ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΞΙΑ των ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ - του Γ. Λεκάκη

ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΞΙΑ
των ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ

Α = ΑΛΦΑ > ΑΠΕΙΡΟ, ΑΝΑΣΑ, ΑΕΛΙΟΣ (= το φως του Ηλίου, το αρχικό φως, το πνευματικό φως, το λαμπρό, το λευκό, η Αρχή.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΙΣΟΣΚΕΛΕΣ ΤΡΙΓΩΝΟ - ΟΞΥΚΟΡΥΦΟΣ ΑΨΙΔΑ.

- ἄω < p. ἄϜω (Α) = ἄημι, φυσώ.

        - ἰαύω, κοιμάμαι, χρησιμ. μόνο στον αόρ. αʹ ἄεσα, Επικ. ἄεσσα, σε Ομήρ. Οδ.· επίσης αʹ πληθ. συνηρ. ἄσαμεν, στο ίδ.

        - βλάπτω, πληγώνω, συνηρ. από ἀάω.

        - χορταίνω, αἵματος ἆσαι Ἀρῆα, χορταίνω τον Άρη με το αίμα αυτού[1]

        - χορταίνω κάποιον με ένα πράγμα[2],

Βλ. αώς < ηώς < ηώ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Οι Κρόνιες πόλεις αρχίζουν από Α.

Β = ΒΗΤΑ > ΒΟΥΝΟ, ΒΟΥΣ, ΒΑΡΥΤΗΣ, ΒΑΡΟΣ, κλπ. Η ενέργεια που προέρχεται από την γη και έλκει προς την γη (κραταιά).

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: Β = Μ = W.

βῶ, υποτ. αόρ. βʹ του βαίνω.

Γ = ΓΑΜΜΑ > ΓΑΙΑ - ΓΗ, ΓΑΜΟΣ (> γονή > γυνή < γέννα), γήινο.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΜΙΑ ΚΑΘΕΤΟΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΓΡΑΜΜΗ / ΓΩΝΙΑ / ΜΙΣΟ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΟ.

γῶ = λαμβάνω, δέχομαι χωρῶ [> γαστήρ > γάστρα, γωρυτός (= φαρέτρα), γυνή][3].

Δ = ΔΕΛΤΑ > ΔΕΛΦΟΙ – ΔΩΔΩΝΗ – ΔΗΛΟΣ - ΔΟΜΗ, δόμηση, δένω > DOMUS.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΙΣΟΠΛΕΥΡΟ ΤΡΙΓΩΝΟ.

- δῶ (> δομώ) τό, συντετμ. τύπος, Επικ. ονομ. και αιτ. αντί δῶμα, οικία, κατοικία[4]

        - δῶ, αʹ ενικ. υποτ. αορ. βʹ του δίδωμι· δῷ, γʹ ενικ.

        - δώω (βλ. ζω)

Ε = ΕΨΙΛΟΝ > ΕΓΩ, ΕΚΤΑΣΗ, ΕΝΩΣΗ, οριζόντια έκταση, όσο βλέπει το μάτι.

Ε = Μ = W

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΜΙΣΟ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΟ, ΔΥΟ ΜΙΣΑ ΤΕΤΡΑΓΩΝΑ.

- ἔω, Ιων. αντί ὦ, ενεστ. υποτ. του εἰμί (sum).

        - ἐῶ / ἐάω = αφήνω, ανέχομαι, επιτρέπω, δίνω άδεια.

        - ἕω[5], αυγή.

Ζ = ΖΗΤΑ > ΖΩΗ, ζω, ζέω, ΖΕΥΣ = ενώνω, ζεύγω.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΔΥΟ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, ΠΟΥ ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ / ΤΕΜΝΟΝΤΑΙ.

Ζ = Ν

ζῶ, ζάω και ζήω, ζώω και κρητ. τ. δώω. Απαντά στον Όμηρο ασυναίρετο ζώω, ζώεις κλπ. εν αντιθέσει προς την αττική διάλεκτο, όπου εμφανίζεται συνηρημένο: ζω (< ζήω), ζῄς κλπ.

1. δίνω ζωή, διατηρώ στη ζωή

2. είμαι σε πλήρη ακμή, εξακολουθώ να υπάρχω, διαρκώ

3. (με θρησκευτική ή ηθική έννοια) υπάρχω πραγματικά, ισχύω

4. εκκλ. μετέχω στην ουράνια βασιλεία

5. διάγω πραγματική, ανώτερη ζωή, γεμάτη δράση ή ευτυχία, καλοζώ.

1. (για έμβια όντα) βρίσκομαι στη ζωή, υπάρχω, είμαι ζωντανός

2. συντηρούμαι στη ζωή, πορίζομαι τα προς το ζην, αποζώ, διατρέφομαι

3. διάγω τον βίο, διαμένω, κατοικώ, περνώ τη ζωή μου («ζει στα ξένα»)

4. διάγω ορισμένο βίο, έχω ορισμένο τρόπο ζωής («ζω φτωχικά»).

Η = ΗΤΑ > ΗΛΙΟΣ, πολύ φως, πολλή ακτινοβολία.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΔΥΟ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, ΠΟΥ ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ.

Ηώ > ἠώς: ἡ, γεν. (ἠόος) ἠοῦς,[6] Ἀττικ. ἕως,[7] Δωρ. ἀώς· - Αἰολ. ἄυος (ἀλλ. ἄϝως), οὐχὶ αὔως.

            Ἐκ τῆς ρίζας ΑϜ παράγονται ὡσαύτως ἀώς, αὐώς, Λακων. ἀβώρ, αὔριον, ἦρι, ἠέριος, ἄγχαυρος (πρβλ. Ε.Μ. 14. 38, αὔρα δὲ ἡ ἡμέρα)[8] Τὸ γλυκοχάραμα, ἡ αὐγή, τα χαράματα.[9] Επειδὴ δὲ οἱ Ἕλληνες ὑπελόγιζον τὰς ἡμέρας κατὰ πρωίας, ὡς τἀνάπαλιν οἱ ἀρχαῖοι Γερμανοὶ καὶ Σκανδιναυοὶ κατὰ νύκτας, ἡ λέξις ἠὼς συχνάκις ἐσήμαινεν ἡμέραν.[10]

            - κύρ. ὄνομα Ἠώς > Aurora, ἡ θεὰ τῆς πρωίας ἢ αὐγῆς, ἥτις ἐξεγείρεται ἐκ τοῦ Ὠκεανοῦ, ἐκ τῆς κλίνης τοῦ συζύγου αὐτῆς Τιθωνοῦ, εἶνε θυγάτηρ τοῦ Ὑπερίονος καὶ τῆς Θείας, μήτηρ δὲ τοῦ Ζεφύρου, Νότου καὶ Βορέου.[11]

Θ = ΘΗΤΑ > ΘΕΩ (= τρέχω γρήγορα, κυκλικά και υψηλά) > ΘΕΑΤΡΟ, ΘΕΙΟ - ΘΕΟΣ. Θέαση.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΚΥΚΛΟΣ, ΠΟΥ ΤΕΜΝΕΤΑΙ ΣΕ ΔΥΟ ΗΜΙΚΥΚΛΙΑ, ΚΥΚΛΟΣ ΜΕ ΣΤΑΥΡΟ.

Αυτό που θέαται / βλέπεται, το ορατό θεϊκό > θωριά, θώραξ, κλπ.

            - Ἐκ τῆς ρίζας ΘΑ, ΘΗ, παράγονται: θηλή (απ’ όπου τρέχει γάλα), θῆλυς, θηλέω (ἴσως θάλλω), τίτθη, τιθήνη.[12]

            - Ἐκ της ρίζας ΘΕF (ὡς φαίνεται ἐν τῷ θεύσομαι), ἐξ ἧς ὡσαύτως τὰ θοός, θοάζω, βοηθόος, κτλ.[13] > βοηθέω < βoFa-θoF-ıa.

- θώ, ὁ, αποκοπτ. αντί θώραξ.[14]

- θάω, Επικ. αντί του πεζ. Θηλάζω.

        - μόνον στη Μέσ., παρέχουσιν γάλα θῆσθαι, δίνουν γάλα για θηλασμό, σε Ομήρ. Οδ.· αόρ. αʹ θήσαντο μαζόν, θήλασε, βύζαξε, σε Ομήρ. Ιλ. μτχ. θησάμενος, βυζαίνοντας, σε Ομηρ. Ύμν.[15]

        - μτβ., βυζαίνω παιδί, στον ίδ.

        - θέω: Ἐπ. ὡσαύτως θείω, Ἰλ. Ζ. 507, Κ. 437.[16]

        - ταχύς < θoF-ός, ως θεός,

        - ἐπὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα, καίπερ καθ’ ἑαυτὰ ἀκίνητα, εἶναι ἐκτεταμένα εἰς μεγάλας διαστάσεις ἐν συνεχεῖ γραμμῇ, φλέψ ἀνὰ νῶτα θέουσα διαμπερὲς Ἰλ. Ν. 547· ἰδίως ἐπὶ παντὸς κυκλοτεροῦς πράγματος, ὅπερ φαίνεται ὡς περιτρέχον καὶ εἰς ἑαυτὸ ἐπανερχόμενον, ἄντυξ ἢ πυμάτη θέεν ἀσπίδος Ἰλ. Ζ. 118· ὀδόντες λευκὰ θέοντες, ἀποτελοῦντες λευκὴν γραμμήν, Heinr. Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 146· ἀμφὶ δὲ μιν κίβισις θέε αὐτόθι 224. IV. Μετ’ αἰτ. τόπου, τρέχω ἀνὰ..., τὰ ὄρη Ξεν. Κυν. 4, 6., 5, 17· θάλασσαν, πέλαγος, κῦμα Jac. Ἀνθ. Π. σελ. 282, 642. - Τὸ ἁπλοῦν ῥῆμα εὕρηται παρὰ Τραγ. μόνον ἐν Εὐρ. Ἴωνι 1217 (πρβλ. ὑπερθέω), ἀλλ’ οὐχὶ σπανίως παρ’ Ἀριστοφ. καὶ τοῖς πεζοῖς τῶν Ἀττ., ἰδίως ἐν συνθέσει μετὰ προθέσ.

Ι = ΙΩΤΑ > ΙΣΧΝΟΤΗΣ, λίγη ακτινοβολία, λίγο, αδύναμο.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΚΑΘΕΤΟΣ.

- ἴω, υποτ. του εἶμι (ibo).

        - ἰῶ, συνηρ. αντί ἰάου, προστ. του ἰάομαι = θεραπεύω, γιατρεύω > ίασις, ιατρική.

        - ἰώ, επιφών. χαράς > Λατ. io triumphe!, σε Τραγ. Αλλά και επιφών. θλίψης ή πόνου, ἰὼ δύστανος, σε Σοφ.

        - Ἰώ[ῑ], Ἰοῦς, ἡ, αιτ. Ἰοῦν, κλητ. Ἰοῖ, σε Αισχύλ.· Ιώ, κόρη του Ινάχου, σε Ηρόδ. κλπ.

Κ = ΚΑΠΠΑ (ΚΑΠΑ) > ΚΑΤΩ (> χαμηλά, χαμηλή ενέργεια, γήινη), ΚΑΥΣΗ.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΚΑΘΕΤΟΣ, ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΓΩΝΙΑ.

κάω = καίω, Ἀρχ. Ἀττ. κάω ᾱ.[17] = ανάβω, βάζω φωτιά, πυρὰ πολλά, [18] καίω ολοσχερώς, πυρπολώ, καίω, καψαλίζω, κοκκινίζω, ξηραίνω, λέγεται για τον ήλιο, επίσης λέγεται για υπερβολικό ψύχος, το penetrabile frigus aduritτου

        - Παθ. λέγεται για την θέρμη του πυρετού, φλέγομαι, μεταφ., χρησιμοποιείται για το ερωτικό πάθος,

        - πυρπολώ και καταστρέφω (στον πόλεμο), τέμνειν καὶκ., κ. καὶ πορθεῖν, καταστρέφω και ερημώνω μέσω φωτιάς και ξίφους, λέγεται για χειρουργούς, καυτηριάζω, τέμνειν καὶ κάειν, χρησιμοποιώ νυστέρι και καυτηριασμό.[19]

        - θέτω εἰς τὸ πῦρ, καίω, μηρία, ὀστέα Ὀδ. Ι. 553, Ἡσ. Θ. 457.[20]

        - καίω καὶ καταστρέφω (ἐν πολέμῳ), τέμνειν καὶ κ., καίειν καὶ πορθεῖν, καταστρέφειν καὶ ἐρημοῦν διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου.[21]

Λ = ΛΑΜΔΑ > ΛΥΚΕΙΟ > lux, look, υγρό φως[22].

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΙΣΟΣΚΕΛΕΣ ΤΡΙΓΩΝΟ, ΑΝΕΥ ΓΡΑΜΜΗΣ ΒΑΣΕΩΣ.

λῶ < ρίζα Fλάω = θέλω, επιθυμώ, βούλομαι.

        - λάω = βλέπω > αλαός = τυφλός > παρατηρώ.[23]

        - λάω = τρώγω με απόλαυση > βουλιμία > ρίζα λάF > love > λαιμαργία, κλπ.

        - λάω = φωνάζω, κραυγάζω > λαλώ, λαλιά.

Μ = ΜΙ > ΜΟΝΑΣ, η μία, η ορατή φύση > ΜΑΤΕΡ > ΜΗΤΕΡΑ, ΜΥΗΣΗ, ΜΟΥΣΑ > ΜΟΥΣΙΚΗ.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΔΥΟ ΚΑΘΕΤΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, ΠΟΥ ΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΓΩΝΙΑ.

Εκ τῶν ἐκτεταμένων ριζών:

> ΜΑ (Η μεγάλη Μητέρα Θεά), ΜΑΤ, ΜΑΣΤ > μαστήρ, μαστεύω, μαστροπός, ματεύω, μῆτις,

> ΜΑΝ, ΜΕΝ > μένος, μέμονα, μενεαίνω, μενοινάω,

> ΜΑΘ > μάθηση, μάθημα, μανθάνω.

μάω, μω[24]:

        - σφοδρὰ ἐπιθυμία, πόθος, σύντονος σκοπός, > μέμαα, μῶμαι, μαιμάω, μαίομαι· καὶ

        - ἔξαψις τοῦ νοῦ, διατάραξις, > μαίνομαι, μάντις, μανία, > Μοῦσα (Λακων. Μῶα, Δωρ. Μῶσαἴσως καὶ μῆνις.

        σκέψις, διάσκεψις, ἐμμονή, > μένω, μνάομαι, μέμνημαι, μνήμη· > μεταβατικῆς ἐνεργείας, μιμνήσκω, Μέντης, Μέντωρ (monitor), μηνύω.[25]

Ν = ΝΙ > ΝΟΥΣ, νέος, νόμος, ναός, ναυς, νερό.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΔΥΟ ΚΑΘΕΤΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, ΠΟΥ ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ.

Ν = Ζ

Εκ τῆς αὐτῆς ῥίζης παράγονται τά: ἀέναος, νᾶμα, Ναϊάς, Νηϊάς, ναρός, νηρός, Νηρεύς· αἰολ. ναύω (Ἡσύχ.),[26]

νώ = εγώ.

        - νῷ, δοτ. νοῦς.

ρίζα ναF-yω / ναF-ω > νάω = ρέω - (παθ.) νάομαι = ποτίζομαι. πιθαν. μόνον κατ’ ἐνεστ. καὶ παρατ., ῥέω, ἐν δὲ κρήνη νάει Ὀδ. Ζ. 292· καὶ φρείατα μακρὰ νάουσιν Ἰλ. Φ. 197.[27] > ναυς, ναυτικό, ναύτης, κλπ.

Ξ = ΞΙ > ΞΥΛΟ, ξύλινη δόμηση, «ξύλινος λόγος», ΞΥΡΟΣ > ΞΥΣΜΑ (ξύσιμο) - αποκρουστικός, αποδιωκτικός (> ξου!)

ξάω = ξαίνω, ξέω[28], ξύω = λειαίνω ή στιλβώνω με ξύσιμο, πλάνισμα (ροκάνισμα), λιμάρισμα, διώχνω, αποδιώχνω, αποβάλλω· λέγεται για ξυλουργό - Ομήρ. Οδ. κλπ.[29]

Ο = ΟΜΙΚΡΟΝ > ΟΡΙΖΩ, ορισμένος χώρος, ενέργεια σε περιορισμένο χώρο, ΟΡΟΣ, ΟΡΙΟ.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΚΥΚΛΟΣ.

οἴγω / ὀείγω / οἴγνυμι (Α) (ποιητ. τ.) = ωθώ, σπρώχνω > αν-οίγω την πόρτα («οἴξασα κληΐδα θύρας», Ομ. Ιλ.) < λεσβ. ὀείγω (< ὀFείγω), ομηρικό ὠίγννυτο (< ὀFιγνυται, ὠFίγνυτο).

Π = ΠΙ > ΠΥΡ, ΠΥΛΗ (> πόρτα), ΠΕΡΑΣΜΑ.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΟ, ΑΝΕΥ ΓΡΑΜΜΗΣ ΒΑΣΕΩΣ.

πώ = (δωρ. τ.) επίρρ. = από πού; («πῶ τις ὄνον ὠνασεῖται;» — από πού θα αγοράσει κανείς όνο;, Σωφρ.)

        - πού;

        - «πῶ μάλα;» ή «πώμαλα»

        - πού επί τέλους;, πού τέλος πάντων;

        - (χωρίς ερώτηση) καθόλου, με κανέναν τρόπο.

        - πω, Ιων. κω, εγκλιτ. μόριο = μέχρι αυτήν την στιγμή, ακόμη, σχεδόν πάντα με άρνηση με την οποία αποτελεί μια λέξη: οὔπω, μήπω·

        - μετά τον Όμηρο με ερωτήσεις που υπονοούν άρνηση, σε Σοφ., Θουκ.

Ρ = ΡΟ > ΡΟΗ, ρους, υπέρτατος φωτισμός, κίνηση.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΚΑΘΕΤΟΣ, ΠΟΥ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΡΙΓΩΝΟ

ῥᾴ = ραδίως, ευκόλως (εάν υπάρχει ροή), αιολ. βρᾷ ποταμός Ρα / Rha (Βόλγας) < ῥᾴδιος, ῥέᾰ, ῥεῖα = εὐκόλως, εὐχερῶς - Ἰλ. Ε. 304, Θ. 179, Ἰλ. Μ. 381, Ν. 144, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 5.

Σ = ΣΙΓΜΑ > ΕΣΩ, εσωτερική θέαση, εσωσκόπηση / ενδοσκόπηση.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΔΥΟ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, ΠΟΥ ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΓΩΝΙΑ.

Σ = Μ = W

σάω = κοσκινίζω, περνάω από κρησάρα > ῥίζα σήθω (δωρ. τ. σᾱθω = διαττάω).[30]

Τ = ΤΑΥ > ΤΑΥΡΟΣ, ΤΑΞΗ, τακτοποίηση με κάτι στέρεο / στερεό, στερέωση.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΜΙΑ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΓΡΑΜΜΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΑΘΕΤΟΣ.

- ΤΑΥ- > ΤΑΥΡΟΣ, σύμβολο δύναμης, συγκεκριμένο σημείο στο πρόσωπο ανθρώπων και ζώων.        

        - ταγώ = είμαι ταγός - ρίζα ταγ- τάσσω (ταγή, τάγμα) ηγεμόνας, αρχηγός, ὁ διατάττων κυβερνῶν, κυβερνήτης, ἀρχηγός, ἡγεμών, ταγὸς μακάρων, ὁ Ζεύς[31]

        - (στην αρχ. Θεσσαλία)[32] ανώτατος πολιτικός ή στρατιωτικός ηγεμόνας, βασιλιάς, αρχηγός φρατρίας.

        - στον πληθ. οἱ ταγοί = το συμβούλιο τών ηγετών.

Υ = ΥΨΙΛΟΝ > ΥΨΟΣ, ΥΨΗΛΑ, πάρα πολλή ενέργεια, συσσωρευμένη δύναμη, (προ)ερχόμενη από υψηλά, εξ ουρανού.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΜΙΑ ΚΑΘΕΤΟΣ ΥΠΟΔΕΧΕΤΑΙ / ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ.

ύω[33] = στέλνω βροχή, βρέχω, Ζεὺς ὗε, σε Όμηρ. κ.λπ.· ὁ θεὸς ὕει, σε Ηρόδ.[34] -με αιτ. τόπου, ἑπτὰ ἐτέων οὐκ ὗε τὴν Θήρην, για εφτά χρόνια δεν έβρεξε στην Θήρα, σε Ηρόδ.[35]

        - με σύστ. αντ., ὗσε χρυσόν, έβρεξε χρυσάφι.[36]

Φ = ΦΙ > ΦΑΟΣ > ΦΩΣ, φανός, φάρος.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΚΥΚΛΟΣ ΠΟΥ ΤΕΜΝΕΤΑΙ ΣΕ ΔΥΟ ΚΑΘΕΤΑ ΗΜΙΚΥΚΛΙΑ.

Ρίζα ΦΑF > φάε (φάFε), φάος (φάFος), αἰολικ. φαῦος.

Ø ΦΑ(*) > φάσις, φάσμα, φαεινός, φαέθων

Ø ΦΑΙ > φαιδρός, φαίδιμος,

Ø ΦΑΚ > φαικάς, φαικός.

Ø ΦΑΛ > φαλός, φάλαρος, φαληριάω, φαλακρός, φάλιος,

Ø ΦΑΝ > φανῆναι (φαίνω) φανερός, φανός, φανή, παμφανόων, παμφαίνω. Οι ρίζες ΦΑ(*) και ΦΑΝ δηλοῦσι καὶ φῶς ἐξικνούμενον μέχρι τῆς διανοίας, > φάναι (φημί), φάσκω, φάσις, φάτις, φήμη, φωνή.

φάω = δίνω φως, λάμπω, φέγγω, φωτίζω (όπως φαίνω)[37]. 

Χ = ΧΙ > ΧΟΥΣ, χοϊκά (χωμάτινα) στοιχεία, χθόνια, τα της γης, χώμα.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΔΥΟ ΠΛΑΓΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΠΟΥ ΤΕΜΝΟΝΤΑΙ (> χιαστι).

χώ = χώνω, καταχώνω.

χάω = χωρώ > χάος.

Ψ = ΨΙ > ΨΥΧΗ, εσωτερικό πυρ, άγγιγμα ψυχής.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΜΙΣΟ ΗΜΙΚΥΚΛΙΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΑΘΕΤΟΣ.

ψάω[38] = αγγίζω ελαφρά, ψαύω απαλά, τρίβω, κάνω κάτι λείο, ομαλό > καταψάω.

            - αμτβ., διαλύομαι σε σκόνη, εξαφανίζομαι, απομακρύνομαι, σε Σοφ.

Ω = ΩΜΕΓΑ > ΩΚΕΑΝΟΣ, παν μέγα που πατά, εδράζεται επί της γης. Κάθαρσις, Αναγέννησις.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΚΥΚΛΟΣ ΚΑΙ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΓΡΑΜΜΗ.

ᾠόν, αιολ. ὤιον, δωρ. ὤεον, αργείοι ὤβεον και ὤFεον = το γονιμοποιημένο ωάριο, καθώς και το ίδιο το γέννημα του ζώου, αυγό, σπέρμα, σπόρος (φυτών), είδος ποτηριού που χρησίμευε για αφαίμαξη (βεντούζα), με ωοειδές σχήμα, είδος αγγείου («Λύδια ᾠά», επιγρ.)

            - ωόν του Ορφέως (στην αρχ. φιλοσ.) = σύμβολο της γονιμοποιού αρχής της φύσης, της αναγέννησης.

            - ωόν όφεως / αυγό του φιδιού = απολίθωμα ωοειδούς σχήματος στο οποίο οι Δρυΐδες απέδιδαν θαυματουργικές ιδιότητες (στους ελληνικής κατυαγωγής Γαλάτες).

            - ωόν του Οσίριδος = θαυματουργό αυγό μέσα στο οποίο ο Όσιρις και η Σηθ είχαν κλείσει ο πρώτος 12 λευκές πυραμίδες, σύμβολο του καλού, και η δεύτερη 12 μαύρες πυραμίδες, σύμβολο του κακού (αιγυπτιακή μυθ.).

Η παροιμιώδης φράση «σιγά τα ωά» αρχικώς σήμαινε προσοχή στα αυγά, για όλους τους παραπάνω λόγους, αλλά ξέπεσε στα μεταχριστιανικά χρόνια,

ρίζα ōweyo- > ὤεον > ίσως και οἰωνός (< ὀFı-ωνός).[39]

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης «Το λεξικό των παραδόσεων των λαών του κόσμου». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 5.6.2010.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ & ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ:

Απολλόδωρος «Βιβλιοθήκη».

Αρβανιτόπουλος Απ. «Επιγραφική», 1937.

Ghibaudi Br. «Το αλφάβητο» περ. «Ιστορία Εικονογραφημένη», τ.26, Αύγουστος 1970.

Ηρόδοτος «Ιστορίες».

Ιάλυσσος «Το ελληνικό αλφάβητο και η μυστική προσευχή-επίκληση που υπάρχει μέσα του», περ. «Τρίτο Μάτι», τ. 66, Ιανουάριος 1998.

Κάλλιος «Γραμματική θεωρία».

Κατάλογος Εκθεσης Παρισιού «Naissance de l’ ecriture cuneiformes et hieroglyphes», 1982.

Κλέαρχος «Περί γρίφων».

Κουβαλάκης Π. Λ. «Έλληνας καθηγητής Μαθηματικών αποκρυπτογραφεί τη Γραμμική Α», περ. «Δαυλός», τ. 198, Ιούνιος 1998.

Λουκιανός «Δίκη Φωνηέντων».

Μυλωνάς Γ. «Πολύχρυσοι Μυκήναι», 1978.

Πλάτων «Κρατύλος».

ΣΟΥΔΑΣ «Λεξικόν».

Σταγειρίτης Α. «Ωγυγία».

Στάμου Αν. «Από την συλλαβική ελληνική γραφή εις το ελληνικόν αλφαβητικόν σύστημα», περ. «Δαυλός», τ. 198, Ιούνιος 1998.

Hooker «Εισαγωγή στη Γραμμική Β» (ΜΙΕΤ, 1994).

ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ:

Αντ. Αντωνάκος, Θεολ. Σημαιοφόρος, Ά. Τζιροπούλου-Ευσταθίου, Ηλ. Τσατσόμοιρος. Λεξ. L& S.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] σε Ομήρ. Ιλ. - Επικ. απαρ. ἄμεναι (συνηρ. αντί ἀέμεναι)· μέλ. -ἄσω, αόρ. αʹ υποτ. ἄσω, απαρ. ἆσαι - Μέσ., Επικ. γʹ ενικ. ἄᾰται· μέλ. ἄσομαι, αόρ. αʹ ἀσάμην· I. μτβ.,

[2] αμτβ., με γεν., χροὸς ἄμεναι, χροὸς ἆσαι, στο ίδ.· ομοίως στη Μέσ. ἄσεσθε κλαυθμοῖο ποτῆτος ἄσασθαι, στο ίδ.

[3] Φιλοξ. Gramm.223, cf. Sch. D.T.219.23, 364.32, Ετυμ. Gud.301.15, EM 244.6G.

[4] Όμηρ.

[5] I. Ιων. αντί ὧ, υποτ. αορ. βʹ του ἵημι. II. γεν. και αιτ. του ἕως.

[6] Ἐπ. ἠῶθι, δοτ. ἠοῖ, αἰτ. ἠῶ, ὡσαύτως ἠοῦν, Ἡδύλος παρ᾿ Ἀθην. 473Α, Ἀνθ. Π. 7. 472· οὐδέποτε ἐν χρήσει ἐν τοῖς ἀσυναιρέτ. τύποις, πλὴν ἐν Πινδ. Ν. 6. 88 (Ἀόος· τὰ χ/φα ἀοῦς)· -

[7] γεν. ἕω, αἰτιατ. ἕω,

[8] > aurora / ausosa, Ἀρχ. Νορβηγ. austr (Ἀγγλ. east, ἀνατολή), Ἀρχ. Γερμ. ôstan, Λιθ. auszra (aurora).)

[9] ἦμος δ᾿ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠὼς Ὁμ.· οὕτω παρὰ μεταγεν. Ἐπ., Ἡροδ., κλπ. (διαφαίνω, ἐπιλάμπω, ὑποφαίνω)· τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, ὅσον τ᾿ ἐπικίδναται ἠὼς Ἰλ. Η. 451, κτλ.· - ἰδίως ἡ πρωία ὡς χρονικὸν μέρος τῆς ἡμέρας, ἀντίθ. μέσον ἦμαρ καὶ δείλη Ἰλ. Φ. 111, κλ.· γεν. ἠοῦς, κατὰ τὴν πρωίαν, ἐνωρίς, Θ. 470, 525· αἰτ. ἠῶ, τὴν πρωίαν, Ὀδ. Β. 434· στάντα πρὸς πρώτην ἕω Σοφ. Ο. Κ. 477· - ἐξ ἠοῦς μέχρι δείλης ὀψίης Ἡρόδ. 7. 167· ἠοῦν ἐξ ἠοῦς Ἡδύλος καὶ Ἀνθ. ἔνθ᾿ ἀνωτ.· - ἅμα ἠοῖ, μετὰ τῆς αὐγῆς, κατὰ τὴν αὐγήν, Ἡρόδ. 7. 219· Ἀττ. ἅμ᾿ ἕῳ ἢ ἅμα τῇ ἕῳ, Θουκ. 2. 90., 4. 72 - πρὸς τῆς ἕω ὁ αὐτ. 4. 31· Ἐπ. ἠῶθι πρὸ Ἰλ. Λ. 50, Ὀδ. Ε. 469, Ζ. 36· - ἐπὶ τὴν ἕω Θουκ. 2. 84· - εἰς τὴν ἐπιοῦσαν ἕω Ξεν. Ἀν. 1. 7, 1· ἐς ἀῶ, αὔριον, Θεόκρ. 18. 14. 2)

[10] Ἰλ. Α. 493, Ν. 794, Ω. 31, 413, 781, Ὀδ. Τ. 192· ἠὼς δέ μοί ἐστιν ἥδε δυωδεκάτη, ὅτε… Ἰλ. Φ. 80· ἐντεῦθεν, κατήϊεν ἐς δύσιν ἠὼς Μουσαῖ. 109· μεσάτη ἠὼς Ὀρφ. Ἀργ. 652· ἂν καὶ παρ᾿ Ὁμήρῳ οὐδέποτε ἔλαβεν ἐντελῶς τὴν σημασίαν τοῦ ἦμαρ· - μεταφ. ἀντὶ τοῦ ζωή, Κόϊντ. Σμ. 10. 431· φῶς λίπες ἠοῦς Συλλ. Ἐπιγρ. 6258. 3) ἐνίοτε ὡσαύτως, ἡ ἀνατολή, Ὅμ. (ἴδε ἐν λ. ἥλιος)· ἀπὸ ἠοῦς πρὸς ἑσπέρην Ἡρόδ. 2. 8· τὰ πρὸς τὴν ἠῶ αὐτ.· τὸ πρὸς τὴν ἠῶ ὁ αὐτ. 4. 40, πρβλ. Πλάτ. Νόμ. 760D, κτλ.· πρὸς ἕω τῆς πόλεως, τοῦ ποταμοῦ, πρὸς ἀνατολὰς τοῦ…, Ξεν. Ἑλλ. 5. 4, 49, Πλούτ. ἐν Λουκούλλ. 27.

[11] Ἰλ. Λ. 1, πρβλ. Εὐρ. Ι. Α. 158· - κατὰ τὸν Ἡσ. Θ. 372,

[12] > σανσκρ. dhâ, dhayâmi (bibo, lactco), dhàtri (nutrix), dhênus (vacca)· Λατ. fe-lare (θηλάζω), fi-lius (Ὀμβρ. fe-liu), καὶ ἴσως fe-mina· Γοτθ. daddjan (θηλάζειν)· Ἀρχ. Γερμ. tila (mamma)· ἴδε Κούρτ. ἀρ. 307).

[13] > σανσκρ. dhâv, dhâvâmi (curro). Τρέχω, ποσί, πόδεσσι θέειν Ὀδ. Θ. 247, Ἰλ. Ψ. 623· βῆ δὲ θέειν Ἰλ. Ρ. 698 (ἴδε βαίνω Α. Ι)· θέειν πεδίοιο, τρέχειν ἐν τῷ πεδίῳ, Χ. 23 ἄκρον ἐπ’ ἀνθερίκων καρπὸν θέον, ἔτρεχον ὑπεράνω τῶν σταχύων τοῦ σίτου, Υ. 227· ἄκρον ἐπὶ ῥηγμῖνος ἁλὸς... θέεσκον αὐτόθι 229· θᾶττον θανάτου θεῖ ἡ πονηρία Πλάτ. Ἀπολ. 39 Α· ὁ βραδέως θέων ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. Ἐλ. 373Β· ἐπὶ ἵππων, ὁ αὐτ. ἐν Κρατ. 423 Α· ἐν Ὀλυμπίᾳ θεόντων, τρεχόντων ἐν Ὀλ. (ἐν τοῖς ἀγῶσι), ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 822Β. - ὁ Ὅμ. μεταχειρίζεται τὸ ῥῆμα κατὰ μετοχ. μεθ’ ἑτέρου ῥήματος, ἦλθε θέων, ἦλθε θέουσα Ἰλ. Ζ. 54, 394, κτλ.· ἷξε θέων, ἐπὶ ἐπιβάτου πλοίου, Ὀδ. Γ. 288· θέων Αἴαντα κάλεσσον, «φώναξε τρεχᾶτα τὸν...», Ἰλ. Μ. 343, κτλ. 2) περὶ τρίποδος μὲν ἔμελλον θεύσεσθαι, νὰ ἀγωνισθῶσι τρέχοντες διὰ..., Λ. 701· μεταφ. (πρβλ. τρέχω ΙΙ. 2), περὶ ψυχῆς θέον Ἕκτορος, ἔτρεχον διὰ τὴν ζωὴν τοῦ Ἕκτορος, Χ. 161· θ. περὶ ὑμέων αὐτῶν Ἡρόδ. 8. 140, 1· θ. περὶ τοῦ παντὸς δρόμον αὐτόθι 74· καὶ ἐλλειπτικῶς, τὸν περὶ ψυχῆς θ. Συνέσ., κλ.· περὶ γυναικῶν καὶ παίδων Παυσ. 6. 18, 2, πρβλ. Valck. Ἡρόδ. 7. 57. 3) μεταφ. ὡσαύτως, θ. ἐς νόσους Πλάτ. Νόμ. 691C· θ. ἐγγύτατα ὀλέθρου ὁ αὐτ. Πολ. 417Β· θέειν κίνδυνον Πλούτ. Φαβ. 26. ΙΙ. ἐπὶ ἄλλων εἰδῶν κινήσεως, ὡς, 1) ἐπὶ πτηνῶν, θεύσονται δρόμῳ Ἀριστοφ. Ὄρν. 205, πρβλ. Θουκ. 3. 111, Ξεν. Ἀν. 1. 8, 18· - σημειωτέον ὅτι οὐδαμοῦ εὕρηται τὸ τρέχειν δρόμῳ. 2) ἐπὶ πραγμάτων, τρέχω· ἐπὶ πλοίων, ἡ δ’ ἔθεε κατὰ κῦμα Ἰλ. Α. 483, πρβλ. Ξεν. Ἑλλ. 6. 2, 29· ἐπὶ τοῦ τροχοῦ τοῦ κεραμέως, Ἰλ. Σ. 601· ἐπὶ κυλινδουμένου λίθου, Ν. 141· ἐπὶ δίσκου, ῥίμφα θέων ἀπὸ χειρός, τρέχων ἐλαφρῶς, ὑψηλὰ..., Ὀδ. Θ. 193.

[14] Ανθ. Π.

[15] Θω, θηλάζω· τοῦ ἐνεργ. εὑρίσκομεν μόνον ἀόρ. α΄ ἀπαρ. θῆσαι, θηλάζω, βυζαίνω, παρ’ Ἡσυχ.· ἀλλὰ τοῦ μέσ. ὁ Ὅμ. ἔχει ἀπαρ. ἐνεστ., ἀλλ’ αἰεὶ παρέχουσιν ἐπηετανὸν γάλα θῆσθαι, παρέχουσι γάλα διὰ νὰ θηλάζῃ τις καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, Ὀδ. Δ. 89· ἀόρ. α΄, θήσατο μαζόν, ἐθήλασεν, Ἰλ. Ω. 58, πρβλ. Καλλ. εἰς Δία 48· μετοχ. θησάμενος, θηλάσας, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Δήμ. 236· - ἀλλά, ΙΙ. ἐν Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀπόλλ. 123, Ἀπόλλωνα θήσατο μήτηρ, ἐπὶ μεταβατ. σημασ., ἡ μήτηρ ἐθήλασε τὸν Ἀπόλλωνα.

[16] (παρ’ Ἀττ. αἱ συλλαβαὶ εο, εου, εω δὲν συναιροῦνται)· Ἐπικ. ὑποτακτ. θέῃσι Ἰλ. Χ. 23· γ΄ ἐν. παρατ. ἔθει ἔτι καὶ ἐν Ὀδ. Μ. 407, ἔθεε παρὰ μεταγεν. πεζοῖς, Λοβ. Φρύν. 221· Ἰων. παρατ. θέεσκον Ἰλ. Υ. 229: μέλλ. θεύσομαι Ὅμηρ., Ἀριστοφ. Ἱππ. 485, Ὄρν. 205, (ἀντι-) Ἡρόδ. 5. 22, (μετα) Ξεν. Κυν. 6, 22· θεύσω μόνον ἐν Λυκόφρ. 119· - οἱ λοιποὶ χρόνοι παραλαμβάνονται ἐκ τῶν ῥιζῶν τρεχ- καὶ δραμ-.

[17] πρβλ. κλαίω: παρατ. ἔκαιον Ὀδ. Ι. 553, Ἀρχ. Ἀττ. ἔκᾱον, Ἐπικ. καῖον Ἰλ. Φ. 343, Ὀδ. Φ. 176 (διάφ. γραφ. κῆον, κεῖον, ὡς κατακειέμεν ἀντὶ κατακαιέμεν Ἰλ. Ζ. 408)· ― μέλλ. καύσω Ξεν. Κύρ. 5. 4, 21, (ἐπι-) Πλάτ. Κωμ. ἐν Ἀδήλ. 4, (κατα-) Ἀριστοφ. Λυσ. 1218· ὡσαύτως, καύσομαι ὁ αὐτ. ἐν Πλ. 1054: ― ὁμαλ. ἀόρ. α΄ ἔκαυσα ὁ αὐτ. ἐν Εἰρ. 1088, Θουκ. 7. 80 (δίς), Πλάτ. κλ.· τὰ Ἀντίγραφα τοῦ Ὁμ. ποικίλλουσι μεταξὺ τοῦ ἔκηα καὶ ἔκεια (ὧν ὁ πρῶτος τύπος προτιμᾶται ὑπὸ τῶν νεωτέρων ἐκδοτῶν, ἴδε Spitzn. Excurs. xv ad IΙ., La Roche Text-Kritik, σ. 298), ἔκηα Ἰλ. Α. 40, κτλ., Ἐπικ. κῆεν Φ. 349: προστ. κῆον Ὀδ. Φ. 176· α΄ πληθ. ὑποτ. κήομεν Ἰλ. Ζ. 377, 396· εὐκτ. κήαι, κήαιεν, Φ. 336, Ω. 38· ἀπαρ. κῆαι Ὀδ. Ο. 97· μέσ.: ― κήαντο, κηάμενοι Ἰλ. Ι. 88, 234· κηάμενος Ὀδ. Π. 2, Ψ. 51· οἱ Ἀττ. ποιηταὶ ἔχουσι καὶ μετοχ. κέας, κέαντες, Αἰσχύλ. Ἀγ. 849, Σοφ. Ἠλ. 757· ἐκκέας Εὐρ. Ρῆσ. 97, Ἀριστοφ. Εἰρ. 1133: ― πρκμ. κέκαυκα (κατα-, προσ-) Ξεν. Ἑλλ. 6. 5, 37, Ἄλεξις ἐν «Λέβητι» 5. ― Μέσ., ἀόρ. α΄ ἐκαυσάμην (ἀν-) Ἡρόδ. 1. 202., 8. 19· Ἐπικ. κήαντο Ἰλ. Ι. 88: ― Παθ., μέλ. καυθήσομαι Ἱππ. 586. 12, (κατα-, ἐκ-) Ἀριστοφ. Νεφ. 1505, Πλάτ.· μεταγεν. κᾰήσομαι Α΄ Ἐπιστ. π. Κορ. γ΄ 15, Χρησμ. Σιβυλλ. 3. 507: ― ἀόρ. ἐκαύθην Ἱππ. 1120Ε, (κατ-) Ἡρόδ., Θουκ.· Ἐπικ. ἐκάην ᾰ Ἰλ. Ι. 212, Ὀδ. Μ. 13, (κατ-) Ἡρόδ., ἀπαρ. καήμεναι Ἰλ. Ψ. 280: ― πρκμ. κέκαυμαι Εὐρ. Κύκλ. 457, Θουκ., κλ., ἀπαρ. κεκαῦσθαι Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 6, 5. (Τὸ ι ἐν τῷ καίῳ ἀντικατέστησε τὸ ϝ (ἴδε ἐν λ. κλαίω) τῆς √ΚΑΥ ἢ ΚΑϜ, ὅπερ ἀναφαίνεται ἐν τῷ μέλλ. καύσω, ἐν τῇ λέξει καῦμα, κτλ.· πρβλ. Γοτθ. hai-s (λαμπάς), hau-ri (ἄνθραξ), hei-to (πυρετός)· Ἀρχ. Σκανδιν. hi-ti, Ἀγγλο-Σαξον. hœ-tu (Ἀγγλ. heat),κτλ· ἀλλ’ ὁ Κούρτ. δὲν παραδέχεται σχέσιν πρὸς τὸ Σανσκρ. ←ush (siccescere),) Ι. ἀνάπτω, πυρὰ πολλὰ Ἰλ. Ι. 77· πῦρ κήαντες Ὀδ. Ι. 231· πῦρ κῆαι Ο. 97, κτλ.· καὶ ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, πῦρ κήαντο, Ἰλ. Ι. 88, πρβλ. 234, Ὀδ. Π. 2: - Παθ., καίομαι, πυραὶ νεκύων καίοντο Ἰλ. Α. 52· θεείου καιομένοιο Θ. 135· καιομένοιο πυρὸς Τ. 376, κτλ.· οὕτως, Ἡρόδ. 1. 86, Ἀριστοφ. Σφ. 1372, κτλ.. φῶς πυρὸς καιόμενον Πλάτ. 514Β· αἱ φλόγες αἱ καιόμεναι... περὶ τὸν οὐρανόν, τὰ ἀναφλεγόμενα μετέωρα, Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 4, 1· ἐπὶ μεταλλούχου οὐσίας, τήκομαι, χωνεύομαι, ὁ αὐτ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5. 19, 24.

[18] σε Ομήρ. Ιλ.· πῦρ κῆαι, σε Ομήρ. Οδ. — Μέσ., πῦρ κήαντο, τους άναψαν φωτιά, σε Όμηρ. — Παθ., καίγομαι, φλέγομαι, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ. σε Όμηρ. 2. σε Ηρόδ.· Βιργ., σε Ξεν.

[19] Θουκ.· Πίνδ. κλπ. Ξεν. IV. Πλάτ.

[20] νεκροὺς Ἰλ. Φ. 343· δένδρεα, ὕλην αὐτόθι 357, κτλ. - Παθ., νηυσὶν καιομένῃσιν Ἰλ. Ι. 602. 2) καίω, ἐπὶ τοῦ ἡλίου, Ἡρόδ. 3. 104, Πλάτ. Κρατ. 413Β· χείμαρρος ἡελίῳ κεκαυμένος, ἀπεξηραμμένος ὑπὸ τοῦ ἡλίου, Ἀνθ. Π. 9. 277. 3) ἐπὶ μεγάλου, δεινοῦ ψύχους ὡς καὶ νῦν (τὸ τοῦ Οὐεργιλίου penetrabile frigus adurit) ἡ χιὼν καίει τῶν κυνῶν τὰς ῥῖνας Ξεν. Κυν. 8, 2, πρβλ. 6, 26· καίειν λέγεται... τὸ ψυχρόν, οὐχ ὡς τὸ θερμόν, κτλ., Ἀριστ. Μετεωρ. 4. 5, 5. 4) Παθ., ἐπὶ τῆς θέρμης τοῦ πυρετοῦ», ὡς τὸ Λατ. uri, φλέγομαι, καταξηραίνομαι, «στεγνώνω», τὰ ἐντὸς ἐκάετο Θουκ. 2. 49· μεταφ., ἐπὶ πάθους, ἰδίως ἐρωτικοῦ, ἐν φρασὶ καιομέναν Πινδ. Π. 4. 390· κάομαι τὴν καρδίαν Ἀριστοφ. Λυσ. 8· καομένη Ἑλλάς, εὑρισκομένη ἐν καταστάσει ἐξάψεως, ἐρεθισμοῦ, Λυσίας 914. 22· ἔρως... ὕβρει καόμενος Πλάτ. Νόμ. 783Α· καίεσθαί τινος ἔρωτι Ἑρμησιάναξ 5. 37, πρβλ. Παρθέν. 14.

[21] Ξεν. Ἑλλ. 4. 2, 15., 6. 5, 27. IV. ἐπὶ χειρουργοῦ, καυτηριάζω, τι Ἱππ. π. Ἄρθρ. 787· ἐν τῷ Παθ. τύπῳ, ὁ αὐτ. ἐν Ἀφ. 1258· ἀπολ., τέμνω καὶ κάω, κάμνω ἐγχείρησιν καὶ καυτηρίασιν, Πλάτ. Γοργ. 480C, 521Ε, Ξεν. Ἀν. 5. 8, 18, κτλ.· σπανίως ἀντιστρόφως, κέαντες ἢ τεμόντες, ἀλλ’ οὕτω σημαίνει: ποιήσαντες ἤτοι τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο, οὐχὶ δὲ ἀμφότερα, Αἰσχύλ. Ἀγ. 849· ἴδε ἐν λ. τέμνω Ι. 5. V. καίω ἢ «ψήνω» (ἐν καμίνῳ) πήλινα σκεύη, ἔκαεν οἴνου κανθάρους, «ἔψηνε κρασοπότηρα», Φρύν. Κωμ. ἐν «Κωμασταῖς» 1.

[22] αρχ. ινδ. lasati = λάμπω.

[23] με αιτ., σε Ομήρ. Οδ.· ὀξὺλάων, γρήγορος στη ματιά, σε Ομηρ. Ύμν.

[24] τὸ ἐνεργ. εὕρηται μόνον ἐν τῷ πρκμ. μέμαα μετὰ σημασ. ἐνεστ., ἀλλὰ καὶ οὗτος ἐν χρήσει μόνον ἐν τῷ πληθ. (ἐν Θεοκρ. 25. 64· ὁ Ἕρμανν. διορθοῖ μεμόνει ἀντὶ μέμαεν), ἀντὶ δὲ τοῦ ἑνικ. παραλαμβάνεται τὸ μέμονα, ας, ε· γ΄ πληθ. μεμάᾱσι Ἰλ. Κ. 208. 236, κ. ἀλλ· ἀλλαχοῦ μόνον ἐν τοῖς προηγουμένοις τύποις, β΄ δυϊκ. μέμᾰτον Θ. 413, α΄ πληθ. μέμᾰμεν Ι. 641, β΄ πληθ. μέμᾰτε Η. 160, γ΄ ἑν. προστακτ. μεμάτω Υ. 355· γ΄ πληθ. ὑπερσ. μέμᾰσαν Ν. 337· ἀλλὰ συχνότατα μετοχ. μεμᾰὼς (μεμᾱὼς μόνον ἐν Ἰλ. Π. 734)· ὅπερ (παρ’ Ὁμ.) διατηρεῖ τὸ ω ἐν ταῖς λοιπαῖς πτώσεσι, μεμᾰῶτος, μεμᾰῶτες, πλὴν ἐν Ἰλ. Β. 818., Ν. 197, ἔνθα ἔχομεν μεμαότες, μεμαότε [μετὰ ᾱ χάριν τοῦ μέτρου]· θηλ. μεμᾰυῖα, πρβλ. βεβαώς, γεγαώς. Θερμῶς ἐπιθυμῶ, ποθῶ, σπεύδω, συχνὸν παρ’ Ὁμ. - Συντάσσεται: κατὰ τὸ πλεῖστον μετ’ ἀπαρ. ἐνεστ. ἢ ἀορ., Ὅμ., Πινδ. Ν. 1. 64· σπανιώτερον μετὰ μέλλ., μεμαῶτες... θώρηκας ῥήξειν Ἰλ. Β. 543· ἐπιχειρήσειν μεμαῶτες Ὀδ. Ω. 395· ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπαρ. ὡσαύτως παραλείπεται, ἐπεὶ μεμάασί γε πολλοὶ (ἐξυπ. ἕταροί σοι γενέσθαι) Ἰλ. Κ. 236· - συχν. ὡσαύτως μετὰ γεν., πρόθυμος διά τι, μεμαυῖ’ ἔριδος καὶ ἀϋτῆς Ε. 732· μεμαῶτε... θουρίδος ἀλκῆς Ν. 197· - συχνάκις ὡσαύτως μετ’ ἐπιρρ., πῇ μέματον; ποῦ σπεύδετε; Θ. 413· πρόσσω μεμαυῖαι, σπεύδουσαι πρὸς τὰ ἐμπρός, Λ. 615· ἀντικρὺ μεμαὼς Ν. 187· ἰθὺς μεμαῶτι Χ. 284· οὕτω μετὰ δοτικῆς ὀργάνου, μεμαότες ἐγχείῃσι Β. 818· καὶ ἀπολ., πρὸς δήλωσιν ὁρμητικῆς, ταχείας ἐνεργείας, βῇ ῥ’ ἀν’ ὁδὸν μεμαὼς ἔβη, μετὰ σπουδῆς, Κ. 339, πρβλ. Λ. 239 ἆλτ’ ἐπὶ οἱ μεμαὼς Φ. 174, πρβλ. Χ. 326· μεμαὼς πόλιν ἐξαπαλάξαι τὴν ἐθέλω Δ. 40· οὕτως, ἐν πέτρᾳ μεμαώς, ἐπὶ ἁλιέως, καραδοκῶν, Θεόκρ. 21. 52· πρβλ. ἐμμεμαώς. 2) ἔχω διάθεσιν ἢ κλίσιν νὰ κάμω τι, ἔχω σκοπόν..., ἢ μεμάασιν αὖθι μένειν Ἰλ. Κ. 208· εἰ γὰρ δὴ μέματον... καταδῦναι αὐτόθι 433· μέμαμεν δέ τοι ἔξοχον ἄλλων κήδιστοί τ’ ἔμεναι καὶ φίλτατοι..., Ι. 641. - Πρβλ. μέμονα. II. Μέσ., μάομαι Σαπφὼ 115 Ahr.· ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν τοῖς Δωρ. συνῃρ. τύποις, γ΄ ἑνικ. μῶται Ἐπίχ. ἐν Φωτ. Βιβλ. 531. 3· μῶνται Εὐφορίων αὐτόθι· προστ. μῶσο Ἐπίχ. 121, πρβλ. Ahrens D. Dor. σ. 349· εὐκτ. μῷτο Διωτογ. παρὰ Στοβ. τ. 5. 69· ἀπαρ. μῶσθαι Θέογν. 769, Πλάτ. Κρατ. 406Α· ἀόρ. μώσατο Ἡσύχ. (πρβλ. μοῦσα)· μετοχ. μώμενος Αἰσχύλ. Χο. 45, 441, Σοφ. Τρ. 1136, Ο. Κ. 836· - ἐπιζητῶ τι, ἀπλήστως ἐπιθυμῶ, ἐποφθαλμιῶ, μετ’ αἰτ., Σαπφώ, Θέογν., κτλ.· μετ’ ἀπαρ. ἢ ἀπολ., Αἰσχύλ. ἔνθ’ ἀνωτ. (Ἡ √ΜΑ διακλαδοῦται εἰς μεγάλην ποικιλίαν ἐννοιῶν, αἵτινες πᾶσαι δύνανται νὰ ταξινομηθῶσιν ὑπὸ τρεῖς κυρίως διαιρέσεις.

[25] - Ἐπὶ τῶν σημασιῶν (1) ἢ (2), αἱ συγγενεύουσαι γλῶσσαι παρέχουσι μόνον: Σασκρ. man-yus (μένος), Ἀγγλο-Σαξον. myn, Ἀρχ. Γερμ. minn-ia, minna (amor). Ἐπὶ δὲ τῆς σημασ. (3), πὰ παραδείγματα εἶναι πολλά, Σανσκρ. man, man-yê (puto, cogito)· man-as (mens, voluntas, opinio), mat-is (opinio, propositum), mna, man-âmi (diligenter lego)· Λατ. man-eo, me-min-i, re-mi-ni-scor, men-s, men-tior, mon-eo, κτλΓοτθ. muns (νόημα), ga-min-thi (μνείαἈρχ. Σκανδιν. munr (mens)· Ἀρχ. Γερμ. man-n (mon-eo, Γερμ. mahn-en), mein-a (mein-ung)· Λιθ. at-men-u (memoria)· Σλαυ. min-eti (cogitare)· κτλ.)

[26] > σανσκρ. snû, snâu-mi (fluo, mano), snav-as (stillatio), snu-tas (stillans).

[27] ὄφρἂν ὕδωρ τε νάει Ἐπίγραμμ. ἐν Πλάτ. Φαίδρῳ 267D· ὕδατι νᾶε Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 1146· νᾶεν φόνῳ Καλλ. εἰς Ἄρτ. 224. - Παθ., ποτίζομαι, νᾱομένοισι τόποις Νικ. Ἀποσπ. 2. 58. [ᾰ παρὉμἀλλὰ ᾱ ἐν ἄρσει παρὰ μεταγεν. Ἐπικ., ἴδε ἀνωτπερὶ τοῦ ἐν Ὀδ. Ι. 222 ἴδε ναίω Β].

[28] παρατ. ἔξεον, αόρ. αʹ ἔξεσα, Επικ. ξέσσα - Παθ., παρακ. ἔξεσμαι·

[29] Ὅμ., μόνον ἐν τῇ Ὀδ., ἀείποτε ἐπὶ ξύλου, ξέσσε δ’ ἐπισταμένως καὶ ἐπὶ σταθμὴν ἴθυνεν Ε. 245, πρβλ. Ρ. 341., Φ. 44· λέχος ἔξεον, ὄφρ’ ἐτέλεσσα Ψ. 199· μετέπειτα ἐπὶ γλύπτου, Σιμων. (;) 186· οἱ ξέοντες Πλάτ. Θεάγ. 124Β· στήμων ἐξεσμένος, καλῶς τεταμένος, Ἀριστοφ. ἔνθ’ ἀνωτ. ΙΙ. ξύω, ἑπομένως ἐρεθίζω, Ἀρετ. περὶ Αἰτ. Χρον. Παθ. 2. 9. Συγγενὲς τῷ ξύω, ὅπερ εἶναι τὸ αὐτὸ κατὰ σημασίαν. Ἐκ. τοῦ ξέω παράγονται τὰ ξόανον, ξοΐς, -ξόος (ἐν τῷ κεραοξόος κτλ.)· ἐκ δὲ τοῦ ξύω παράγονται τὰ ξυρόν, ξυστός, ξύστρα, ξύσις, ξύσμα, κτλ.· > σανσκρ. kshu-ras (ξυρόν, ξυράφιον), Ἀρχ. Γερμ. sche-ran (κείρω), κτλ.· - ἴσως τὸ Λατ. scabo, Ἀγγλ. shave, ξυρίζω, εἶναι συγγενές, ὡς καὶ τὰ scalpo, sculpo, καὶ Ἑλλ. ξαίνω, ξίφος (ὃ ἴδε)· - ὁ Aufrecht. παραβάλλει ὡσαύτως τὸ ἐν ταῖς Βέδαις Kshnu (ἀκονῶ).

[30] σε γʹ πληθ. σῶσι, ἀόρ. μετοχ. σήσας Ἱππ. 614. 53. - Παθητ., ἀόρ. ἐσήσθην ἢ ἐσήθην Ἀρετ. Ὀξ. Νούσ. Θεραπευτ. 1. 4, καὶ μηνομνεύεται ἐκ τοῦ Διοσκ.· πρκμ. σέσησμαι ἢ σέσησμαι Ἱππ. 491. 1., 533.44. Ηρόδ.· -προστ. Μέσ. ενεστ. του σαόω. -Επικ., γʹ ενικ. Ενεργ. Παρατ.

[31] Αἰσχύλ. Πρ. 96., Ομ., τραγική ποίηση, θεσσαλικές και δελφικές επιγραφές. «ταγοὶ Περσῶν» ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 23 νεῶν, «ναῶν ταγοὶ» αὐτόθι 324, 480, πρβλ. Σοφ. Ἀντ. 1057. Εὐρ. Ι. Α. 269.

[32] Ξεν. Ἑλλ. 6. 1, 6., 4. 28, Ἰλ. Ψ. 160.

[33] ὕω: [ῡ], μέλ. -ὕσω [ῡ], αόρ. αʹ ὗσα — Παθ., αόρ. αʹ ὕσθην, παρακ. ὗσμαι.

[34] έπειτα, η ονομ. παραλείπεται, το ὕειχρησιμ. ως απρόσ., όπως το Λατ. pluit, βρέχει, σε Ησίοδ., Ηρόδ.· ὕοντος, όταν βρέχει, σε Αριστοφ.· ὕοντος πολλῷ, καθώς έβρεχε πολύ, καταρρακτωδώς, σε Ξεν.

[35] απ' όπου, σε Παθ., με Μέσ. μέλ., βρέχομαι, σε Ομήρ. Οδ.· ὕσθησαν αἱ Θῆβαι, βράχηκαν οι Θήβες, δηλ. ἔβρεξε εκεί, σε Ηρόδ.· ἡχώρη ὕεται, δηλ. βρέχει στη χώρα, στον ιδ.

[36] σε Πίνδ.· καινὸν ἀεὶ Ζεὺς ὕει ὕδωρ, σε Αριστοφ.

[37] Επικ. γʹ ενικ. προστ. φάε - σε Ομήρ. Οδ.

φάε δὲ χρυσόθρονος Ἠὼς Ὀδ. Ξ. 502· χηλαὶ λεπτὰ φάουσαι Ἄρατ. 607· ὁ Ἡσύχ. ὡσαύτως μνημονεύει μετοχ. φῶντα = λάμποντα, καὶ Ἐπικ. ἀόρ. βϳ πέφη = ἐφάνη· ― περὶ τῶν τύπων πεφήσομαι, πεφασμένος, ἴδε ἐν λ. φαίνω > φαυοφόρος, φαύω, φαῦσις, φαυσίμβροτος, πιφαύσκω, φέγγος· > φῶς ὁρώμενον ὑπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ. > σανσκρ. bhâ, bhâ-mi (splendeo), bhâ-mas, bhâ-nus (lumen), bhâ-s (luceo), bhâ-sh, bha- n. (loqui), Λατ. fa-ri, fa-tum, fa-ma, fa-s, fa-bula > σλαυ. ba-jati (fabulari), ba-snï (fabula).

[38] [ᾱ], ψῇς, ψῇ (όχι ψᾷς, ψᾷ), απαρ. ψῆν, παρατατ. συνηρ. ἔψην, μέλ. ψήσω, αόρ. αʹ ἔψησα.

[39] > ōwo- > λατ. ōvum > ōwyo-, ōyo- σλαβ. σερβ. jaje, αρχ. σλαβ. ajĭce, αρμ. ju, αρχ. ανωγερμ. ei, αρχ. ισλδ. Egg, κλπ.

ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΞΙΑ των ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ Λεκακης ΕΝΝΟΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΟΣ ελληνικο ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ αλφαβητου κρονος

Share on Google Plus

About ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

    ΣΧΟΛΙΑ
    ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ Facebook

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ