυθούν. Παρήγγειλαν δε στη νοικοκυρά του σπιτιού για να τους φέρη γρήγορα το φαγητό, γιατί βιάζονταν. Αυτή όμως αργούσε, γιατί πήγε στο άλλο δωμάτιο να φκειάση το κατσούλι της. Και ξέρεις πόση ώρα χρειάζεται για να φκειάση μια γυναίκα το κατσούλι! Έχει πολλά άργατα. Περιμένουν-περιμένουν οι αντάρτες, αυτή αργούσε… Α! δεν πάη αυτή η δουλειά, είπαν τότε. Κι ο καπετάνιος έβγαλε μια διαταγή αυστηρή, ότι τα κατσούλια δε θα τα φορούν οι γυναίκες. Θα καταργηθούν και στον κάμπο ακόμα. Οι γυναίκες υπάκουσαν και τα κατάργησαν τα κατσούλια σ’ όλον τον κάμπο. Πέρασε καιρός κάμποσος όμως και τα χωριά όσα βρίσκονται πέρα από τον Αλιάκμονα τάβαλαν πίσω σ’ ενέργεια και τα φόρεσαν. Όσα όμως χωριά μένουν αποδώθε από το ποτάμι (κατά τα Πιέρια δηλαδή τους πρόποδες) δεν τα ξαναφόρεσαν κι ούτε και σήμερα που ήρθε το ελληνικό φορούν κατσούλια.» (265-267) – «Σ’ όλο το Ρουμλούκι, όπου φοριέται η κατσιούλα που μοιάζει σαν περικεφαλαία αρχαία, υπάρχει – και την ξέρουν όλοι γενικώς – η εξής παράδοσις. Ο Μέγας Αλέξαντρος ενώ προχωρούσε από νίκη σε νίκη και καταχτούσε τον κόσμο, έφτασε με το στρατό του σε κάποιο μέρος (δεν ξέρουν να το ονομάσουν). Εκεί τα βρήκαν σκούρα οι στρατιώτες του. Πολέμησαν, αλλά οι εχτροί ήταν πιο ανδρείοι και τους νίκησαν τους στρατιώτες του. Μάλωσε τους στρατιώτες, αλλά μιας και τσάκισαν, ούτε μπορούσαν πια να κρατηθούν. Το στρατό, λέει, τον ακολουθούσαν κι οι γυναίκες οι Μακεδόνισσες για να βοηθούν κι αυτές σ’ ό,τι μπορούσαν. Αφού οι Μακεδόνισσες είδαν πως οι άντρες τους δείλιασαν σ’ αυτή τη μάχη, αρπάζουν τα όπλα και ρίχνονται κατά των εχτρών. Πολέμησαν με γενναιότητα πιο μεγάλη από τους άντρες τους. Και το κατάφεραν αυτές; μόλο που ήταν γυναίκες, να νικήσουν τους εχτρούς. Τι ντροπή για τους άντρες για να νικήσουν οι γυναίκες! Ο Μέγας Αλέξανδρος χάρηκε πολύ. Πιάνει τότε τους άντρες τους στρατιώτες του και τους λέει: "Η περικεφαλαία αυτή που φορείτε δε σας πρέπει, αφού δειλιάσατε. Πρέπει να τη φορούν οι γυναίκες σας". Τις έβγαλε τις περικεφαλαίες από τα κεφάλια των αντρών και τις έβαλε στα κεφάλια των γυναικών. Από τότε και ύστερα φορούν οι γυναίκες στο Ρουμλούκι (την πατρίδα του Μεγ. Αλεξάνδρου) τις κατσιούλες που δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι περικεφαλαίες των αντρών τους.» (535-537).

5.13 Οι γυναίκες του Γιδά

«Παραξενεύεται κανείς μόλις πατήσει στο Γιδά ένα μέρος κεντρικό όπου τέσσερις φορές την ημέρα περνάει το τραίνο Θεσσαλονίκης-Φλώρινας που θα ιδεί τις γυναίκες ξυπόλυτες. Ούτε τα κορίτσια ούτε οι παντρεμένες ούτε κι οι γριές φορούν παπούτσια στα πόδια. Στο σπίτι, στους κήπους, στους δρόμους, στην εκκλησιά τις περισσότερες και στους δρόμους φαίνονται ξεπόλυτες. Έτσι είναι το έθιμο. Μόνο η νύφη δεν επιτρέπεται να είναι ξυπόλυτη. Αυτή φορεί τα παπούτσια της. […] Το ίδιο αυτό της ξεπολυσιάς το είδα στην Αγκαθιά.» (318-320) – «Οι γυναίκες και στο Γιδά και στα άλλα τα Ρουμλουκιώτικα χωριά, όσα τουλάχιστον είδα, δεν έχουν καμμιά συστολή σαν κείνων που συναντά κανείς συνήθως στα χωριά. Γελαστές παρουσιάζονται μπρος σου, χαιρετούν θαρετά με το: καλώς ώρσες και σε φιλεύουν τον καφέ και το γλυκό σαν να είναι γυναίκες της πολιτείας. Στα φαγητά όμως είναι πολύ πίσω. Δεν ξέρουν να μαγειρεύουν, ούτε και να ζυμώνουν καλό ψωμί μ’ όλο που έχουν το φούρνο τους και το φουρνίζουν μόνες τους. Στο Γιδά ωστόσο οι γυναίκες μένουν πάντα στο σπίτι κατά το πλείστον και το πιο πολύ καταγίνονται με τις σπιτικές τους δουλειές. Μόνο οι νυφάδες ακολουθούν τον άντρα στις γεωργικές του δουλειές.» (322-323) – «Στην καθαριότητα οι γυναίκες του Γιδά είναι πολύ προσεκτικές. Είναι κομψότατα ντυμένες. Δε βλέπεις λεκέ πάνω τους. Εξόν τούτο είναι χρυσοχέρες στα χειροτεχνήματα και τον αργαλειό (γι’ αυτούς θεώρησα περιττό να ασχοληθώ μιας κι η κ. Χατζημιχάλη ασχολήθηκε γενικά με τη χειροτεχνία τους στο βιβλίο της το Ρουμλούκι). Γνωρίζουν, το έχουν συνειδητό πως έχουν αυτή τη δεξιότητα οι γυναίκες και επιδεικνύονται και καμαρώνουν. Χωρίς καν να το επιδιώξω πολλές γυναίκες σε σπίτια που επισκεφτόμουνα ήθελαν να μου επιδείξουν και τι και τι πράματα είναι περασμένα από το χέρι τους και άνοιγαν τα μπαούλα.» (324-325).

Το μεγαλύτερο μέρος του δεύτερου και του τρίτου τετραδίου της συλλογής του καλύπτεται από περιγραφές εθίμων και παραδόσεων (Λαζαρίνες, Ντουντουλίνα, Κόλιντα, Ρουγκάτσια, Χελιδόνα, κ.ά.) του Ρουμλουκιού. Περιλαμβάνουν επίσης 19 παραμύθια και μύθους, 34 αινίγματα, προβλήματα και γλωσσοδέτες, 46 τραγούδια, νανουρίσματα, ερωτικά δίστιχα, κ.ά., που κατέγραψε από τον Γιδά, την Αγκαθιά, το Λιανοβέργι και το Νησέλι. Δείγματα αυτών παραθέτουμε αμέσως παρακάτω:

5.14 «Το σεργιάνι του Γιδά»

«Εκκλησία το χωριό έχει εις μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και γιορτάζει στις 15 Αυγούστου. Την ημέρα αυτή το χωριό έχει σεριάνι, ήτοι πανηγυρίζει. Στην εκκλησιά φέρνουν οι γυναίκες τάματα, ζώσματα. Ζώσμα είναι ένα γνέμα [=νήμα] κερωμένο. Μ’ αυτό ζώνουν απέξω την εκκλησία δηλαδή την περιδένουν. Και βλέπεις αυτήν τη μέρα της Παναγίας 5,6 και περισσότερα ζώσματα: το ένα παραπάνω από το άλλο κι είναι ένα μεγαλείο. Μετά την εκκλησία γίνεται χορός γενικός. Χορεύουν οι γυναίκες κι οι άντρες με τα νταούλια. Πριν από 6-7 χρόνια τη μέρα αυτή συστήθηκε και παζάρι κι έτσι τώρα κοντά στο σεργιάνι, γίνεται κι εμπορική πανήγυρις. Εννοείται πως έρχεται πολύς κόσμος εξόν από τους εμπόρους (Βέροιας και Θεσσαλονίκης) και άλλοι αγοραστές στο πράμα.» (437-438)

5.15 «Ο χάσκαρης» (παιγνίδι)

«Την Τυρινή το βράδυ τις Μεγάλες Αποκριές, αφού φάνε και πιούνε παίρνουν ένα καλάμι μικρό (νεροκάλαμο ξερό). Απ’ την άκρη του καλαμιού δένουν μια κλωστή ως ένα πήχη μακριά. Στην άκρη της κλωστής τη λεύτερη δένουν ένα κομμάτι χαλβά. Το καλάμι αυτό με το χαλβά το κρατεί από τη λεύτερη άκρη του ο πατέρας στο σπίτι, ή κανένας άλλος, πάντα ο νοικοκύρης του σπιτιού. Βάζει τα παιδιά του σε μια γραμμή και έπειτα αιωρεί το χαλβά, όπως είναι δεμένος πότε κατά τα δεξιά και πότε κατά τα αριστερά, πάντα το καταφέρνει με την κίνηση που κάνει να περνάη ο χαλβάς μπρος απ’ τα στόματα όλων των παιδιών: Τα παιδιά περιμένοντας με το στόμα ανοιχτό προσπαθούν να χάψουν το χαλβά που περνάει μπρος από το στόμα τους. Είναι ένα παιγνίδι πολύ δύσκολο αυτό. Κανένα παιδί δεν καταφέρνει να χάψει με το στόμα του το χαλβά, γιατί περνάει πολύ γρήγορα από μπρος του. Επακολουθούν γέλια ακράτητα και τα γέλια κάνουν δυσκολότερη την υπόθεση. Τέλος ο πατέρας το διευκολύνει σταματώντας τη σχετική κίνηση, ένα από τα παιδιά, όποιο προτιμάει και χάφτη με το στόμα το χαλβά και τον τρώει, ενώ τ’ άλλα εξακολουθούν να γελούν. Μετά θα δέση και άλλο κομμάτι χαλβά και θα επαναλάβη το παιγνίδι κατά τον αυτόν τρόπο και τέλος θα διευκολύνει άλλο του παιδί να φάη το χαλβά. Όσα είναι τα παιδιά του, τόσες φορές θα επαναλάβη το παιγνίδι, ώσπου να μη μείνη κανένα του παιδί παραπονεμένο. Να φάνε όλα το χαλβά τους. Το παιγνίδι είναι ο χάσκαρης. Το ίδιο αυτό παιγνίδι το κάνουν και με τα αυγά. Δηλαδή βράζουν τόσα αυγά άσπρα όσα είναι τα άτομα της οικογένειας. Έπειτα τα καθαρίζουν τ’ αυγά προσέχοντας να βγάλουν τα τσόφλια δίχως να βλάψουν το αυγό μέσα. Τώρα με την κλωστή δένει ο νοικοκύρης ένα-ένα τ’ αυγά, ώσπου να χάψη το κάθε άτομο το δικό του αυγό. Να μη μείνη κανένας παραπονούμενος. Τα τσόφλια αυτών των αυγών και το νερό που τα έβρασαν μέσα τα φυλάνε για την άλλη μέρα, την Καθαρή Δευτέρα. Τ’ αυγότσουφλα τα βάζουν μέσα σε κείνο το νερό. Με το νερό αυτό νίβονται όλοι οι σπιτικοί. Τόχουν για καλό. Για τα αυγότσουφλα λένε πως ωφελούν για να μη βγάνη κανείς στο μάγουλο ξηλουρχήνις (δηλαδή ξηρές λειχήνες).» (447-451).

5.16 «Κολύμπημα σκύλου και γάτας την Καθ. Δευτέρα»

«Αυτό το έθιμο που θα γράψω επικρατούσε εδώ και λίγα χρόνια. Σήμερα το παράτησαν. Όλοι οι χωριανοί την Καθ. Δευτέρα διάλεγαν μια γούρνα με νερό εκεί κάπου στην άκρη του χωριού. Και εκεί μαζεύονταν όλοι γύρω γύρω. Έμπηγαν ένα ντιρέκι (παλούκι) από τη μια μεριά της γούρνας κι άλλο ένα από την άλλη. Τα ντιρέκια είχαν διχάλια στην κορφή. [παραθέτει σχήμα] Από διχάλη σε διχάλη των ντιρεκιών τέντωναν μια σπαρτίνα (χοντρό σκοινί κλωσμένο). Τη μια άκρη της σπαρτίνας την κρατούσαν δυό τρία παιδιά από τα μεγάλα από το ένα μέρος αυτά και την άλλη άκρη από το άλλο μέρος άλλα τόσα παιδιά. Πριν τη βάλουν τη σπαρτίνα στις διχάλες έπιαναν τα παιδιά ένα σκυλί και μια γάτα. Ξεστρίβαν τη σπαρτίνα που ήταν κλωσμένη και διχάλωναν τα πισινά πόδια του σκυλιού και της γάτας. Έπειτα την ξαναέστριβαν τη σπαρτίνα και τα ζώα ήταν πιασμένα σα σε δόκανο. Κρατώντας τη σπαρτίνα από τη μια άκρη και την άλλη τα παιδιά τη σήκωναν ψηλά και την άφηναν να ακουμπήση στις διχάλες των ντιρεκιών. Έτσι βάνοντάς της τραβούσαν με δύναμη από το ένα μέρος και το άλλο ώστε να βαστούν το βάρος των δύο ζώων. Τα δύστυχα τούτα με κάτω το κεφάλι πιασμένα στα στρίμματα της σπαρτίνας, δε μπορούσαν να ξεπιαστούν κι έτσι αιωρούνταν. Τότε τα παιδιά πότε ξαπολούσαν λίγο τις άκρες της σπαρτίνας κι από το βάρος τα ζώα έπεφταν χαμηλά στη γούρνα και κολυμβούσαν στο νερό (γιατί η γούρνα ήταν γεμάτη νερό αποκάτω). Και πότε τραβούσαν τις άκρες κι έστριβαν τη σπαρτίνα και τα ζώα ανέβαιναν κι αιωρούνταν σαν τον απαγχονιζόμενον. Από γύρω το πλήθος με απάθεια μάλιστα με γέλια κι ευχαρίστηση παρακολουθούσε το οικτρό αυτό θέαμα. Μια τα ζώα αιωρούνταν και μια βουτιόντανε στης γούρνας το νερό και τα δύστυχα θρηνούσαν και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να απελευθερωθούν. Επειδή τα παιδιά που πότε τάνυαν και πότε ξαπολύναν τη σπαρτίνα την ξέστριβαν και λίγο σε κάθε ανάβαση, ύστερα από κάμποσες βουτηξιές τα πόδια των ζών ξεδιχαλώνονταν απ’ τις στριψιές και τότε τα ζώα έπεφταν πια μέσα στο νερό κι από κει κολυμπώντας έφευγαν από το μαρτύριό τους. Αυτό γινόταν για να μη λυσσιάσουν τα σκυλιά και οι γάτες. Ήταν, ας πούμε μια λατρευτική μαγική πράξις για την πρόληψη της λύσσας· αλλά κατόπιν κατάντησε αστείο. Το κρέμασμα αυτό και το μαρτύριο εξακολουθούσε από το πρωί ως το μεσημέρι. Εξόν από το χωριό ήρχονταν και οι γύφτοι με τις καραμούζες και τα νταούλια τους κι έπαιζαν για ειρωνία του μαρτυρίου των δυστυχών ζώων. Το μεσημέρι σήμαινε η οριστική διάλυση. Το έθιμο λίγα χρόνια έχει που παρατήθηκε. Όταν θα ερχόταν η Καθ’ Δευτέρα, έλεγαν: Σήμερα θα κουλ’μπήσουμι τα σκυλιά!» (451-456).

 

 

5.17 Το έθιμο της Χελιδόνας

«Το Χελιδόνισμα στο Νησέλι και την Αγκαθιά. Τα πιο ξυπνά παιδιά του σχολείου γίνονται μια παρέα 10-15 παιδιά μαζί. Παίρνουν ένα καλαθάκι το στολίζουν με πρασινάδες και λουλούδια. Μέσα στο καλάθι μπήγουν ένα καλάμι, νεροκάλαμο. Στο καλάμι μέσα έχουν ένα στύλον ξυλένιο πολύ πιο λεπτόν από το καλάμι. Στο στύλον αυτόν έχουν δεμένο ένα σπάγγο από τη μια του άκρη και περιτυλιγμένον. Την άλλη του άκρη την βγάζουν από μια τρυπίτσα που κάνουν στο καλάμι. Έπειτα κι από ένα άνοιγμα του καλαθιού. Ο στύλος αυτός κρατεί στην κορυφή ένα ξυλένιο χελιδονάκι. Το καλάθι αυτό το πράσινο στολισμένο το φέρει ένα από τα παιδιά τ’ άλλα ακολουθούν. Έρχονται στο πρώτο σπίτι του χωρίου κι αρχίζουν:

Χελιδόνα έρχιτι

από Μαύρη θάλασσα

θάλασσα απέρασε

τη φωλιά θεμέλιωσε.

Έκατσε και λάλησε,

έμαθι τα γράμματα

γράμματα βασιλικά

που μαθαίνουν τα παιδιά.

Δάσκαλος μας έστειλι

να μας δώσεις πεντ’ αυγά.

Αν δεν έχετε αυγά

δώστε μας την κλωσσαργιά.

Να γιννάη, να κλωσσάη

και να σέρνη τα πουλιά.

Μάρτης μας ήρθε

κι άλλος μας ήρθε.

Τα λουλούδια ανθίζουν

τόπος μυρίζει.

Έξω ψύλλοι και κοριοί

μέσα γάμος και χαρά

και καλή νοικοκυρά.

Στην Αγκαθιά το τραγουδούν με παραλλαγή:

Χελιδόνα έρχεται

’πό τη Μαύρη θάλασσα

θάλασσα επέρασε

την φωλιά θεμέλιωσε

έκατσε και λάλησε,

έμαθε τα γράμματα

γράμματα βασιλικά

που μαθαίνουν τα παιδιά.

Μάρτη, Μάρτη βροχερέ,

κι Φλιβάρη χιονερέ,

ο Απρίλης ο γλυκύς

έφτασε δεν είν’ μακρύς.

Τα ορνίθια να γεννούν

να γεννούν και να κλωσσούν.

Μας έστειλεν η δάσκαλος

να μας δώστε πεντ’ αυγά.

Δε μας δίντε πεντ’ αυγά

παίρνουμε την κλωσσαργιά.

Να γιννάη και να κλωσσάη

και να σέρνη τα πουλιά.

Μάρτης μας ήρτε

κι άλλος μας ήρτε.

Τα λουλούδια ανοίγουν

τόπος μυρίζει.

Έξω ψύλλοι και κοριοί

μέσα γάμος και χαρά

και καλή νοικοκυρά.

Ενώ τα παιδιά τραγουδούν το παραπάνω τραγούδι στο μονότονο, αλλά ρυθμικό ήχο του, το παιδί που κρατεί το πρασινοστόλιστο καλάθι, κρατώντας από την άκρη το σπάγγο που είπαμε, τον τραβάει προς τα έξω κι ενώ τον τραβάει περιστρέφεται το ξύλινο χελιδονάκι που κρατιέται στον ξυλένιο στύλο. Το τράβηγμα γίνεται έτσι που το χελιδονάκι να στριφογυρίζει ρυθμικά ακολουθώντας το ρυθμό του τραγουδιού. Είναι κι αυτό μια τέχνη. Τα παιδιά τα φιλοδωρούν από όποιο σπίτι περνούν. Στο Νησέλι τους δίνουν αυγά, τους δίνουν προσέτι και νήμα για τα κεριά της εκκλησίας, τους δίνουν κι από ένα φράγγο. Τα αυγά τα φέρνουν και τα δίνουν στο δάσκαλο τα παιδιά. Το νήμα το παραδίδουν στους επιτρόπους της εκκλησίας για να φτειάνουν τα κεριά της. Και το φράγγο μένει για όφελός τους. Το βράδυ ενώ θα τελειώσει το γύρισμα μοιράζουν όσα χρήματα μάζεψαν. Στην Αγκαθιά δίνουν στα παιδιά ως δώρο πρώτα-πρώτα το αυγό για το δάσκαλο. Έπειτα οι νοικοκυράδες και τα κορίτσια προ πάντων στα σπίτια που διαβαίνουν τα παιδιά με το χελιδόνι πάνε και κόβουν λουλούδια στον κήπο, ζουμπίλια, κουκουρούσες (λουλούδι), μεριντζιντζό (λουλούδι). Τα κόβουν χέρες-χέρες και τα φέρνουν γρήγορα-γρήγορα και στολίζουν το κλουβί των παιδιών. Μπήγουν ένα λουλούδι αποδώ, τ’ άλλο αποκεί, το χώνουν μέσα στην πρασινάδα και στα λουλούδια. Στα χωριά, όπως μου είπαν, άρχισαν και παρεξηγούν τους δασκάλους με το έθιμο του χελιδονίσματος. Οι κακές γλώσσες λένε πως τάχα ο δάσκαλος στέλνει τα παιδιά να τραγουδήσουν το χελιδόνι για να μαζέψουν τ’ αυγά για να τα πάρη αυτός. Ενώ είναι γνωστόν πως το χελιδόνισμα από ανέκαθεν διατηριέται στο Ρουμλούκι. Είναι η πρώτη επιβολή και συκοφαντία κατά του εθίμου που μας το έσωσεν ο χρόνος από την παλιά αρχαιότητα. Η συκοφαντία πιάνει μάλιστα ακόμα έχη αφορμή το φτόνο κατά του δάσκαλου (που ενώ παίρνει το μισθό του, όπως λένε οι χωριάτες, έχει την πλεονεξία να παίρνη και τ’ αυγά που του κληρονόμησαν οι αιώνες.) Μ’ αυτόν τον τρόπο άρχισε και ατονεί το έθιμο του χελιδονίσματος και δε θα περάση πολύς καιρός, όπου και στο Ρουμλούκι θα μένη στην ιστορία το χελιδόνισμα, όπως έμεινε και σε τόσα άλλα μέρη της Παλ. Ελλάδος – όσο εγώ ξέρω στην Άμφισσα, στα Κράβαρα και δεν ξέρω που αλλού.» (467-475) «Στο Νιόκαστρο το Χελιδόνισμα δεν υπάρχει. Άλλοτε υπήρχε και εδώ και προ ολίγων μάλιστα ετών, αλλά το έθιμο έπαψε από την εξής αιτία. Επειδή τ’ αυγά που μαζεύουν τα παιδιά του σχολείου ανήκουν στο δάσκαλο, τα σχόλια έπαιρναν κι έδιναν στους χωριάτες. Ου! στέλνει ο δάσκαλος τα παιδιά για να του μαζεύουν αυγά να φάη! Ου! αυτός έχει το μισθό του, και τι υποχρέωση έχομε εμείς να δίνομε αυγά για το δάσκαλο! Ου τούτο! Ου κείνο! Τα παραπάνω έφτασαν κι ως τον επιθεωρητή των σχολείων της Βέροιας. Τότε κοντά είχε γίνει κι ένα συνέδριο δημοδιδασκάλων και μεταξύ άλλων ήρθε σε συζήτηση και το ζήτημα της περιαγωγής του χελιδονιού την 1η Μαρτίου και το μάζεμα των αυγών. Ο επιθεωρητής θεώρησε την εξακολούθηση του εθίμου αυτού ως εξευτελιστική για το δάσκαλο. Ακούς να μαζεύη αυγά ο δάσκαλος! Κι αλήθεια από την έποψη αυτή έτσι έχει το πράγμα, αλλά βαθιά εξεταζόμενο δεν είναι έτσι. Ο επιθεωρητής λοιπόν έκαμε σύσταση στους δασκάλους να το καταργήσουν το έθιμο αυτό που τους εξευτελίζει στα μάτια των χωρικών. Δίχως να ξέρει ο καλός επιθεωρητής πως δολοφονεί μια παράδοση χιλιάδων ετών που την σεβάστηκαν αιώνες ελληνικής δόξας και αιώνες μαύρης δουλείας μ’ ένα του φετφά καταργεί κείνο που ούτε ο πανδαμάτωρ χρόνος δεν κατόρθωσε να καταργήση. Μερικοί από τους δασκάλους σεβάστηκαν τη διαταγή του επιθεωρητή και το κατήργησαν το έθιμο. Αυτό έγινε και στο Νιόκαστρο, όπως και σ’ άλλα καμπίσια χωριά του Ρουμλουκιού. Ευτυχώς που οι περισσότεροι διδάσκαλοι δεν τον άκουσαν κι έτσι το έθιμο διαιωνίζεται εις πείσμα τού (αμαθούς!) επιθεωρητή.» (520-522)

5.18 «Ο Γκαβολίβας» [παράδοση]

«Ο Γκαβολίβας. Υπάρχει ένας άνεμος που στον κάμπο του Ρουμλουκιού τον λένε Γκαβολίβα. Αυτός ο άνεμος τραβάει από τα βουνά της Βέροιας. Ο Γκαβολίβας είναι θαυμάσιος. Κάποτε είχε ρίξει πολύ χιόνι. Όλος ο κάμπος της Βέροιας άσπρισε· χιονίστηκε ακρής ακρής όλος. – Έλα, λέει στον Ήλιο, ο Γκαβολίβας. Βάλε τα δυνατά σου, να ιδούμε θα μπορέσεις να λυώσης αυτό το χιόνι; Εγώ μπορώ. – Το παραδέχομαι, λέει ο Ήλιος, πως με το χιόνι που είναι στον κάμπο μπορείς να κάμης κάτι, μα δε μου λες μπορείς να λυώσης και το χιόνι του βουνού; Εκεί είναι κρυψώνες. Το χιόνι είναι τρυπωμένο μέσα στους κρυψώνες όπως το στούπωσε ο αέρας. Δε θα μπορέσης να το βρης και να το λυώσης όσο κι αν φυσήξεις! – Βάνομε στοίχημα σα θέλεις, του λέει ο Γκαβολίβας. Ας αρχίση να χιονίζη και να χιονίση σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες χιόνι, να σκεπάση κάμπους και βουνά, και να τραβήξη βοριάς και να το παγώση κιόλας, εγώ σου λέω πως είμαι άξιος να το λυώσω αυτό το χιόνι, συ όμως όχι. – Δε θα μπορέσης, λέει ο Ήλιος. – Θα μπορέσω, λέει ο Γκαβολίβας και σα θέλεις βάνομε και στοίχημα. – Τί στοίχημα; – Να, σα δε μπορέσω να λυώσω το χιόνι αυτό, να μου βγάλης το μάτι. Μένεις σύμφωνος; – Μένω είπε ο Ήλιος. Εμπρός. Χιόνισε, χιόνισε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Βουνά και κάμποι χιονίστηκαν. Μπόγια πήε στον ψηλό το χιόνι. Πουθενά δεν έβλεπες ξέχιονο μέρος, να μαυρίζη η γης. Τράβηξε κι ένας ψυχρός βοριάς και το πάγωσε το χιόνι που δεν ήταν ελπίδα να λυώση ούτε ύστερα από πολλά χρόνια. – Λοιπόν εμπρός! του λέει του Γκαβολίβα ο Ήλιος. Ο Γκαβολίβας άρχισε να φυσάη δυνατά. Κι επέμεινε. Και το κατάφερε. Το χιόνι αλήθεια άρχισε να λυώνη. Έλυωνε, έλυωνε μέρες πολλές κι ο τόπος άρχισε να μαυρίζη. Είχε μείνει ακόμα πάνω στα βουνά χιόνι. Ο Γκαβολίβας άρχισε να φυσάη, να φυσάη. Επέμεινε δυνατά. Τα κατάφερε. Μαύρισαν και τα βουνά, γιατί το χιόνι είχε λυώσει. Ο Γκαβολίβας ήταν πια σίγουρος πως χιόνι δεν απόμεινε πουθενά. – Ε, του λέει του Ήλιου, να που το κατάφερα. – Δεν το κατάφερες λέει ο Ήλιος, εγώ λέω πως είναι ακόμα άλυωτο χιόνι. – Πού είναι; Δείξε το να το ιδώ, λέει ο Γκαβολίβας. – Έλα πάμε περίπατο, του λέει ο Ήλιος, να σεργιανίσουμε και θα το ιδής. Ο Γκαβολίβας το δέχτηκε και πάει περίπατο μαζί με τον Ήλιο. Πήγαν πρώτα στους κάμπους. Κοίταξαν δω, κοίταξαν εκεί, χιόνι δεν υπήρχε πουθενά. – Δεν σου το είπα γω! λέει ο Γκαβολίβας. – Περίμενε ακόμα και θα το ιδής, του λέει ο Ήλιος. Έχομε να περπατήσουμε και τα βουνά. Έλα πάμε. Πήραν τα βουνά ψάχνοντας εδώ και εκεί· χιόνι δεν εύρισκαν. Ο Γκαβολίβας είχε χαρά, νόμιζε πως πέτυχε. – Μην πενιέσαι ακόμα του έλεε ο Ήλιος. Πρέπει να περπατήσουμε ακόμα κάμποσον τόπο! Και περπάτησαν, περπάτησαν… Έφτασαν σε μια ρεμματιά πάνω στο βουνό. Ράχη από δω, ράχη από κει κι ανάμεσα ήταν η στενούρα. Ούτε ήλιος την έπαιρνε, ούτε αέρας κείνην τη στενούρα. Εκεί μέσα ήταν στουπωμένο το χιόνι κι άσπριζε η ρεμματιά απ’ άκρη σ’ άκρη. – Τα βλέπεις, του λέει ο Ήλιος. Δε σου το είπα, πως δε θα μπορέσης να λυώσης όλο το χιόνι; Το είδε κι ο Γκαβολίβας τώρα, αλλά ήταν αργά. Τώρα το κατάλαβε πως το στοίχημα το έχασε πια. Ο Ήλιος τότε έβγαλε το μάτι του κι από τότε μένει πια γκαβός και γι’ αυτό τον λένε Γκαβολίβα. (την άκουσα στο Γιδά από έναν παλιό δάσκαλο, τον Κωνσταντίνο Κουρκούτα, κι από κάποιον κουνιάδο του).» (541-547)

5.19 Η Ντουντουλίνα στην Αγκαθιά

«Όταν επιμένη το καλοκαίρι να μη βρέχη και τα σπαρτά κινδυνεύουν να καταστραφούν, τότε πιάνουν ένα κορίτσι ως 12 χρονών και το στολίζουν με πρασινάδες και με λουλούδια λογιών-λογιών. Το κορίτσι αυτό το συνοδεύουν άλλα κορίτσια (όσα κι αν είναι) κι αυτά όχι παραπάνω από 15 χρονών. Το κορίτσι το πρασινοστολισμένο και λουλουδοστολισμένο το λένε Ντουντουλίνα. Λοιπόν η Ντουντουλίνα πάει από σπίτι σε σπίτι και στέκεται στην αυλή του κάθε σπιτιού και χορεύει. Τ’ άλλα κορίτσια από γύρω του χορεύουν και τραγουδούν μονότονα:

Ντουντουλίνα περπατεί

Τουν Θιο παρακαλεί.

για να στείλη μια βροχή

Μια βροχή μια σιγανή.

Να καρπίσουν τα χωράφια

και ν’ ανθίσουν τ’ αμπελάκια.

Μπόρις μπόρις το νερό

και το γέννημα σωρό.

Βγαίνει κι η νοικοκυρά από το σπίτι με ένα κανάτι νερό και το χύνει στο κεφάλι της Ντουντουλίνας. Έπειτα τη φιλοδωρούν τη Ντουντουλίνα. Της δίνουν παράδες, χαιρετάει, ευχαριστεί και φεύγει. Τα λεπτά τα συμμαζεύει ένα από τα κορίτσια. Αφού τελειώσουν όλα τα σπίτια, τότε τα κορίτσια στέκονται σε ένα μέρος και μεράζουν τα λεπτά που μάζεψαν.» (630-632).

5.20 Προβλήματα – Γλωσσοδέτες – Αινίγματα

«Δυό μπαμπάδες, δυό παιδιά, τρεις λαγούς βάρισαν από έναν πήραν. Λύσις. Αυτοί ήταν πατέρας με το παιδί του και με το αγγόνι του. Οι δύο μπαμπάδες είναι πατέρας και παιδί. Αυτοί θα πάρουν 1+1=2 λαγούς. Τον άλλον το λαγό θα τον πάρη το αγγόνι, λοιπόν 2+1=3. Ο πάππος να πούμε είναι πατέρας μα κι ο γιος του πατέρας ώστε έχουμε δυό πατέρες. Παιδιά πάλι είναι το ένα του πάππου και το άλλο του παιδιού του πάππου επομένως είναι το αγγόνι. Λοιπόν δυό μπαμπάδες και δυό παιδιά ας φαίνονται τέσσερα. Τρία είναι.» [ο Λουκόπουλος σημειώνει ότι το κατέγραψε στο Γιδά από τον 65-χρονο Κ. Ρεσινιώτη] (792-793) -- «Γερανοί πετούσανι, τι πολλοί που ήτουνι. Κι ψηλά πιτούσανι. Ένας είχι δύο μπρος, κι άλλους είχι δύο πίσω, κι ο ένας έναν πίσου έναν μπρος. Πόσοι ήτουνε; Λύσις. Είναι τρεις. Ο Α είχε μπρος τον Β και τον Γ. Ο Γ είχε πίσω του το Β και τον Α κι ο Β είχε τον Γ μπρος και τον Α πίσω.» (800-801) -- «Ένας γκόσβος μια φορά πάει σ’ έναν κινούριον μύλου κι είπιν του μυλωνά: Ποιος τουν τουρλουμουρφουκαγκιλοπιλέκησιν τούτουν του μύλου; Είπιν ου μυλωνάς: Ο γιος του τουρλουμουρφουκαγκιλοπιλικιστή. Κι είπεν η γκόσβος. Κι γω, λέει, να είχα τα σύνεργα, τα μίνεργα, τα τουρλουμουρφού καγκιλουπιλικιστά, κόμα καλύτιρα ήθιλα, να τουν τουρλουμουργουκαγκιλουπιλικιστή σου από τον υιόν του τουρλομουρφοκαγκιλοπιλικιστή.» (801-802) -- «Αποπάνω σαν τηγάνι από κάτω σα βαμβάκι αποπίσω σαν ψαλίδι, τι είναι; (χελιδόνι)» – «Χίλιοι μύριοι καλογέροι σ’ ένα κούτσουρο διαβάζουν. Τι είναι; (μυρμήγκια)» (812-813).

5.21 Περιπαίγματα

«Το περίπαιγμα το λένε στο Γιδά παρασούμ’. Επίσης και το παρατσούκλι λέγεται παρασούμ’. Στο Νησί τους λένι Καλλιακδάδις (επειδή έχουν πολλές καλλιακούδες. Το Καλλιακδίδις άλλοι το εξηγούνε πως είναι μικροί σαν της καλλιακούδες), στου Γιδά Χαλβατζήδες (γιατί τρώνε πολύ χαλβά). Τις Νιχωρίτες τις λένε Κόνιες (=σκυλιά· κόνα-κόνα λένε τα σκυλιά). Τους Σκοινιώτες τα λένε αχτένιστους. Για τους Λουτριώτες λένε πως σκότωσαν ένα γαϊδουράκι γιατί το πήραν για ζαρκάδι και το’φαγαν για ζαρκάδι, γι’ αυτό τους λένι γουμαράδες (Γιδάς). Τα πάνω χωριά (Πιέρια) τα λένε Τσαπανίτες = ξυπόλυτοι, νηστικοί, ψειριάρηδες.» (922-923)

6. Επίλογος

Παρά το μικρό σχετικά χρονικό διάστημα των 12 περίπου ημερών που αφιέρωσε αποκλειστικά στην εντεταλμένη λαογραφική αποστολή του στο Ρουμλούκι και τα Πιέρια, ο Λουκόπουλος κατάφερε να αποκομίσει άφθονο και αξιολογότατο υλικό από πολλά χωριά της περιοχής. Η ποσότητα του υλικού του (1.025 χειρόγραφες σελίδες) αποδεικνύει την ικανότητα και την ευχέρεια της άμεσης καταγραφής που διέθετε ο λαογράφος στο πεδίο.[41] Από τα αποσπάσματα που παρατέθηκαν γίνεται, πιστεύουμε, αντιληπτή η αξία της συλλογής του για τους μελετητές της λαογραφίας, της ιστορίας και της κοινωνικής ανθρωπολογίας του Ρουμλουκιού.

Συγκρίνοντας τη συλλογή του με το γνωστό βιβλίο της Αγγελικής Χατζημιχάλη για το Ρουμλούκι, διαπιστώνουμε ότι ο Λουκόπουλος καλύπτει ευρύτερα θεματικά πεδία της λαογραφίας της περιοχής. Η Χατζημιχάλη περιορίζεται στην κατοικία, στη γυναικεία και αντρική φορεσιά, στην υφαντική, στο κέντημα, στα γαμήλια έθιμα και στα Ρουγκάτσια (έθιμο των Χριστουγέννων), όπως τα κατέγραψε αυτοπρόσωπα στο Γιδά. Ο Λουκόπουλος, χωρίς να παραβλέπει αυτά τα θέματα, δίνει περισσότερο έμφαση στη καταγραφή της υλικής βάσης της παραδοσιακής ζωής και, παράλληλα, αποτυπώνει πολλές όψεις του «πνευματικού βίου» και της «λαϊκής φιλολογίας» του Ρουμλουκιού. Όπως σημειώνει ο Στέλιος Παπαδόπουλος, ο Λουκόπουλος, σε σχέση με την Χατζημιχάλη, «καταθέτει τη μαρτυρία του χωρικού για τον πολιτισμό του τόπου του και υπερέχει σε άμεση γνώση, βίωση, του θέματος που σπουδάζει, και ως προς τη θέση του απέναντι σ’ αυτό: ξέρει ότι απογράφει κάτι που οριστικά ανήκει στο Χθες.»[42] Αξιοπρόσεκτες, επίσης, είναι οι παρατηρήσεις του Λουκόπουλου για ορισμένα γνωρίσματα και συνήθειες των κατοίκων, όπως και οι αναφορές του στις σχέσεις γηγενών-προσφύγων, για τις οποίες εκφράζει ανοιχτά τη συμπάθειά του προς τους δεύτερους καθώς εκείνα τα χρόνια βρισκόταν διαρκώς σε επαφή με το προσφυγικό στοιχείο και γνώριζε τα βάσανά τους.

Από την ανακοίνωση αυτή αποκαλύπτεται μια σημαντική ανέκδοτη πηγή της λαογραφίας του Ρουμλουκιού, που αξίζει να τύχει της προσοχής κάθε ενδιαφερόμενου ερευνητή-μελετητή της τοπικής ιστορίας και λαογραφίας. Ευκταίο θα είναι να επιχειρηθεί η αντιπαραβολή και διακειμενική συσχέτιση της συλλογής του Λουκόπουλου με τα δημοσιευμένα λαογραφικά έργα για το Ρουμλούκι, ώστε να εντοπιστούν οι πρωτοτυπίες της και να συμπληρωθούν τα όποια κενά της υπάρχουσας βιβλιογραφίας. Επίσης, αναγκαία θεωρούμε τη συστηματική έρευνα και αποδελτίωση του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου (ιδιαίτερα του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα), προκειμένου να αποκαλυφθούν τυχόν νέα, και ενδεχομένως αξιόλογα, λαογραφικά δημοσιεύματα για το Ρουμλούκι.[43]

Ευχαριστίες: Για τη διάθεση ανέκδοτων αρχειακών τεκμηρίων που αξιοποιήθηκαν στην παρούσα εργασία, ο γράφων αισθάνεται την υποχρέωση να εκφράσει και δημόσια θερμές ευχαριστίες: στον κ. Ευάγγελο Καραμανέ, διευθύνοντα το ΚΕΕΛ και στον κ. Ιωάννη Καραχρήστο, ερευνητή Β’ βαθμίδας του ΚΕΕΛ, στον κ. Πασχάλη Κιτρομηλίδη, ακαδημαϊκό, ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντή του ΚΜΣ, στον κ. Σταύρο Ανεστίδη, υποδιευθυντή του ΚΜΣ, στην κα. Βαρβάρα Κοντογιάννη, υπεύθυνη Βιβλιοθήκης και Αρχείου του ΚΜΣ καθώς επίσης και στην εγγονή του λαογράφου, κα. Άννα Σταματοπούλου-Λουκοπούλου, που μας εμπιστεύθηκε ανέκδοτες επιστολές και φωτογραφίες του από το οικογενειακό της αρχείο.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

 

Παράρτημα I

Περιεχόμενα της λαογραφικής συλλογής του Λουκόπουλου από το Ρουμλούκι και τα Πιέρια

 

[τίτλος – θέμα – περιγραφή]

σελίδα-ες

Τοπωνύμια Ρουμλουκιού και Πιερίων (Λιανοβέρι, Παλιοχώρι, Γιδάς, Μικρό Αλάμπορο, Νησέλι, Αγκαθιά, Μεγάλο Αλάμπορο, Σφηνίτσα, Τρίχλοβο, Μελίκη, Νιόκαστρο, Βούλτσιστα)

3-44

Το μετόχι της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους στη Βούλτσιστα

44-49

Τοπωνύμια Κολινδρού

50-53

Λιανοβέρι-Πλατύ (θερισμός σταριού, αραμπάς, εργαλεία θερισμού, αλώνια, άλλα γεωργικά εργαλεία, μέτρα σιτηρών)

53-69

Γιδάς (γεωργικά, θερισμός, μεταφορά σιτηρών, παμπόρι)

70-79

Αγκαθιά-γεωργικός βίος (περιγραφή μερών αλετριού)

80-87

Γιδάς (εργαλεία αλωνισμού, σπορά, σκιάστρα)

88-90

Νησέλι (κουτσιρός, μποστάνια, κουσκούνι)

91-105

Αγκαθιά-γεωργικός βίος (θερισμός, αλωνισμός, δουκάνη, δρεμόνι)

106-113

Μελίκη-γεωργικός βίος (κούπες σταριού, ποικιλίες σταφυλιών, σιταριού, καλαμποκιού)

113-119

Νιόκαστρο (αλωνισμός, κούτλα, γεωργικά εργαλεία, σπορά, αλέτρι, όργωμα, δεμάτιασμα, δρεμόνισμα, γελαδάρηδες, μπλούχος, γεωργική ορολογία)

120-147

Νερόμυλοι, χερόμυλος, άλεσμα

147-156

Υποπροϊόντα σταριού (κότσαλα)

157

Λίχνισμα σταριού

158-164

Κούτλα

165

Νιάματα, αντίσπορος, καλαμιές, φουκάλι, λύχνισμα

166-172

Ρουμλούκι-γεωργία, σχέσεις ντόπιων-παλαιοελλαδιτών-προσφύγων

172-174

Κολινδρός, συμπλήρωμα τοπωνυμίων

175-176

Λούντζινο, τοπωνύμια

176-177

Ποιμενικός βίος (Λιανοβέρι)

178-194

Ποιμενικός βίος (Γιδάς)

194-198

Ποιμενικός βίος (Νησέλι)

198-201

Το σπίτι (Λιανοβέρι)

202-204

Γιδάς (οικιακά σκεύη και αγγεία, μέρη του σπιτιού, τα φίδια των σπιτιών, υλικά-κατασκευή σπιτιών, φούρνος)

205-232

Γιδάς (νερά, πλύσιμο, κουζίνα, αργαλειός, ενδυμασία, κατσούλι, νύφη, κοσμήματα)

233-272

Αλιευτικός βίος (Λιανοβέρι)

273-280

Τα ζώα και ερπετά στο βάλτο, χλωρίδα

281-287

Γιδάς (κάργιες, πιάσιμο κάργιας)

287-292

Κυνηγετικός βίος

292-312

Οικιακά σκεύη, έπιπλα, τροφές (Λιανοβέρι, Γιδάς, Βούλτσιστα)

313-315

Παραλειφθέντα γεωργικού, ποιμενικού, αλιευτικού, κυνηγητικού βίου κλπ.

316-317

Ενδυμασία στο Γιδά, νύφη

318-319

Αγκαθιά, Γιδάς (διάφορα)

320-323

Σπίτια του Γιδά, καθαριότητα, γλώσσα

323-325

Γιδάς (κυνήγι με λάστιχα-σαΐτες)

326-327

Αχερώνας στο Γιδά, χτίσιμο, οικοδομική

328-329

Γλωσσικά Γιδά

330-331

Πανίδα (πελεκάνος, καλιακούδα, καρακάξα, κουκουβάγια, κοράκι, σπουργίτι, γκαραβέλια, γκιργκιρίνα, σταρίδα, τσιτσ(ι)λιάνοι, κουλουσουσουράδα, ορνίθια, πέτνος, μισίρκο, πρασ’νουγκούστερας, μπούμπλας, ζίνα, καρκαλέτσος, μαρούδα, χαμόργκας)

332-350

Γιδάς-ανδρική ενδυμασία (τσάκι, μπλάλια, τσαρούχια, μπουλμπότσα, ντουλαμάς, κοντογούνι, καταστάρ, φανέλα, πουκάμισο, σκιάδα)

351-358

Πουλιά και φυτά στο Νησέλι και στην Αγκαθιά

358-362

Τροφές στην Αγκαθιά (συκότουρτα)

362-364

Γλώσσα στην Αγκαθιά (αρχαία κλητική στα κύρια ονόματα)

364-365

Η Λεμονιά, το κορίτσι στην Αγκαθιά

366-369

Ο χορός (στην Αγκαθιά)

370-372

Νιόκαστρο (γλωσσικά, φόρτωμα, σπαρτίνα, αμάξι, βίζιτα, κ.ά. στειροβότανο)

373-384

Βούλτσιστα (ζύμωμα ψωμιού)

385-386

Συμπεριφορά των Ρουμλουκιωτών προς τους ξένους

286-391

Ουζοποσία

392

Η έχθρα των ντόπιων προς τους πρόσφυγες

393-400

Λιανοβέρι (πανηγύρι, ρουγκάτσια)

401-413

Γιδάς (κλήδονας, Λαζαρίνες, τραγούδια, Χελιδόνισμα, τσιρ κι απέτασα, τα αυγά της πασχαλιάς, το σεργιάνι στο Γιδά, ξωκκλήσια)

413-439

Νησί, εκκλησία Αγίων Αναργύρων

439-440

Άγιος Αντώνιος Βέροιας

440

Για το τσιρ κι απέτασα (συμπληρωματικές πληροφορίες), η λαμπάδα της λαμπρής

441-446

Ο πιλικάνος

446-447

Ο χάσκαρης (παιχνίδι στο Γιδά)

447-451

Κολύμπημα σκύλου και γάτας την Καθαρά Δευτέρα

451-456

Τ’ αρνί της Λαμπρής, Πρωτομαγιά στο Γιδά, του Αγίου Τρύφωνα, κ.ά.

456-459

Νησέλι (πρωτομαγιά)

459-460

Νησέλι (Λαζαρίνες, Απόκριες), εξωκλήσι Αγίας Κυριακής

460-466

Αγκαθιά (τα Ρογκατσάρια)

466-467

Το χελιδόνισμα στο Νησέλι και την Αγκαθιά

467-475

Τα κόλιντα και οι Ρογγατσαρέοι στο Νησέλι

475-478

Αγκαθιά (πρωτομαγιά, σεριάνι, τα κλήδονα, των Άη-Σαράντα, έθιμο Χριστουγέννων)

478-491

Νιόκαστρο (πληροφορίες για την Αγία Κυριακή)

492-493

Αγιονέρι (μοναστήρι Παναγίας) Μαυροράχης

494

Νιόκαστρο (ζώσματα, Μεταμόρφωση Σωτήρος, οι Βλάχοι τα Φώτα, τ’ άνθη της εκκλησίας, η πρωτομαγιά, το βράδυ της Τυρινής, ο Άη-Λιας, λιτανεία για την ξηρασία)

495-499

Νιόκαστρο (Λαζαρίνες, περιγραφή του δρώμενου)

500-519

Νιόκαστρο (το Χελιδόνισμα, πως έπαψε το έθιμο)

520-523

Βούλτσιστα (στον Άη-Λιά για θεραπεία ασθενειών, κόλιντα παραμονής Χριστουγέννων και Αγίου Βασιλείου, Ρογκάτσια, Φώτα, απόκριες, Λαζαρίνες, Χελιδόνισμα)

524- 530

 

Ρέντενο (Ρυάκια) Λαζαρίνες, κόλιντα, Ρογκάτσια

531-532

Κολινδρός

533-534

Παραδόσεις (για την Κατσιούλα, της Μπάμπους οι μέρες, το άχερο, ο Γκαβολίβας, η Δόξα, ο Πάτερ Κοσμάς, οι Βρουκολάκοι, Σντρίγλις, Καλικάντζαροι, Ίσκιωμα)

535-593

Μαγικές δεισιδαίμονες συνήθειες, η Ντουντουλίνα στο Γιδά, γητέματα, νηστεία παιδιών, χαϊμαλιά, νερουχέλδουνα, αρμενοκαύκι, το μονόκερο, στην καρακάξα, για τ’ αβάσκαμα

593-627

Το στειροβότανο (πως το βρίσκει κανείς)

628-630

Η ντουντουλίνα στην Αγκαθιά

630-632

Άη-Νικόλας (Βούλτσιστα), Άη-Θανάσης

632-633

Αστρολογία-Μετεωρολογία (μερομήνια, αστερισμοί, άνεμοι)

633-639

Παραμύθια και μύθοι (σύνολο 19)

639-798

Αινίγματα, προβλήματα, γλωσσοδέτες (σύνολο 34)

798-814

Τραγούδια, νανουρίσματα, κόλιντα, ερωτικά δίστιχα, κ.ά. (σύνολο 81)

814-909

Ανθρωπωνυμικά, ονόματα γυναικών (Γιδάς)

909-910

Σάλιαγκας, μουρτσέκι (μανιτάρι), μαρούδα (έντομο πασχαλίτσα), διάφορα

910-914

Ευχές, κατάρες, χαιρετισμοί, παροιμίες, ευτράπελα διηγήματα (Γιδάς)

914-918

Κρατόκουμμα (πόνος μέσης-θεραπεία)

918-919

Γλωσσικά (Γιδάς)

920-923

Οι άνεμοι στην Αγκαθιά, γλωσσικά, αίνιγμα-κατάρες-όρκοι-ευχές (Αγκαθιά)

925-932

Λατρεία, Τα ρογκάτσια, κ.ά. (Νιόκαστρο)

932-936

Άνεμοι-χοροί, γέννα παιδιού (Γιδάς) - Νιόκαστρο

937-941

Παιγνίδια. Γιδάς (τα κότσια, το αλωνάκι, πούμα-ταλιόνι, τσιατάλ-μα(ν)τάλ, η παπαδιά), Αγκαθιά (το κλεφτάκι, οι κλιέφτες, η κολοκυθιά), Νιόκαστρο (το απδάκι, το γκαβάκι)

942-975

Έθιμα γάμου (Λιανοβέρι, Αγκαθιά)

975-1009

Έθιμα για το θάνατο (Λιανοβέρι, Γιδάς)

1011-1016

Δίκαιο στο Γιδά (σφράγισμα ζώων για γνώρισμα)

1017

Γιδάς (παγίδες για σύλληψη πουλιών, με την κεραμίδα, το βρόχος, με τα κουκιά)

1018-1022

Νησέλι (ποιμενική ζωή, μουσικά όργανα ποιμένων)

1023

Γιδάς (γάμος, η θέση της γυναίκας, σπορά, παροιμία)

1024-1025


 

Παράρτημα IΙ

Φωτογραφίες του Δημήτρη Λουκόπουλου από το Ρουμλούκι