Στην αρχαία ελληνική πόλη Νεμαυσό (νυν Νιμ Γαλλίας): Αρχαίος ναός-βιβλιοθήκη της Αρτέμιδος, ο Δίας Νέμαυσος, ψηφιδωτά Ευρώπης-Δία, Αχιλλέα-Οδυσσέα στην Σκύρο, Πενθέα, κ.ά. - του Γ. Λεκάκη

Στην αρχαία ελληνική πόλη Νεμαυσό
(νυν Νιμ Γαλλίας):
Αρχαίος ναός-βιβλιοθήκη
της Αρτέμιδος,
ο Δίας Νέμαυσος,
ψηφιδωτά Ευρώπης-Δία,
Αχιλλέα-Οδυσσέα στην Σκύρο, Πενθέα, κ.ά.

Του Γιώργου Λεκάκη

Η Νεμαυσός[1] ήταν πόλη της αρχαίας ελληνικής Γαλατίας, και επήρε το όνομά της από τον Ηρακλείδη (υιό του Ηρακλή), Νεμαύσο / Νεμαύσιο[2].

Την διέλευση του Ηρακλή από έναν τόπο μαρτυρούν τα μενίρ. Θεωρούνται πέτρινες αναπαραστάσεις του ρόπαλού του. Έτσι κι εδώ, υπάρχει το μενίρ του Courbessac (ή La Poudrière) σε ένα χωράφι, κοντά στο αεροδρόμιο, ένας ασβεστολιθικός μονόλιθος, ύψους άνω των 2 μ., που χρονολογείται περίπου στο 2500 π.Χ. Θεωρείται το αρχαιότερο μνημείο της Ναρβωνικής στην νότια πλαγιά των βουνών Cevenna, στην νυν έκταση της Γαλλίας.

Η Νεμαυσός, άλλωστε, διασχίζεται από την Via Domitia, έναν δρόμο που κτίστηκε από τους Ρωμαίους, πάνω στην χάραξη ενός ακόμη αρχαιότερου γαλατικού δρόμου «του Ηρακλή» / «Ηρακλεία Οδός», που οδηγούσε από την Ιταλία στην Ιβηρική Χερσόνησο. Αυτόν τον δρόμο διέσχισε, έλεγαν, ο Ηρακλής, επιστρέφοντας από τον Ατλαντικό στην Ιβηρική, μετά τον άθλο του, για τα Βόδια του Γηρυόνη. Αλλά δυστυχώς, όλα αυτά με τον καιρό ξεχάστηκαν…

Γραμματικώς η πόλις ετυμολογείται από την ελληνική λέξη ναFεμα > νάημα, νάμα (= καθαρό πηγαίο νερό) < ρ. νάω = οτιδήποτε ρέει, τρεχούμενο   νερό, ποταμός, ρεύμα νερού, ρυάκι (βλ. Τραγ., Πλάτ.) – πιο γνωστό το «Κασταλίας νάμα» δηλ. των Δελφών (Σοφ.) > κελτική λέξη nem = καθαγιασμένος τόπος.[3] Έτσι, σήμερα η Νεμαυσός εξακολουθεί παραφρασμένη: Nîmes, Νιμ...

Ο Δίας Νέμαυσος ήταν ο θεός της κελτο-γαλατικής φυλής των Βόλκων[4]. Θεωρείται ο προστάτης θεός της πόλεως Νεμαύσου. Ο θεός δεν φαίνεται να λατρευόταν εκτός αυτής της τοποθεσίας. Η πόλη σίγουρα επήρε το όνομά της από τον Νέμαυσο. Υπήρχε ιερό ξόανό του (ξύλινο[5] λατρευτικό γλυπτό). Η κελτική φυλή των Βόλκων πραγματοποιούσαν τις συνελεύσεις τους στο ιερό άλσος του. Ήταν ο τοπικός πνευματικός φύλακας της πηγής, η οποία παρείχε αρχικώς όλο το νερό για τον οικισμό.

Ο θεός της Πηγής Νέμαυσος τοποθετείται αρχικώς στην ίδια τάξη με τον Δία και εν συνεχεία, σε έναν μεταγενέστερο βωμό, συνδέεται με τον Δία Ηλιοπολίτη!

Στην πόλη υπήρχε ένα σημαντικό ιερό ιαματικών πηγών. Ιδρύθηκε τουλάχιστον ήδη από την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Επεκτάθηκε μετά την αποίκιση της περιοχής από τους Ρωμαίους, στα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. Ένα άλλο σύνολο τοπικών θεϊκών πνευμάτων, που συλλατρεύονταν στην Νέμαυσο ήταν οι Νεμαυσικές Μητέρες (Νύμφες) / Nemausicae / Matres Nemausicae, οι οποίες ήταν θεές της γονιμότητος και της θεραπείας, που ανήκαν στο ιερό.

Στην θέση της αρχικής πηγής πολύ αργότερα ιδρύθηκε κρήνη / περιρραντήριο και βωμός αφιερωμένος στην λατρεία του Αυγούστου. Σταδιακά, γύρω από αυτήν στήνεται ένα Αυγουστείο / Augusteum, στο κέντρο ενός νυμφαίου, ενός θεάτρου / ωδείου και ενός περίεργου θολωτού κτηρίου, που σήμερα ονομάζεται ναός της Αρτέμιδος. Στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε εάν είναι πραγματικά ναός, αφού ορισμένες ενδείξεις υποδηλώνουν ότι ίσως ήταν βιβλιοθήκη. Αλλά για τους αρχαίους Έλληνες, ναοί και βιβλιοθήκες συνυπήρχαν.

Το Maison Carrée, ναός της Αγοράς / φόρουμ της πόλεως, ήταν το δεύτερο μέρος αφιερωμένο στην αυτοκρατορική λατρεία μετά το Ιερό της Κρήνης. Είναι ο καλύτερα διατηρημένος ναός του ρωμαϊκού κόσμου! Εκτίσθη μεταξύ 10 π.Χ. και 4 μ.Χ., στο νότιο άκρο της Αγοράς, επί Αυγούστου.

Πάντως τα 24 χωριά γύρω από την αρχαία ελληνική πόλη, είχαν έναν βαθμό αυτονομίας, και δεν υπάγονταν στις εντολές του Ρωμαίου κυβερνήτη.

Η αρχαιότερη κατοίκηση στην περιοχή είναι νεολιθική, στην τοποθεσία Serre Paradis, όπου ευρέθη παρουσία ημινομαδικών καλλιεργητών, ήδη από την περίοδο 4000 - 3500 π.Χ. Το χρονικό διάστημα 1800 - 600 π.Χ Εποχή του Χαλκού για την περιοχή, φτιάχτηκαν χωριά, με καλύβες και κλαδιά.

Σήμερα στην πόλη σώζονται και αρχαία μωσαϊκά που εικονίζουν την Ευρώπη και τον Δία...
...τον Πενθέα...

...τον Αχιλλέα στην Σκύρο και τον Οδυσσέα, κ.ά. με ελληνικές επιγραφές. Το τελευταίο ανακαλύφθηκε κατά την διάρκεια σωστικών ανασκαφών στον χώρο στάθμευσης Jean-Jaurès το 2007. Εικονίζει την σκηνή όπου ο Αχιλλεύς αναγνωρίζεται από τον Οδυσσέα, ενώ κρύβεται στον γυναικωνίτη του βασιλιά Λυκομήδη στην Σκύρο

Το 1840, επίσης, ανακαλύφθηκε στο Vaison-la-Romaine μια πέτρινη πλάκα, αφιερωμένη στην γαλατική θεά Βελισάμη / Belisama, γραμμένη με γαλατο-ελληνικούς χαρακτήρες: Λέει ότι ο Σεγομάρος / Segomaros, πολίτης της Νεμαύσου πρόσφερε στην Βελισάμη ένα ιερό νεμέτιο / nemeton.

Η Νιμ σήμερα είναι πόλη της νότιας Γαλλίας στον νομό Γκαρ / Gard, στον 43ο παράλληλο [43°50′18″N 4°21′35″E].

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νιμ, στο παλαιό Κολλέγιο των Ιησουιτών στην πόλη, στα νότια της παλαιάς πόλης, που εγκαινιάσθηκε το 1896, θα δείτε συλλογές από ελληνικά, ετρουσκικά και ρωμαϊκής εποχής αντικείμενα, προερχόμενα από κληροδοτήματα ή ιδιωτικές συλλογές, κλπ.

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης «Σύγχρονης Ελλάδος περιήγησις». Γ. Λεκάκης «Λεξικό των παραδόσεων των λαών του κόσμου». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.6.2012.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

            - Στέφανος Βυζάντιος, Στραβ. 4, 186. V.I.(*), Πλίνιος.

            - Γκριν Μ. «Λεξικό Κελτικού Μύθου και Θρύλου», εκδ. Thames and Hudson, Λονδίνο, 1997.

            - Dupraz Emm. «Commémorations cultuelles gallo-grecques chez les Volques Arécomiques», στο Etudes Celtiques, vol. 44, 2018 DOI: https://doi.org/10.3406/ecelt.2018.2180

            - LEJEUNE Μ. «NÎMES PRÉROMAINE: CULTES INDIGÈNES», Revue de l'histoire des religions, Vol. 211, No. 1 (Ιαν. – μαρτ. 1994), σελ. 5-14, εκδ. Association de la Revue de l’histoire des religions, jstor.

(*) 1.3

Ταύτης δὲ τὸ σχῆμα παραλληλόγραμμόν πώς ἐστιν͵ ἐκ μὲν τῆς ἑσπέρας γραφόμενον τῆι Πυρήνηι πρὸς δὲ τὰς ἄρκτους τῶι Κεμμένωι· τὰς δὲ λοιπὰς τὴν μὲν νότιον θάλαττα ποιεῖ μεταξὺ Πυρήνης καὶ Μασσαλίας͵ τὴν δ᾽ ἑωθινὴν αἱ Ἄλπεις ἐκ μέρους καὶ τὸ μεταξὺ διάστημα τῶν Ἄλπεων ἐπ᾽ εὐθείας αὐταῖς ληφθὲν καὶ τῶν ὑπωρειῶν τοῦ Κεμμένου τῶν καθηκουσῶν ἐπὶ τὸν Ῥοδανὸν καὶ ποιουσῶν ὀρθὴν γωνίαν πρὸς τὴν λεχθεῖσαν ἀπὸ τῶν Ἄλπεων εὐθεῖαν. τῶι δὲ νοτίωι πρόσκειται παρὰ τὸ λεχθὲν σχῆμα ἐφεξῆς παραλία͵ ἣν ἔχουσιν οἵ τε Μασσαλιῶται καὶ οἱ Σάλυες μέχρι Λιγύων ἐπὶ τὰ πρὸς Ἰταλίαν μέρη καὶ τὸν Οὐᾶρον ποταμόν. οὗτος δ᾽ ἐστίν͵ ὡς εἶπον πρότερον͵ ὅριον τῆς Ναρβωνίτιδος καὶ τῆς Ἰταλίας· ὑπάρχει δὲ θέρους μὲν μικρός͵ χειμῶνος δὲ καὶ μέχρι ἑπτὰ σταδίων πλατυνόμενος. ἐντεῦθεν μὲν οὖν παραλία παρατείνει μέχρι τοῦ ἱεροῦ τῆς Πυρηναίας Ἀφροδίτης· τοῦτο δ᾽ ἐστὶν ὅριον ταύτης τε τῆς ἐπαρχίας καὶ τῆς Ἰβηρικῆς· ἔνιοι δὲ τὸν τόπον ἐν ὧι ἐστι τὰ Πομπηίου τρόπαια ὅριον Ἰβηρίας ἀποφαίνουσι καὶ τῆς Κελτικῆς. ἔστι δ᾽ ἔνθεν μὲν εἰς Νάρβωνα μίλια ἑξήκοντα τρία͵ ἐκεῖθεν δὲ εἰς Νέμαυσον ὀγδοήκοντα ὀκτώ͵ ἐκ Νεμαύσου δὲ διὰ Οὐγέρνου καὶ Ταρούσκωνος εἰς τὰ θερμὰ ὕδατα τὰ Σέξτια καλούμενα͵ ἅπερ πλησίον Μασσαλίας ἐστί͵ πεντήκοντα τρία͵ ἐντεῦθεν δὲ εἰς Ἀντίπολιν καὶ τὸν Οὐᾶρον ποταμὸν ἑβδομήκοντα τρία͵ ὥστε τὰ σύμπαντα γίνεται μίλια διακόσια ἑβδομήκοντα ἑπτά. ἔνιοι δ᾽ ἀπὸ τοῦ Ἀφροδισίου μέχρι τοῦ Οὐάρου σταδίους ἀνέγραψαν δισχιλίους ἑξακοσίους͵ οἱ δὲ καὶ διακοσίους προστιθέασιν· οὐ γὰρ ὁμολογεῖται περὶ τῶν διαστημάτων. κατὰ δὲ τὴν ἑτέραν ὁδὸν τὴν διὰ Οὐοκοντίων καὶ τῆς Κοττίου μέχρι μὲν Οὐγέρνου καὶ Ταρούσκωνος κοινὴ ὁδὸς ἀπὸ Νεμαύσου͵ ἐντεῦθεν δὲ ἐπὶ μὲν τοὺς Οὐοκοντίων ὅρους καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναβάσεως τῶν Ἄλπεων διὰ Δρουεντία καὶ Καβαλλίωνος μίλια ἑξήκοντα τρία· πάλιν δ᾽ ἐντεῦθεν ἐπὶ τοὺς ἑτέρους ὅρους τῶν Οὐοκοντίων πρὸς τὴν Κοττίου μίλια ἑκατὸν ἑνὸς δέοντα ἐπ᾽ Ἐβρόδουνον κώμην· εἶτ᾽ ἄλλα τοσαῦτα διὰ Βριγαντίου κώμης καὶ Σκιγγομάγου καὶ τῆς τῶν Ἄλπεων ὑπερθέσεως ἐπὶ Ὤκελον͵ τὸ πέρας τῆς Κοττίου γῆς· ἀπὸ Σκιγγομάγου δὲ ἤδη Ἰταλία λέγεται· ἔστι δὲ ἐνθένδε ἐπὶ Ὤκελον μίλια εἰκοσιοκτώ.

1.12

Τὴν δ᾽ ἐπὶ θάτερα μέρη τοῦ ποταμοῦ Οὐόλκαι νέμονται τὴν πλείστην͵ οὓς Ἀρηκομίσκους προσαγορεύουσι. τούτων δ᾽ ἐπίνειον Νάρβων λέγεται͵ δικαιότερον δ᾽ ἂν καὶ τῆς ἄλλης Κελτικῆς λέγοιτο· τοσοῦτον ὑπερβέβληται τῶι πλήθει τῶν χρωμένων τῶι ἐμπορίωι. οἱ μὲν οὖν Οὐόλκαι γειτονεύουσι τῶι Ῥοδανῶι͵ τοὺς Σάλυας ἔχοντες ἀντιπαρήκοντας αὐτοῖς ἐν τῆι περαίαι καὶ τοὺς Καουάρους. ἐπικρατεῖ δὲ τὸ τῶν Καουάρων ὄνομα͵ καὶ πάντας οὕτως ἤδη προσαγορεύουσι τοὺς ταύτηι βαρβάρους͵ οὐδὲ βαρβάρους ἔτι ὄντας͵ ἀλλὰ μετακειμένους τὸ πλέον εἰς τὸν τῶν Ῥωμαίων τύπον καὶ τῆι γλώττηι καὶ τοῖς βίοις͵ τινὰς δὲ καὶ τῆι πολιτείαι. ἄλλα δ᾽ ἔστιν ἄδοξα ἔθνη καὶ μικρά͵ παρακείμενα τοῖς Ἀρηκομίσκοις μέχρι Πυρήνης. μητρόπολις δὲ τῶν Ἀρηκομίσκων ἐστὶ Νέμαυσος͵ κατὰ μὲν τὸν ἀλλότριον ὄχλον καὶ τὸν ἐμπορικὸν πολὺ Νάρβωνος λειπομένη͵ κατὰ δὲ τὸν πολιτικὸν ὑπερβάλλουσα· ὑπηκόους γὰρ ἔχει κώμας τέτταρας καὶ εἴκοσι τῶν ὁμοεθνῶν εὐανδρίαι διαφερούσας͵ συντελούσας εἰς αὐτήν͵ ἔχουσα καὶ τὸ καλούμενον Λάτιον͵ ὥστε τοὺς ἀξιωθέντας ἀγορανομίας καὶ ταμιείας ἐν Νεμαύσωι Ῥωμαίους ὑπάρχειν· διὰ δὲ τοῦτο οὐδ᾽ ὑπὸ τοῖς προστάγμασι τῶν ἐκ τῆς Ῥώμης στρατηγῶν ἐστι τὸ ἔθνος τοῦτο. ἵδρυται δ᾽ πόλις κατὰ τὴν ὁδὸν τὴν ἐκ τῆς Ἰβηρίας εἰς τὴν Ἰταλίαν͵ θέρους μὲν εὔβατον οὖσαν χειμῶνος δὲ καὶ ἔαρος πηλώδη καὶ ποταμόκλυστον. τινὰ μὲν οὖν τῶν ῥευμάτων πορθμείοις περᾶται͵ τινὰ δὲ γεφύραις ταῖς μὲν ξύλων πεποιημέναις ταῖς δὲ λίθων. ποιοῦσι δὲ τὰς ἐκ τῶν ὑδάτων δυσκολίας οἱ χείμαρροι καὶ μέχρι τοῦ θέρους ἔσθ᾽ ὅτε ἐκ τῶν Ἄλπεων καταφερόμενοι μετὰ τὴν ἀπότηξιν τῶν χιόνων. τῆς δ᾽ ὁδοῦ τῆς λεχθείσης μὲν εὐθὺς ἐπὶ τὰς Ἄλπεις ἐστί͵ καθάπερ εἴπομεν͵ σύντομος διὰ Οὐοκοντίων· δὲ διὰ τῆς παραλίας τῆς Μασσαλιωτικῆς καὶ τῆς Λιγυστικῆς μακροτέρα μέν͵ τὰς δ᾽ ὑπερθέσεις τὰς εἰς τὴν Ἰταλίαν εὐμαρεστέρας ἔχει͵ ταπεινουμένων ἐνταῦθα ἤδη τῶν ὀρῶν. διέχει δ᾽ Νέμαυσος τοῦ μὲν Ῥοδανοῦ περὶ ἑκατὸν σταδίους͵ καθ᾽ ἐν τῆι περαίαι πολίχνιον ἔστι Ταρούσκων͵ τῆς δὲ Νάρβωνος ἑπτακοσίους εἴκοσι. πρὸς δὲ τὸ Κέμμενον ὄρος συνάπτοντες͵ ἐπιλαμβάνοντες δὲ καὶ τὸ νότιον πλευρὸν αὐτοῦ μέχρι τῶν ἀκρωτηρίων οἰκοῦσι τῶν τε Οὐολκῶν οἱ Τεκτόσαγες καλούμενοι καὶ ἄλλοι τινές. περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων ἐροῦμεν ὕστερον.

6.4

Μετὰ δὲ τοὺς Σάλυας Ἀλβιεῖς καὶ Ἀλβίοικοι καὶ Ὀυοκόντιοι νέμονται τὰ προσάρκτια μέρη τῶν ὀρῶν. παρατείνουσι δὲ οἱ Ὀυοκόντιοι μέχρι Ἀλλοβρίγων͵ ἔχοντες αὐλῶνας ἐν βάθει τῆς ὀρεινῆς ἀξιολόγους καὶ οὐ χείρους ὧν ἔχουσιν ἐκεῖνοι. Ἀλλόβριγες μὲν οὖν καὶ Λίγυες ὑπὸ τοῖς στρατηγοῖς τάττονται τοῖς ἀφικνουμένοις εἰς τὴν Ναρβωνῖτιν͵ Ὀυοκόντιοι δέ͵ καθάπερ τοὺς Ὀυόλκας ἔφαμεν τοὺς περὶ Νέμαυσον͵ τάττονται καθ΄ αὑτούς. τῶν δὲ μεταξὺ τοῦ Ὀυάρου καὶ τῆς Γενούας Λιγύων οἱ μὲν ἐπὶ τῆι θαλάττηι τοῖς Ἰταλιώταις εἰσὶν οἱ αὐτοί͵ ἐπὶ δὲ τοὺς ὀρεινοὺς πέμπεταί τις ὕπαρχος τῶν ἱππικῶν ἀνδρῶν͵ καθάπερ καὶ ἐπ΄ ἄλλους τῶν τελέως βαρβάρων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] «Νεμαυσος κοινῶς Νίσμες» - βλ. Μελετίου (μητροπ. Αθηνών) «Γεωγραφία παλαιά και νέα», 1807.

«ΕΥΡΩΠΗ. §. γ′. γαλατια. 314. Παρὰ τὰς μητροπόλεις ταύτας ἦσαν καὶ ἄλλαι πόλεις ἱκανῶς ἐπίσημοι. Αὐγουστόδουμνον (Autun) ἢ Βίβρακτα· Νέμαυσος (Nimes). Ἀρελάτη (Arles). Μασσαλία (Marseille), πόλις κτισθεῖσα ὑπὸ τῶν Φωκαέων (212), πλoυσία, ἐμπορικὴ καὶ ἐπίσημος διὰ τὴν εἰς τὰ γράμματα ἐπιμέλειαν. Λουτεκία καὶ Λουκοτοκία (τὰ Παρίσια). Καρνοῦτοι (Chartres)». – ΠΗΓΗ: «Γεωγραφία στοιχειώδης μαθηματικὴ, φυσικὴ καὶ πολιτικὴ, ἀρχαία καὶ νεωτέρα, περιόδου Β′», μέρος Β΄, βιβλίον Α΄, κεφάλαιον Γ΄.

[2] Χαλκογραφία με τίτλο «ΝΕΜΑΥΣΟΣ-NEMAUSUS» που εικονίζει προφίλ προτομή «του Νέμαυσου, υιού του Ηρακλή και ιδρυτή κατά τον μύθο της γαλλικής σήμερα πόλης Nimes», φιλοτέχνησε ο GRONOVIUS, το 1697. Ήταν δύο φύλλα με λατινικό κείμενο στο δεύτερο φύλλο. Διαστάσεις 28×16 εκατ.

Οι Γερμανοί δε, τον λένε… Νεμάους, κάνοντάς τον να μοιάζει… Γερμανός…

[3] Το όνομά της εμφανίζεται σε επιγραφές (στα γαλατικά: «dede matrebo Namausikabo» και «toutios Namausatis» = «πολίτης της Nîmes»).

Αργότερα: ΝΕΜΑΥ, ΝΑΜΑΣΑΤ, COL[onia] NEM[ausus], ΝΑΜΑΥΣΙΚΑΒΟ, ΝΑΜΑΥϹΑΤΙϹ, ΝΕΜΑΥϹΟϹ, RES·PVBLICA·NEMAVSESIVM, NEMAVSENSES, Nemausum, Nemausus, Nemausus urbs, Nemausensis, Nemis, Nemauso, Nemausa, Nemausiacus, Nemosus, Nemausus, Nimis, Nemse, Nimez, Nymes, Nysmes, Nemensis, ΝΜΥ, οξυτανικά Nimes, κλπ.

[4] Οι Volcae Arecomici με την θέλησή τους παραδόθηκαν στους Ρωμαίους το 121 π.Χ.

[5] νάμα = ξύλινος οχετός, κατά Ησύχ.

Share on Google Plus

About ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

    ΣΧΟΛΙΑ
    ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ Facebook

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ